Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2018 | Permalink
Ο Έλληνας γιατρός
Διατρέχοντας τις σελίδες του συναρπαστικού και πολυσυζητημένου μυθιστορήματος, της εκλεκτής συγγραφέως Καρολίνας Μέρμηγκα (Αθήνα, 1957), με τίτλο “Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΙΑΤΡΟΣ” (Εκδ. Μελάνι, σελ.577), δεν μπορείς να ξεφύγεις από το ερώτημα που σε ταλανίζει από τις πρώτες του σελίδες. Διαβάζεις την βιογραφία του παππού της συγγραφέως ή διαβάζεις ένα ιστορικό μυθιστόρημα που στηρίζεται χαλαρά στα βασικότερα γεγονότα της ζωής του; Είναι δύσκολο να βγάλεις από το μυαλό σου, τι απ' ότι (από τα τόσα προσωπικά περιστατικά) περιγράφεται είναι αληθινό και τι κατασκευασμένο. Πρέπει να μπεις στην ροή της ωραίας αφήγησης για να μπορέσεις να αποστασιοποιηθείς από τα ερωτήματα αυτά, είναι και τα ίδια αρχικά του ονόματος (Κ.Μ. δηλαδή Κωνσταντίνος Μέρμηγκας όπως άλλωστε και Καρολίνα Μέρμηγκα) που τα βλέπεις σχεδόν σε κάθε σελίδα και δεν σ' αφήνουν στιγμή να το ξεπεράσεις. Από την μέση και μετά όμως, που η ροή γίνεται πιο σφιχτοδεμένη και το βιβλίο αποκτάει περισσότερο ρυθμό, δεν σε ενδιαφέρει πια και παρακολουθείς απλά τα γεγονότα που διαδραματίζονται στις σελίδες του βιβλίου, αποφασίζοντας ότι διαβάζεις ένα μυθιστόρημα με ήρωα έναν καθαρά λογοτεχνικό χαρακτήρα.


“Ο Έλληνας γιατρός” είναι η ιστορία της ζωής ενός χαρισματικού ανθρώπου με πολλές ιδιότητες που βίωσε την ευχή/κατάρα των Κινέζων. Έζησε σε “ενδιαφέροντες καιρούς” και όχι απλά τους έζησε αλλά συνέβαλε κι αυτός σε κάποια ιστορικά στοιχεία τους. Ο Κ.Μ.  ο ήρωας του μυθιστορήματος, γεννήθηκε το 1874 στην Μεσσηνιακή Μάνη και πέθανε λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1941 στην Κατοχική Αθήνα, γόνος ευκατάστατης αγροτικής οικογένειας της Μάνης, σπούδασε στην Ιατρική σχολή Αθηνών, και αργότερα με υποτροφία στην Γερμανία, στρατιωτικός γιατρός. Η διαμονή του στην Γερμανία και η γνωριμία του με τον πολιτισμό της χώρας, τον σημάδεψε καθοριστικά για την ζωή του. Σταδιοδρόμησε ως χειρουργός, η προσήλωσή του στην επιστήμη του και οι αποδεδειγμένες ικανότητές του, τον έφεραν ανάμεσα στους θεράποντες ιατρούς της Βασιλικής οικογένειας ενώ έγινε και καθηγητής στο Καποδιστριακό πανεπιστήμιο.
Παντρεύτηκε μια εύπορη κόρη Πειραιώτικης οικογένειας εμπόρων και έκανε μαζί της ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η ανάγκη του να προσφέρει στην κοινωνία και στους ανθρώπους, τον οδήγησε στην πολιτική όπου εκλέχθηκε βουλευτής Λακωνίας με το κόμμα του Ε.Βενιζέλου το 1911, διαφωνώντας όμως μαζί του στην συνέχεια, εγκατέλειψε την πολιτική, ενώ στην περίοδο του Εθνικού Διχασμού και στην περιπέτεια της Μικρασιατικής εκστρατείας κράτησε μια ουδέτερη και περισσότερο φιλοβασιλική στάση. Συνεπαρμένος από την Γερμανική λογοτεχνία, και λάτρης του Γκαίτε, μετάφρασε τον Φάουστ, έργο που τον σημάδεψε για όλη του τη ζωή, ταυτιζόμενος κατά κάποιο τρόπο με τον ομώνυμο ήρωα.
Η εγγενής τάση του για  κοινωνική προσφορά και η μεγάλη πολιτική του αφέλεια τον οδήγησαν στην αποδοχή της Δημαρχίας Αθηναίων κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, θέση που κράτησε μόνο για 3 μήνες και κατόπιν παραιτήθηκε, αλλά που τον στιγμάτισε ως δωσίλογο, κατέστρεψε τη σχέση του με τον γιό του και τον οδήγησε στην μοναξιά. Θα βρει τον θάνατο με τραγικό τρόπο, καθώς το τραύμα που υπέστη προσπαθώντας να ανέβει σε ένα τραμ, μολύνθηκε.

“ “Εννοώ ότι η Ελλάδα μπορεί να δηλώνει ευρωπαϊκό κράτος, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον οι Έλληνες αισθάνονται πραγματικά Ευρωπαίοι. Δεν ξέρω και πόσο πραγματικά το επιθυμούν”. Σωπαίνει λίγο, μετά προσθέτει κοφτά “Πέραν από τις ευρωπαϊκές παροχές φυσικά. Αυτές πάντα τις επιθυμούμε. Και πάντα πιστεύουμε ότι τις δικαιούμαστε”. Σηκώνει τους ώμους. “Ίσως η Ευρώπη μας θέλει περισσότερο απ' ότι τη θέλουμε εμείς – ανεξήγητο βέβαια, όπως πολλά άλλα που γίνονται εδώ, για έναν αληθινό Ευρωπαίο”.”

Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν ήρωα στιβαρό και εμβληματικό, η Μέρμηγκα είχε το υλικό ήδη έτοιμο μέσα από την οικογενειακή της μυθολογία. Ο Κ.Μ. της, είναι ένας άνθρωπος ευφυής και επιμελής, φιλόδοξος αλλά και ματαιόδοξος, αυστηρός και με ισχυρή προσωπικότητα, αλλά και εύθραυστος σε κάποιες προσωπικές στιγμές. Η συγγραφέας δεν τον μυθοποιεί, δεν του φέρεται πάντα με το γάντι, παραθέτει στοιχεία του αντιπαθητικά για τον αναγνώστη, τονίζει τις αντιφάσεις της προσωπικότητάς του και την αδυναμία επικοινωνίας του με τους περισσότερους ανθρώπους.

"Η νέα αστική τάξη. Αυτό είμαστε, σκέφτεται. Δόξα τω Θεώ, αυτό είμαστε. Αστοί. Δεν θέλω να είμαι τίποτα άλλο."

Μέσα από το μυθιστόρημα περνάει η ελληνική ιστορία από το τέλος του 19ου αιώνα έως την γερμανική Κατοχή, δηλαδή μια περίοδος που είναι η πιο καθοριστική για την δημιουργία του σύγχρονου κράτους. Τα γεγονότα παρατίθενται με υποσημειώσεις και με επισκοπήσεις στο τέλος κάθε κεφαλαίου, κάτι πολύ ενδιαφέρον τεχνικά και ιδιαίτερα αναγκαίο για να μπορεί ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται την εποχή και αυτά που την καθορίζουν. Δεκάδες ιστορικά πρόσωπα παρελαύνουν από τις σελίδες του ογκώδους μυθιστορήματος, πρόσωπα που πολλά από αυτά δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο στην πλοκή, απασχόλησαν για ένα διάστημα την κοινή γνώμη με τον ένα ή τον άλλον τρόπο (π.χ. παρατίθεται η ιστορία του Μιμίκου και της Μαίρης, του Ζαχάρωφ, τονίζεται η προσωπικότητα της Ασπασίας Μάνου και άλλων).

Η Μέρμηγκα όμως δεν στέκεται ιδιαίτερα στα ιστορικά γεγονότα, περισσότερο την ενδιαφέρουν οι κοινωνικές αλλαγές, η μετάλλαξη της κράτους και της κοινωνίας. Μέσω του ήρωά της, τονίζει την λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και τις αλλαγές στην κοινωνία, ενώ εμμέσως κάνει αναγωγές στην σημερινή κατάσταση της χώρας μέσα από συνθήκες που δημιουργήθηκαν έναν αιώνα πριν και διαιωνίζονται. Ο Κ.Μ. ήθελε να επιτύχει, να γίνει αστός, να αποτινάξει από πάνω του το αγροτικό παρελθόν, να αποκτήσει χρήματα. Τα κατάφερε όλα με τον καλύτερο και ευγενέστερο τρόπο βοηθώντας παράλληλα τους συνανθρώπους του μέσα από την εργασία του. Είναι ένας άνθρωπος που συμβολίζει την άνοδο της αστικής τάξης, την γενιά των ανθρώπων που ουσιαστικά δημιούργησαν την χώρα και γι' αυτό η ιστορία του έχει ενδιαφέρον από όποια (πολιτική ή κοινωνική) σκοπιά κι αν το δει κανείς.

“Η κακοδαιμονία του δημόσιου βίου μας δεν προέρχεται από την έλλειψη καλού συστήματος, αλλά από την έλλειψη έντιμων και συνεπών υπαλλήλων. Το ναυάγιο της ανόρθωσης κινδυνεύει να έρθει όχι από το είδος του συστήματος, αλλά από την ποιότητα των προσώπων που καλούνται να το εφαρμόσουν. Προτιμώ δηλαδή εγώ ανθρώπους που έχουν ανάγκη από νόμους, παρά νόμους που έχουν ανάγκη από ανθρώπους."

Ο θαυμασμός του Κ.Μ. για οτιδήποτε γερμανικό μετά την ολιγόχρονη παραμονή του σε αυτή τη χώρα και την γνωριμία με τον πολιτισμό της, καθώς και η εμμονή του  με τον Φάουστ του Γκαίτε, έργο που μετέφραζε και ασχολείτο μαζί του επί σειρά ετών μέχρι να εκδώσει την μετάφρασή του, είναι ένα από τα κεντρικά στοιχεία του μυθιστορήματος. Η (ίσως και μυθιστορηματική) φιγούρα της ερωμένης του Μαργαρίτας παραπέμπει ευθέως στην “Μαργαρίτα” του έργου του Γκαίτε, γυναίκας που καθόρισε την ζωή του (σε αντίθεση με την σύζυγό του η οποία παραμένει ένας χαρακτήρας αφανής στο βιβλίο, χλωμός) και η σχέση του μαζί της τον επηρέασε πολύ, ενώ ο θάνατός της τον συνέτριψε ψυχικά. Η υστεροφημία του θα γνωρίσει μεγάλο και ανεπανάληπτο πλήγμα μετά την συνεργασία του με τον στρατό Κατοχής, που παρά τα όποια κίνητρα και την ηρωική έξοδο από αυτήν, παραμένει ένα πολύ μελανό σημείο στην σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του.

Το βιβλίο της Μέρμηγκα έχει πολλές αρετές, όπως είναι ο ωραίος ρυθμός και η καλά δομημένη του μορφή, η προσεγμένη γλώσσα και το αποστασιοποιημένο ύφος που επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθεί τα γεγονότα σαν κινηματογραφική ταινία και να ξεχνάει (αυτό είναι το κυριότερο ότι διαβάζει γεγονότα της ζωής ενός αληθινού προσώπου). Από την άλλη, θεωρώ ότι θα λειτουργούσε καλύτερα εάν ήταν κατά τι μικρότερο, ένιωσα ένα μπούκωμα από την παράθεση τόσων ονομάτων, από την παρέλαση τόσων δευτερευόντων χαρακτήρων – ιστορικών προσώπων, που το μόνο που έκαναν ήταν να αναφέρονται χωρίς σκοπό. Ορισμένα δε κεφάλαια, κάποιοι διάλογοι ή συναντήσεις μου έδωσαν την αίσθηση ότι μπήκαν για να γίνει απλώς το πέρασμα κάποιων ιστορικών προσωπικοτήτων. Υπήρξαν βέβαια, και κάποιοι ιστορικοί χαρακτήρες που η συγγραφέας δίνει οντότητα και όγκο, όπως αυτός της Πηνελόπης Δέλτα, του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη (συγγενούς της συζύγου του Κ.Μ.). και μερικών άλλων.

"Αν κάτι ξέρει η αστική τάξη, είναι να συζητά. Που είναι, όπως όλοι γνωρίζουν, μια τέχνη. Η αστική τάξη την κατέχει αυτήν την τέχνη και είναι λογικό, αφού μπαίνει σε τέτοιο κόπο και έξοδα για να στήσει ό,τι χρειάζεται: τα σαλόνια με τις πολυθρόνες και τους καναπέδες και τα φαρδιά τραπέζια όπου γύρω τους, ενώ τρως, πρέπει και να μιλάς."

Ωραίο αστικό ιστορικό μυθιστόρημα “Ο Έλληνας γιατρός”, δεύτερο βιβλίο της Καρολίνας Μέρμηγκα (μετά τον εξαιρετικό και καλύτερο “Συγγενή” της), και εξαιρετική απεικόνιση της εποχής με πολλή και σοβαρή προεργασία στην κατασκευή της ιστορίας, στην διαχείριση του υλικού, στην ισορροπία μεταξύ ιστορικών και μυθοπλαστικών στοιχείων που το καθιστούν και ένα σαγηνευτικό ανάγνωσμα. Δεν γνωρίζω εάν η πολύ αξιόλογη συγγραφέας ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο στην λογοτεχνική της διαδρομή, μετά από την επιτυχία αυτού του βιβλίου που έχει πραγματοποιήσει πολλές επανεκδόσεις (γεγονός σημαντικό στην εποχή μας) – πιστεύω ότι οι πιο χαμηλότονες ιστορίες τής ταιριάζουν καλύτερα, και αναδεικνύουν τα συγγραφικά της χαρίσματα περισσότερο, ο χρόνος θα δείξει την πορεία που θα επιλέξει.

Βαθμολογία 79 / 100




 
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2018
posted by Librofilo at Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2018 | Permalink
"Να περιμένεις και να ελπίζεις" - Ο "Ξυλοκόπος" του Reginald Hill

Ο Βρετανός συγγραφέας Reginald Hill (Durham 1936- Cumbria 2012) παρ'ότι πολυγραφότατος με πάνω από 50 μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, είναι τελείως άγνωστος στη χώρα μας. Με την πρόσφατη επανέκδοση του τελευταίου του μυθιστορήματος (σε νέα επιμέλεια από την Έλενα Γιαννούλα), με τίτλο “Ο Ξυλοκόπος”, γραμμένο το 2010 (και που είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2014, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων (για άγνωστο λόγο), τα οποία είχαν εξαντληθεί αμέσως), μας δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσουμε έναν πραγματικό τεχνίτη του θρίλερ, ο οποίος στην ωριμότητά του, έγραψε αυτό το υπέροχο και εξαιρετικά σαγηνευτικό μυθιστόρημα.

“Ο ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ” (“The Woodcutter”) - (εκδόσεις Εξάντας, μετάφρ. Χ. Τσαλικίδου, σελ. 682), που απέσπασε το βραβείο αστυνομικής λογοτεχνίας Barry Award, το 2011, είναι ένα εθιστικό ψυχολογικό θρίλερ, ένα συναρπαστικό βιβλίο που το κλισέ “δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου” ταιριάζει απόλυτα. Είναι ένα μυθιστόρημα που ισορροπεί μεταξύ αγωνιώδους σύγχρονου νουάρ, ιστορίας εγκλεισμού και εκδίκησης, μεταξύ μεγάλης αφήγησης του 19ου αιώνα και κατασκοπευτικής περιπέτειας.

“Όταν η αγάπη αναμετριέται με την αδήριτη ανάγκη, υπάρχει μόνο ένας νικητής.”



Ο σερ Γουίλφρεντ Χάντα, που ήταν γνωστός με το όνομα Γουλφ Χάντα, ήταν ένας πάμπλουτος και ευτυχισμένος άνθρωπος, παντρεμένος με την αριστοκρατική Ιμογένη, έχοντας μαζί μια έφηβη κόρη, την Τζίνι. Ξαφνικά ένα πρωινό είδε την ζωή του να παίρνει την κάτω βόλτα, να κάνει μια στροφή 180 μοιρών. Η αστυνομία εισέβαλλε σπίτι του μετά από μια καταγγελία, ψάχνοντας τους υπολογιστές του για παιδική πορνογραφία και παιδεραστία όπως και για οικονομικά εγκλήματα της εταιρείας του. Ο Γουλφ αντιδράει βίαια χτυπώντας τον επικεφαλής αστυνομικό, καθώς βλέπει τους δημοσιογράφους και τις τηλεοπτικές κάμερες, κρεμασμένους από τα δέντρα της αυλής του. Στην φυλακή δεν θα βγάλει ιδιαίτερα άκρη τι ακριβώς γίνεται, καθώς ο επιφανής δικηγόρος του Τόμπι Εστόβερ δείχνει παθητική στάση ενώ και το δεξί του χέρι Τζόνι Νάτμπραουν φαίνεται ανήμπορος να τον βοηθήσει. Η κατηγορία περί παιδεραστίας δείχνει στέρεη, καθώς υπάρχουν φωτογραφίες και κινήσεις πιστωτικών καρτών που την αποδεικνύουν, και οι εφημερίδες παίρνουν φωτιά.
Έτσι κι αλλιώς ο Γουλφ Χάντα δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα συμπαθής στον τύπο και στην “καλή κοινωνία” του Λονδίνου, καθώς ήταν ο νεόπλουτος που είχε πετύχει, ο άνθρωπος που εμφανίστηκε από το πουθενά με χρήματα και συνεχώς πλούτιζε με τις επιχειρήσεις του. Η απεγνωσμένη απόπειρά του να δραπετεύσει λίγο πριν την ακροαματική διαδικασία, καταλήγει σε ένα τραγικό ατύχημα, όπου θα χάσει το ένα του μάτι, και θα υποστεί μεγάλες σωματικές βλάβες σε σημείο να είναι σε κώμα επί 6 μήνες στο νοσοκομείο. Όταν επιτέλους συνέρχεται (παρά τις αντίθετες προβλέψεις) θα καταδικαστεί σε πολυετή φυλάκιση, ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νοσοκομείο ευρισκόμενος μεταξύ ζωής και θανάτου, η σύζυγός του Ιμογένη κίνησε τη διαδικασία διαζυγίου και αργότερα παντρεύτηκε τον δικηγόρο τους (και παιδικό της φίλο) Τόμπι Εστόβερ.

Ο Γουλφ Χάντα είναι πλέον ένας άνθρωπος κατεστραμμένος, όταν μετά από μια πενταετία, η ψυχολόγος Άλβα Οζίγκμπο, μιγάς από πατέρα Νιγηριανό και μητέρα Σουηδή, άπειρη αλλά πολύ ορεξάτη για δουλειά, προσλαμβάνεται στις φυλακές ασφαλείας όπου είναι έγκλειστος εκείνος. Η περιουσία του έχει χαθεί, ο πατέρας του έχει πεθάνει από τον καημό του, η σύζυγός του τον έχει εγκαταλείψει, φίλους δεν έχει, ενώ ακριβώς εκείνο το διάστημα πληροφορείται ότι η κόρη του βρήκε τραγικό θάνατο από ναρκωτικά στο Παρίσι. Η Άλβα οργανώνει τις συναντήσεις μαζί του, έχοντας στο μυαλό της ότι ο Γουλφ είναι αποδεδειγμένα παιδεραστής και ότι είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος. Με τις συζητήσεις και το ημερολόγιο που της δίνει ο Γουλφ βλέπει μπροστά της έναν άνθρωπο μετανοημένο για τα λάθη του, με συγκροτημένη σκέψη και έτοιμο να γυρίσει στην κοινωνική ζωή. Έχει πάντα στο μυαλό της ότι ενδέχεται εκείνος να τη χειρίζεται, αλλά δίνει το πράσινο φως για την αποφυλάκισή του με περιοριστικά μέτρα. Ο Γουλφ γυρίζει στο πατρικό του στα δάση της Κούμπρια, στο έρημο πλέον πατρικό του σπίτι που συνορεύει με τον πύργο της οικογένειας της Ιμογένης, της πρώην συζύγου του, και ασκεί το πατρικό επάγγελμα του ξυλοκόπου, οργανώνοντας την εκδίκησή του και προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το μυστήριο της ολοφάνερης συνωμοσίας στην οποία έπεσε θύμα. Οι ανατροπές στην ιστορία θα είναι πολλές μέχρι την δραματική τελική λύση, η οποία επιφυλάσσει την μεγαλύτερη ανατροπή στην ιστορία.

“Οι άνθρωποι αντιδρούν καλύτερα όταν πρέπει να αποφύγουν κάτι παρά όταν πρέπει να το επιτύχουν. Όταν τα πράγματα είναι άσχημα, μην ψάχνεις κάτι καλό για να παλέψεις να το πετύχεις, ψάξε κάτι χειρότερο για να παλέψεις να το αποφύγεις!”

Ένας (φαινομενικά άσχετος) πρόλογος σε τρία κεφάλαια, έξι βιβλία και ο επίλογος απαρτίζουν αυτό το μυθιστόρημα που σε παρασέρνει στον ρυθμό του και στην ιλιγγιώδη δράση του χωρίς να σε αφήσει να πάρεις ανάσα. Εξαιρετικά δομημένο, με την αφήγηση να μην είναι γραμμική και με το χιούμορ να είναι διαρκώς παρόν, χαλαρώνοντας το βάρος της ιστορίας που είναι δραματική και αγωνιώδης. Είναι κυριολεκτικά ένα βιβλίο που θα μπορούσες να το διαβάσεις απνευστί παρά τον όγκο του και δεν συνίσταται σε βραδινή ανάγνωση (γιατί απλούστατα δεν θα κοιμηθείς). Οι ανατροπές είναι συνεχείς, οι εικόνες καταιγιστικές, το ενδιαφέρον κλιμακούμενο και οι χαρακτήρες αλησμόνητοι.

Ο “Ξυλοκόπος” είναι ένα πολυεπίπεδο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, που έχει την μορφή του νουάρ αλλά είναι πολλά περισσότερα από αυτό, ο δε χαρακτηρισμός ως τέτοιο, μάλλον το περιορίζει. Έχει πολλά δάνεια από την λογοτεχνία των μεγάλων αφηγήσεων του 19ου αιώνα, υπάρχει ένα ακαταμάχητο ρομάντζο μεταξύ του πτωχού και ατίθασου αγριμιού που είναι ο Γουλφ Χάντα και της πανέμορφης και ανεξάρτητης νύφης που είναι η Ιμογένη, ο έρωτάς τους θα μπορούσε να ανθίσει 150-200 χρόνια πριν, στα μυθιστορήματα της εποχής, και τα μαντήλια να είναι δίπλα στο βιβλίο παρηγορώντας τις ρομαντικές ψυχές, αλλά ο έρωτας τον 21ο αιώνα έχει πολλές διαφορές  το χρήμα πάντα θα κυριαρχεί μόνο που η διαπλοκή θα είναι εντονότερη και πιο παγκοσμιοποιημένη.
Ο Γουλφ μπορεί να ήταν εξαιρετικός αναρριχητής στα βράχια της περιοχής του, αλλά η κοινωνική αναρρίχηση έχει άλλους κανόνες και υπάρχουν περιοχές στις οποίες δεν γίνεσαι δεκτός με τίποτα, καθώς οι κοινωνικές τάξεις είναι διαρθρωμένες με τέτοιο τρόπο (κυρίως σε χώρες όπως η Μ.Βρετανία όπου υπάρχει αριστοκρατία), που δεν επιτρέπουν στον νεοφερμένο να προχωρήσει πολύ ή κι αν προχωρήσει του δείχνουν με τον τρόπο τους ότι δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτός. Όταν το συνειδητοποιήσει αυτό, είναι πλέον πολύ αργά.

"Δεν υπάρχει ούτε ευτυχία ούτε δυστυχία στον κόσμο, μόνο η σύγκριση της μιας με την άλλη. Μόνο ο άνθρωπος που έχει βουλιάξει στον πυθμένα της κακοτυχίας είναι ικανός να σκαρφαλώσει στα ύψη της απόλυτης χαράς. Πρέπει να έχεις αποζητήσει τον θάνατο για να καταλάβεις πόσο ωραίο είναι να ζεις."
Αλέξανδρος Δουμάς, "Ο Κόμης Μοντεχρήστος"

Οι χαρακτήρες, είτε πρωτεύοντες, είτε δευτερεύοντες που εμφανίζονται στο βιβλίο είναι όλοι σημαντικοί και έξοχα σκιαγραφημένοι από τον συγγραφέα. Μπορεί ο Γουλφ Χάντρα να είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας bigger than life (όπως συνηθίζουμε να λέμε) παραπέμποντας μέσω των πολλών λογοτεχνικών αναφορών σε ήρωες της κλασσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα (“Κόμης Μοντεχρήστος” του ομώνυμου βιβλίου, του Χίθκλιφ από τα “Ανεμοδαρμένα Ύψη”, του Ρότσεστερ από την “Τζέιν Έυρ” και άλλων), αλλά οι γυναικείοι χαρακτήρες, όλοι δυναμικοί και καθοριστικοί εκπλήσσουν με την ζωντάνια και την περιγραφή τους. Η Ιμογένη, η Άλβα που είναι και οι δύο πρωταγωνίστριες του βιβλίου, αλλά και η μητέρα της Ιμογένης, η δαιμονική Κίρα, όπως και η αδίστακτη Πίπα Νάτμπραουν καθορίζουν την πλοκή του βιβλίου, πανίσχυρες και μοχθηρές, εξουσιάζοντας τους (συνήθως) αδύναμους συζύγους τους που κινούνται χλωμά και μένουν σε δεύτερο πλάνο. Όπως αναφέρει μια ξένη κριτική "Η Λουκρητία Βοργία και η Μάτα Χάρι δείχνουν προσκοπίνες μπροστά σ' αυτές τις δαιμονιώδεις γυναίκες που είναι ικανές για όλα".

Στο μυθιστόρημα βλέπουμε επίσης τις αλλαγές στην Βρετανική κοινωνική ζωή, τα τελευταία χρόνια, την εισβολή των Ρώσων μεγιστάνων του χρήματος, αδίστακτων ανθρώπων που κάνουν τα πάντα για να κατακτήσουν την κοινωνική θέση που ονειρεύονται, να εξουσιάσουν και να κυριαρχήσουν. Ο χαρακτήρας του Νικίτιν που εμφανίζεται μετά την μέση της ιστορίας και αποδεικνύεται καθοριστικός, πραγματικά τρομάζει με την βιαιότητα των ενεργειών του, περιπλέκοντας περισσότερο την ιστορία  χωρίς όμως αυτό να αποβαίνει (όπως θα περίμενε κανείς) σε βάρος της πλοκής.



Ο Ρέτζιναλντ Χιλ με αυτό του το μυθιστόρημα αποδεικνύεται ένας αυθεντικός μάστορας της πλοκής. Κρατάει τον αναγνώστη αγκιστρωμένο στο βιβλίο, καθώς όλα παίζουν ρόλο και δεν πρέπει να αφήνεις να σου ξεφεύγει τίποτα. Οι θεωρητικά άσχετες μεταξύ τους σελίδες του προλόγου έχουν όλο το ζουμί και πρέπει διαρκώς να ανατρέχεις σ' αυτές, καθώς εκεί βρίσκεται το κλειδί της ιστορίας και της προσωπικότητας του ήρωα και πρωταγωνιστή της αφήγησης. Τα παιχνίδια του μυαλού (mind games) που σκαρώνει ο ευφυής συγγραφέας είναι ατελείωτα και ξεφεύγουν από τις συνήθεις σπαζοκεφαλιές του είδους ενώ η σε στυλ Λε Καρέ έναρξη της ιστορίας με τις Μυστικές Υπηρεσίες που δείχνει άσχετη, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη πλοκή απαραίτητη για την κατανόηση της ιστορίας, το δε μαύρο χιούμορ που διαπερνάει το βιβλίο είναι άλλο ένα στοιχείο που το καθιστά ακαταμάχητο.

Ο Γουλφ Χάντα είναι ένας σύγχρονος “Κόμης Μοντεχρήστος” και όσοι στην παιδική ή νεανική τους ηλικία λάτρεψαν τον συγκεκριμένο ήρωα, θα εκστασιασθούν με τον ατίθασο και πανούργο Γουλφ Χάντα που δημιούργησε ο συγγραφέας (δυστυχώς λίγο προτού πεθάνει, οπότε δεν είχαμε μια συνέχεια των περιπετειών του). Ο "Ξυλοκόπος" είναι ένα υπέροχο βιβλίο που παρακαλάς να μη τελειώσει, απολαμβάνεις μέχρι και την τελευταία του λέξη, χαρίζοντας ξεκάθαρη λογοτεχνική απόλαυση.

Βαθμολογία 86 / 100



 
Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2018 | Permalink
"Η Μετάφραση" και "Ο Κρυφός Ναός"
Με δύο εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία θα ασχοληθεί σήμερα το blog. Βιβλία από δύο εκδοτικούς οίκους, από αυτούς που θεωρούνται μικροί και οι οποίοι κάνουν εξαιρετική δουλειά (κυρίως στην μεταφρασμένη λογοτεχνία) χαρίζοντας μας πολύ ενδιαφέροντα κείμενα. Το πρώτο βιβλίο είναι η έξοχη νουβέλα "Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ" (La Traduccion"), του πολύ καλού Αργεντίνου συγγραφέα Pablo De Santis (Μπουένος Άιρες,1963) - (εκδόσεις Angelus Novus, μετάφρ. Κρ.Ηλιόπουλος, σελ. 179) και το δεύτερο βιβλίο είναι η πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων "Ο ΚΡΥΦΟΣ ΝΑΟΣ και άλλα διηγήματα" του κλασσικού Τούρκου συγγραφέα Omer Seyfettin ((Γκενέν 1884 - Κων/λη 1920) - (εκδόσεις Ροές, μετάφρ. Ε.Σακκαλή, σελ. 183).


Στην “ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ” την υπέροχη νουβέλα του Pablo De Santis, γνωστού στη χώρα μας από το εξαιρετικό μυθιστόρημα “Μαύρη φιλολογία” που εκδόθηκε πριν αρκετά χρόνια από τις εκδόσεις Opera, έχουμε μια χαρακτηριστική νοτιοαμερικάνικη ιστορία μυστηρίου.

Ο ήρωας και αφηγητής, μεταφραστής Μιγκέλ ντε Μπλαστ, σαραντάρης και παντρεμένος, ελαφρώς μονόχνωτος, όχι και ιδιαίτερα γνωστός προσκαλείται σε ένα συνέδριο μεταφραστών σε μια παραλιακή πόλη που έχει το περίεργο όνομα, Πουέρτο Σφίγγα. Γνωρίζοντας ότι είναι καλεσμένη και η Άννα, μια γυναίκα με την οποία είχε μια έντονη ερωτική σχέση προ δεκαπενταετίας (και με την οποία είχε χαθεί πλέον) αποδέχεται την πρόσκληση, παρ' ότι ήξερε ότι καλεσμένος είναι και ο Ναούμ, άνθρωπος για τον οποίον τον εγκατέλειψε, πολύ γνωστός μεταφραστής, που ο Ντε Μπλαστ θαύμαζε αλλά και απεχθανόταν.

Από την αρχή τα πράγματα εμφανίζονται λίγο περίεργα. Η πόλη είναι άδεια σαν έρημη, ο φάρος δεν ανάβει ποτέ, αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν, το ξενοδοχείο είναι ημιτελές παρουσιάζοντας ένα θέαμα γκροτέσκο και εφιαλτικό. Οι προσκεκλημένοι μεταφραστές αντιπροσωπεύουν όλα τα είδη του λόγου, οι σύνεδροι-ομιλητές είναι ελαφρώς βαριεστημένοι αλλά από την επόμενη ημέρα, στην κοντινή ακτή ξεβράζονται πτώματα θαλάσσιων λεόντων και κάποιοι από τους μεταφραστές βρίσκονται νεκροί σε διάφορα σημεία του ξενοδοχείου. Είναι φόνοι ή αυτοκτονίες; Όλοι είναι ύποπτοι, ακόμα κι ο αφηγητής που δείχνει όμως να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον “ανταγωνιστή” του, τον Ναούμ και την Άννα παρά για το μυστήριο των θανάτων. Η παρατηρητικότητα σε κάποιες εισηγήσεις και σε ορισμένα γλωσσικά προβλήματα θα δώσει τη λύση σε αυτήν την παράξενη ιστορία που έχει ως κεντρικό σημείο της, την “γλώσσα του Αχέροντα” και τα μυστήρια της.

Έτσι κι αλλιώς πρωταγωνιστής σε αυτό το αινιγματικό και ιδιόμορφο βιβλίο, είναι η μετάφραση και η γλώσσα, με τις αμφισημίες της και την ατελείωτη γοητεία. Πως κατασκευάζεται μια γλώσσα, πως ομιλείται, τα στάδια διαμόρφωσής της, η αναζήτηση των λέξεων και των προτάσεων, τα βάσανα και οι δυσκολίες της μετάφρασης και η “απαίτηση” για την τέλεια γλώσσα. Τα ερωτήματα αυτά προκύπτουν συνεχώς μέσα από τις συζητήσεις στο συνέδριο και το νουάρ στοιχείο μπορεί να είναι στην επιφάνεια, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γλωσσικό παιχνίδι και οι ιστορίες που υπερκαλύπτουν η μία την άλλη στη νουβέλα του Ντε Σάντις.

Η ατμόσφαιρα του βιβλίου σε υποβάλλει, ενώ όλα παίζουν ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής (κτίρια, θαυμάσιοι διάλογοι, υπονοούμενα και ιστορίες του παρελθόντος). Ύπάρχει πολύς Μπόρχες, πολύς Μπιόυ Κασάρες σε αυτή την εξαιρετική νουβέλα . Ο συγγραφέας χειρίζεται ιδανικά, τα mind games που ανακύπτουν συνεχώς όπως και τις ανθρώπινες σχέσεις με τα όριά τους. “Η Μετάφραση” είναι ένα υπέροχο νουάρ, με πολλές βιβλιοφιλικές και διακειμενικές αναφορές που θυμίζει το “Συνέδριο Λογοτεχνίας” του Cesar Aira, και προκαλεί συνεχώς τον αναγνώστη.

“Το αληθινό πρόβλημα ενός μεταφραστή – είπε στο τέλος – δεν είναι η απόσταση ανάμεσα στις γλώσσες ή στους κόσμους, δεν είναι η αργκό ούτε η απροσδιοριστία της μουσικής. Το αληθινό πρόβλημα είναι η σιωπή μιας γλώσσας – και δεν θα μπω στον κόπο να επιτεθώ στους ηλίθιους που νομίζουν ότι ένα κείμενο αξίζει περισσότερο όσο πιο ευάλωτο είναι και όσο πιο δύσκολο να μεταφραστεί, σε όσους πιστεύουν ότι τα βιβλία είναι αντικείμενα από κρύσταλλο  -, διότι όλα τα υπόλοιπα μπορούν να μεταφραστούν, όχι όμως ο τρόπος με τον οποίο σωπαίνει ένα έργο. Σ' αυτό – είπε – η μετάφραση είναι αδύνατη.”

Βαθμολογία: 83 / 100

__________________________________________________________

Ο Τούρκος συγγραφέας Omar Seyfetin είναι σχετικά άγνωστος στη χώρα μας, παρ' ότι στην Τουρκία θεωρείται κλασσικός και από τους εμβληματικότερους λογοτέχνες της γειτονικής χώρας. Η συλλογή 8 διηγημάτων του "Ο κρυφός ναός και άλλα διηγήματα", μας προσφέρει μια πανοραμική εικόνα των ιστοριών του και έτσι παίρνουμε μια γεύση από το έργο του καθώς τα διηγήματα καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα χρονολογικό αλλά και θεματικό.

Οι περισσότερες από τις ιστορίες του Σεϋφετίν φαίνονται απλές σε πρώτο επίπεδο καλύπτοντας σκηνές από την ζωή στην επαρχία, αναμνήσεις από το παρελθόν ενώ κάποιες έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία. 
Στον "Όρκο" περιγράφεται η ιστορία μιας παιδικής φιλίας με την χρήση του αίματος ως σφραγίδα αυτής, ενώ στην "Κληρονομιά" έχουμε ένα ηθικοπλαστικό μήνυμα για την απληστία με μια συνειδησιακή πάλη που τονίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής. Στα σατιρικά και απολαυστικά "Ψηλά τακούνια", ο συγγραφέας περιγράφει τις ταξικές διαφορές, τις μικροαπάτες που μπορούν να συμβαίνουν μέσα σε ένα πλούσιο σπίτι χάρη στην αφέλεια των νεόπλουτων κυριών και στα "Μια ευχή για τους βατράχους" και "Ένα αλλιώτικο βασανιστήριο" τονίζει το θέμα της βαθιάς πίστης σε αντιπαράθεση με τους σύγχρονους επιστημονικούς τρόπους και ως ένα πανίσχυρο όπλο στα χέρια κάποιων. Το διήγημα "Το καφτάνι με τα ροζ μαργαριτάρια" είναι μεν, ένα υπέροχο παραμύθι που τονίζει τον ηρωισμό και την υπερηφάνεια του Τουρκικού λαού, από την άλλη είναι ιδιαίτερα εθνικιστικό δείγμα της ιδεολογίας του Τούρκου συγγραφέα που ήθελε να τονίσει την διαφορετικότητα του Τούρκου που αποτινάσσει το φαύλο (Οθωμανικό) παρελθόν και στην διαμόρφωση μιας εθνικής συνείδησης.

Μεγάλη ποιοτική διαφορά από τα υπόλοιπα διηγήματα έχουν οι άλλες 2 ιστορίες που συμπληρώνουν την συλλογή. Το ομώνυμο διήγημα "Ο Κρυφός ναός" που δίνει τον τίτλο του στο βιβλίο, γραμμένο το 1919, είναι μια θαυμάσια ιστορία, όπου η αντίθεση Ανατολής και Δύσης τονίζεται με χιούμορ, όπως και η υποκειμενική και εν πολλοίς διαστρεβλωμένη εικόνα που έχουν οι Δυτικοί για την σύγχρονη Τουρκία. Το διήγημα "Η Βόμβα" (που κυκλοφορεί και σε αυτόνομη έκδοση από το "Ροδακιό" σε μετάφρ. του Δ.Χουλιαράκη) που γράφτηκε το 1911, είναι το μεγαλύτερο σε έκταση (30 σελ.) και είναι εκπληκτικό ξεχωρίζοντας αισθητά από τα υπόλοιπα της συλλογής. Είναι μια ιδιαίτερα σκληρή ιστορία με πολύ δραματικό τέλος, που εκτυλίσσεται (όπως και το "Ένα αλλιώτικο βασανιστήριο") στην Βουλγαρία και τονίζει την δράση των επαναστατικών ομάδων εναντίον των μουσουλμανικών στοιχείων της περιοχής λίγο πριν την απελευθέρωση της χώρας από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Όνειρα που διαψεύδονται, η αγάπη σε επικίνδυνους καιρούς και ατμόσφαιρα βίας και φρίκης σε ένα διήγημα που συγκλονίζει με την δύναμή του.

"Τότε, κάποια βράδια, στο σπιτάκι μας, και με το παιδί μας να παίζει δίπλα μας, σίγουροι για την περιουσία και την τιμή μας, εκεί που δε θα το περιμένουμε θα 'ρχεται στο μυαλό μας η Μακεδονία, η χώρα των ανθρωποφάγων. Θα περνούν μπροστά απ' τα μάτια μας οι μέρες μας στα βρόμικα στεγνά σοκάκια, οι κακομοιριασμένοι γυμνοί άνθρωποι...τα ατέλειωτα χιόνια τα λεκιασμένα με αίμα, οι μαύροι, κοφτεροί, φρικτοί μπαλτάδες και, στο τέλος, τα μαύρα φοβερά Βαλκάνια! Θα σηκώνεται η τρίχα μας κι εσύ πάλι, όπως και τώρα, θα χώνεσαι στην αγκαλιά μου. Θα σβήνω από τα μάτια σου με τα φιλιά μου τους εφιάλτες από αυτή τη βρομερή, τρισάθλια Μακεδονία..."

Όπως γράφει και η μεταφράστρια Ελένη Σακαλή στο επίμετρό της, "Τα διηγήματα του Ομέρ Σεϋφετίν στηρίζονται σε ένα απλό σχέδιο με τρία συστατικά στοιχεία: το άτομο, τον περίγυρο και το γεγονός. Η ιστορία αναπτύσσεται τμηματικά. Αρχικά παρουσιάζει το θέμα, στη συνέχεια εισάγει μια περιπλοκή του θέματος για να αφυπνίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ακολουθεί η λύση της περιπλοκής, το τέλος, που συχνά είναι αναπάντεχο και τραγικό."



Ο Σεϋφετίν καλό είναι να διαβαστεί με γνώμονα την χρονική περίοδο που έγραψε τις ιστορίες του. Βρέθηκε στην μεταβατική περίοδο της αλλαγής της Τουρκίας και της διαμόρφωσης μιας εθνικής συνείδησης. Η Οθωμανική αυτοκρατορία βρίσκεται στα τελευταία της στάδια και το κίνημα των Νεότουρκων προβάλλει ως η λύση. Παρά τις αρχικές προσδοκίες και την σοσιαλιστική και κοσμοπολίτικη ιδεολογία των αρχικών εξαγγελιών, οι Νεότουρκοι εξελίχθηκαν σε ένα άκρως εθνικιστικό κίνημα δίνοντας έμφαση σε μια εθνική γλώσσα και συνείδηση. Ο Σεϋφετίν μπορεί να επηρεάστηκε πολύ στην τέχνη του από τους Δυτικούς συγγραφείς, να λάτρευε τον Όμηρο αλλά ήταν βαθιά εθνικιστής ιδεολόγος και παρά τις επιμέρους διαφορές του με τους ηγέτες των Νεότουρκων, ήταν στρατευμένος στον σκοπό της αναμόρφωσης του Τουρκικού κράτους.

Είναι εξαιρετικό το επίμετρο και οι σημειώσεις της μεταφράστριας Ελένης Σακαλή, η οποία απλά και κατανοητά βάζει τον αναγνώστη μέσα στην ατμόσφαιρα και στις συνθήκες που γράφτηκαν τα διηγήματα που απαρτίζουν τον μικρό τόμο. Το δε επίμετρο της (δεν είναι υπερβολικό να πω ότι) παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις ιστορίες τις ίδιες (εκτός της "Βομβας" και ίσως του "Κρυφού ναού"), δείγμα της δουλειάς σε βάθος (και με παράθεση τεράστιας βιβλιογραφίας στο τέλος), που έκανε με αφορμή αυτή την έκδοση.

Βαθμολογία: 75 / 100




 
Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018 | Permalink
Ρεαλιστική τριλογία
Ο Joaquim Maria Machado de Assis (Ρίο ντε Τζανέιρο 1839 – 1908) είναι ο σπουδαιότερος Βραζιλιάνος συγγραφέας, και ένας από τους ελάχιστους ιδιαίτερα γνωστούς στην παγκόσμια λογοτεχνία από αυτήν την τεράστια χώρα που είναι διάσημη για πολλά άλλα πράγματα, αλλά όχι για την πνευματική της συνεισφορά (που είναι μεγάλη). Με την άψογη και πολυαναμενόμενη έκδοση των τριών μυθιστορημάτων, που συγκροτούν την περίφημη “Ρεαλιστική τριλογία” του, δίνεται η ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να κατανοήσει όχι μόνο το έργο του μεγάλου Βραζιλιάνου (με το οποίο είναι σχετικά εξοικειωμένο από κάποια άλλα σημαντικά βιβλία του που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας), αλλά και την κοινωνία της χώρας σε έναν σημαντικό (για την ιστορία της) αιώνα, τον 19ο, διότι ο Machado de Assis έζησε και περιέγραψε την μετάβαση του Βραζιλιάνικου κράτους από φεουδαρχικό σε αστικό, και την μετάβαση στην δημοκρατική διακυβέρνηση που άλλαξε την χώρα.

Η “ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ” αποτελείται από τρία μυθιστορήματα, τις “ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΣ ΚΟΥΜΠΑΣ ("Memorias postumas de Bras Cumbas"), (273 σελίδες), τον “ΚΙΝΚΑΣ ΜΠΟΡΜΠΑ” ("Quincas Borba"), (357 σελίδες) και τον “ΔΟΝ ΚΑΣΜΟΥΡΟ” (“Dom Casmurro”), (301 σελίδες).
Τα μυθιστορήματα αυτά, συνιστούν μια χαλαρή ως προς την δομή της τριλογία και μπορούν να διαβαστούν αυτόνομα χωρίς πρόβλημα από τον αναγνώστη. Το βιβλίο εκτείνεται σε 1002 συνολικά σελίδες και ανήκει στην πολύτιμη λογοτεχνική σειρά “Orbis Literae” των εκδόσεων Gutenberg, σε μοναδική μετάφραση από την Μαρία Παπαδήμα.



Το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας, το εξαιρετικό “Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας”, (που είχε εκδοθεί παλαιότερα με τίτλο "Επιτάφιος για ένα μικρό νικητή") εντυπωσιάζει με τον μοντερνισμό της γραφής του, την πρωτοτυπία και το ύφος του, καθώς είναι ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπου ένας νεκρός αφηγείται τις περιπέτειες της ζωής του από τον τάφο του (θυμίζοντας το αυτοβιογραφικό και αμετάφραστο στα ελληνικά αριστούργημα του Σατωμπριάν “Mémoires d'outre-tombe” (“Απομνημονεύματα πέραν του τάφου”).
Έχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση που δεν ακολουθεί ευθύγραμμα την ιστορία του κεντρικού ήρωα, ο οποίος είναι εν πολλοίς αναξιόπιστος, αντιφατικός και πολύ ιδιόρρυθμος. Ερωτευμένος παράφορα με την Βιρζίλια, η οποία είναι παντρεμένη με άλλον, πάντα φευγάτη και ποτέ ολοκληρωτικά δική του, περιγράφει σκηνές από τον βίο του, σχολιάζει την επικαιρότητα της εποχής, την κοινωνική ζωή του Ρίο ντε Τζανέιρο, τα ήθη της εποχής, τις κοινωνικές σχέσεις, την πολιτική επικαιρότητα.  Σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα διαδραματίζει ο παράφρων Κίνκας Μπόρμπα (ο οποίος θα δώσει τον τίτλο στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας) με την φιλοσοφία που έχει αναπτύξει και πρσβεύει, την Humanitas” (“Ουμανιτισμός). Μια θεωρία που υποστηρίζει ότι όλα είναι αρμονικά στον κόσμο, όταν υπηρετούν τον άνθρωπο: το καλό και το κακό, το μίσος και η αγάπη, ο πόνος και η χαρά όλα έχουν το αντιστάθμισμά τους και συντελούν  στην "συμπαντική αρμονία". Ειρωνικό και γεμάτο με μαύρο χιούμορ, το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί μια ακτινογραφία της εποχής ενώ ο ομώνυμος ήρωας αποτελεί έναν μεγαλειώδη λογοτεχνικό χαρακτήρα αντιφατικό ο οποίος διαρκώς εκπλήσσει τον αναγνώστη.

“Το συμπέρασμα (...) είναι ότι η κοινή γνώμη είναι ένα καλό συγκολλητικό υλικό για τους οικογενειακούς θεσμούς. Μπορεί να εμβαθύνω περισσότερο σ' αυτή τη σκέψη πριν από το τέλος του βιβλίου· αλλά μπορεί και να την αφήσω και ως έχει. Οπωσδήποτε η κοινή γνώμη είναι ένα καλό συγκολλητικό υλικό σε οικογενειακό ή πολιτικό πλαίσιο. Ορισμένοι υποχόνδριοι μεταφυσικοί φτάνουν μέχρι την ακραία άποψη να την θεωρούν ως απλό προϊόν ανθρώπων μέτριων κι επιπόλαιων· αλλά είναι προφανές πως ακόμα κι αν μιά τόσο ακραία άποψη δεν εμπεριείχε την αναίρεσή της, αρκεί να λάβουμε υπόψη μας τις σωτήριες συνέπειες της κοινής γνώμης για να συμπεράνουμε ότι είναι το εκλεπτυσμένο έργο των πλέον εκλεκτών ανθρώπων, δηλαδή τού μεγαλυτέρου αριθμού εξ αυτών.”

Το δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο, “Κίνκας Μπόρμπα” είναι εμφανώς κατώτερο από τα άλλα δύο με ένα παιχνιδιάρικο τρικ που ξαφνιάζει. Ο ήρωας του αφηγήματος του Ντε Ασίς δεν είναι αυτός που αναγράφεται στον τίτλο, διότι ο Κίνκας Μπόρμπα, ένας παρανοϊκός τύπος με μια δικιά του φιλοσοφία (τον Ουμανισμό), και ο οποίος είχε έντονη παρουσία στο πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας (όπως είδαμε παραπάνω), πεθαίνει στις πρώτες σελίδες. Τον κληρονομεί ο Ρουμπιάο, πιστός φίλος του που τον περιποιήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η κληρονομιά έχει όμως μια παράμετρο, το αδέσποτο σκυλί του Κίνκας Μπόρμπα που φέρει το όνομά του, θα πρέπει να είναι συνεχώς υπό την προστασία του  Ρουμπιάο. Ο Ρουμπιάο από τη μια μέρα στην άλλη γίνεται πάμπλουτος, μετακομίζει στο Ρίο ντε Τζανέιρο από το χωριό που ζούσε μέχρι τότε και γνωρίζεται με ένα νεαρό ζευγάρι, τον Κριστιάνο και την όμορφη Σοφία, την οποία ερωτεύεται με πάθος. Τα όσα ακολουθούν είναι προβλέψιμα, η Σοφία τον δουλεύει και ο Κριστιάνο τον εκμεταλλεύεται δεόντως ξεζουμίζοντάς τον και εισάγοντάς τον σε κοινές επιχειρηματικές κινήσεις. Ο Ρουμπιάο θα αλλοτριωθεί, θα ολισθήσει προς την σχιζοφρένεια. Τριτοπρόσωπη αφήγηση με πολύ χιούμορ και φινέτσα, ειρωνεία και σαρκασμό, ενώ υπάρχει κι εδώ έντονο το κοινωνικό σχόλιο . Ο Ντε Ασσίς περιγράφει εξαιρετικά το ζευγάρι των αριβιστών Κριστιάνο και Σοφίας, το κλίμα της εποχής, τα πολιτικά αλισβερίσια, τα ερωτικά παιχνίδια.

«Το Καθαρτήριο είναι ένα ενεχυροδανειστήριο που δανείζει βάζοντας ενέχυρο όλες τις αρετές, με υψηλό τόκο και μικρές προθεσμίες»



Το τρίτο μυθιστόρημα ο αριστουργηματικός “Δον Κασμούρο”, είναι το καλύτερο της τριλογίας και θεωρείται το σημαντικότερο έργο του Βραζιλιάνου δημιουργού. Το μυθιστόρημα έχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση και αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Μπεντίνιο που του έχουν δώσει το προσωνύμιο “Δον Κασμούρο” που σημαίνει “ο αμίλητος, ο μονόχνωτος, ο πεισματάρης”. Το βιβλίο που έχει τη δομή ενός μυθιστορήματος “μαθητείας”, αφηγείται τον έρωτα μεταξύ του Μπεντίνιο και της Καπιτού που μεγαλώνουν σε διπλανά σπίτια και παρ' ότι βρίσκονται σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις (εκείνος από μεγαλοαστική και πολύ εύπορη οικογένεια, εκείνη κόρη υπαλλήλου μικροαστού), ερωτεύονται από την εφηβεία τους και παντρεύονται. Όμως η έντονη ζήλεια του Μπεντίνιο βλέποντας την στενή φιλία του καλύτερου του φίλου Εσκομπάρ με την σύζυγό του, μετατρέπεται σε παραλογισμό διακρίνοντας στο παιδί του χαρακτηριστικά του φίλου του. Οι υποψίες αρχίζουν να γίνονται εντονότερες όσο περνάει ο χρόνος, με την Καπιτού να κρατάει μια διφορούμενη στάση. Ο Ντε Ασσίς εμπνεόμενος από τον Σαιξπηρικό Οθέλο, παίζει συνεχώς με το δισυπόστατο, την αμφιβολία και την αμφισημία ενώ η αινιγματική Καπιτού, συγκλονίζει τον αναγνώστη κάνοντάς τον να αισθάνεται συνεχώς μετέωρος. Δεν υπάρχουν βεβαιότητες, ούτε αλήθειες σ'αυτό το μοναδικό μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες σχέσεις, το οποίο προκαλεί τον αναγνώστη να επιλύει διαρκώς γρίφους, να σκέπτεται και να είναι διαρκώς σε εγρήγορση.

“Ο Πρίαμος θεωρείται ο δυστυχέστερος των ανθρώπων, διότι πρέπει να φιλήσει το χέρι που σκότωσε τον γιο του. Ο Όμηρος μάς το εξιστορεί, κι είναι ένας καλός συγγραφέας, αν και το διηγείται σε στίχους, ωστόσο υπάρχουν ακριβείς διηγήσεις και σε στίχους, και μάλιστα σε κακούς στίχους. Σύγκρινε, αναγνώστη, την κατάσταση του Πρίαμου με τη δική μου· μόλις είχα εγκωμιάσει τις αρετές του ανδρός, ο οποίος, νεκρός, έχε δεχτεί αυτό το βλέμμα...Είναι αδύνατον ένας Όμηρος να μην είχε επωφεληθεί από μια κατάσταση σαν τη δική μου για να βρει μια καλύτερη λύση, ή τουλάχιστον την ίδια. Και μην πεις ότι οι Όμηροι μας λείπουν, για τους λόγους που επικαλείται ο Καμόενς· όχι αγαπητέ μου, μας λείπουν, είν' αλήθεια, αλλά επειδή οι Πρίαμοι αναζητούν τη σκιά και την ησυχία. Τα δάκρυά τους, αν έχουν, τα σκουπίζουν πίσω απ' την πόρτα, ώστε τα πρόσωπά τους να εμφανίζονται φωτεινά και γαλήνια· οι ομιλίες τους εκφράζουν περισσότερο τη χαρά παρά τη μελαγχολία, κι όλα συμβαίνουν σαν να μην είχε σκοτώσει ο Αχιλλέας τον Έκτορα.”



Η “Ρεαλιστική τριλογία”, παρ' ότι συντίθεται από τρία μυθιστορήματα γραμμένα σε διαφορετικούς χρόνους, από το 1881 έως το 1899, και τα οποία φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, παραδόξως αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο διότι παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία και αποτελούν μια τοιχογραφία της Βραζιλιάνικης κοινωνίας του τελευταίου μισού του 19ου αιώνα. Η δράση εστιάζεται στο Ρίο ντε Τζανέιρο με τις έντονες κοινωνικές του ανισότητες, μια μεγαλούπολη που αλλάζει όπως αλλάζει όλη η χώρα και τα γεγονότα που αφηγείται ο Ντε Ασσίς και τα οποία καλύπτουν το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, δείχνουν μια Βραζιλία που μετατρέπεται σε αστική, δημοκρατική κοινωνία. Τα τρία αυτά μυθιστορήματα είναι ένα συνεχές σχόλιο της θρησκείας, του ρατσισμού, της δημοκρατίας, του κοινωνικού αναρριχητισμού .

Η αφήγηση στον Ντε Ασσίς είναι μη γραμμική, πολλές φορές αποσπασματική, ενώ η διακειμενικότητα είναι διαρκής, με πολλές αναφορές σε Ευρωπαίους συγγραφείς, κυρίως στον Σαίξπηρ (με πιο έντονη στον “Δον Κασμούρο”) αλλά και σε Γάλλους (Σατωμπριάν και Ξαβιέ ντε Μεστρ). Η μεγάλη αφηγηματική δεινότητα του Βραζιλιάνου συγγραφέα υλοποιείται με ύφος λιτό και ελλειπτικό, απλό φαινομενικά αλλά ιδιαίτερα μεστό και ουσιώδες. Η υπαινικτικότητά του στο πρώτο και στο τρίτο μυθιστόρημα είναι ένα στοιχείο που τον φέρνει εγγύτερα στους Αγγλοσάξονες μεγάλους δημιουργούς, αλλά ο Ντε Ασσίς με ένα παιχνιδιάρικο, καθαρά Λατινοαμερικάνικο τρόπο, προκαλεί διαρκώς τον αναγνώστη σε ένα λογοτεχνικό μπρα-ντε-φερ βάζοντάς του γρίφους, ερωτήματα, προκαλώντας τον σε ενεργό συμμετοχή στα δρώμενα.

Ο αδιέξοδος και απαγορευμένος έρωτας κυριαρχεί στα βιβλία της τριλογίας, κυρίως στα δύο πρώτα είναι ιδιαίτερα έντονο αυτό το στοιχείο. Οι αφηγητές των δύο πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων (“Μεταθανάτιες αναμνήσεις...” και “Δον Κασμούρο”) είναι εντελώς αναξιόπιστοι, πέφτουν συνεχώς σε αντιφάσεις τονίζοντας το δισυπόστατο της ιστορίας, ενώ, οι γυναίκες (και των τριών ιστοριών) είναι αινιγματικές, δεν ξέρει ποτέ κανείς τι σκέφτονται, τι θα πράξουν στην επόμενη κίνησή τους και η γραφή του μεγάλου Βραζιλιάνου πιο ώριμη από ποτέ θα μεγαλουργήσει στην μορφή της (ιδιαίτερα ερωτεύσιμης και ποθητής) Καπιτού, η οποία με την σιωπή και την υπερηφάνειά της θα αναδυθεί σε μέγιστη και εμβληματική γυναικεία προσωπικότητα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τα τρία μυθιστορήματα (τα οποία έχουν μεταφερθεί αρκετές φορές στην μεγάλη και στη μικρή οθόνη), που συνθέτουν την “Ρεαλιστική Τριλογία” δεν είναι όλα στο ίδιο ποιοτικό επίπεδο. Ξεχωρίζει βέβαια, το τρίτο ο “Δον Κασμούρο”, χωρίς όμως τα υπόλοιπα να υστερούν κατά πολύ, αποτελούν όμως ένα ενιαίο σύνολο της “ρεαλιστικής περιόδου” του συγγραφέα.
Είναι πολύ σπουδαίο βιβλίο η “Ρεαλιστική τριλογία” και αποτελεί αναγνωστική εμπειρία, στην δε απόλαυση των τριών μυθιστορημάτων συντελεί η εκπληκτική δουλειά της ικανότατης μεταφράστριας Μαρίας Παπαδήμα με το εξαιρετικό της επίμετρο και τις κατατοπιστικότατες σημειώσεις που βοηθούν τον αναγνώστη.

Βαθμολογία βιβλίου: 84

Επί μέρους βαθμολογίες:
ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΣ ΚΟΥΜΠΑΣ : 85
ΚΙΝΚΑΣ ΜΠΟΡΜΠΑ: 79
ΔΟΝ ΚΑΣΜΟΥΡΟ: 88


 
Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2018 | Permalink
Η συμμορία των εραστών
Είναι γεγονός ότι, ο Ιταλός Massimo Carlotto (Πάντοβα,1956) είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων συγγραφέας. Σχετικά γνωστός στη χώρα μας, αφού αρκετά του μυθιστορήματα έχουν εκδοθεί στα ελληνικά ενώ είχε δώσει και μια πολύ ωραία συνέντευξη, στον Ανταίο Χρυσοστομίδη (ο οποίος του είχε αδυναμία) στις Κεραίες της εποχής μας (δεύτερο τόμο)”, γενικώς ο Καρλότο δεν είναι κάποιος τυχαίος τύπος ή ένας αστυνομικός συγγραφέας που περνάει απαρατήρητος. Μέλος στα νιάτα του της τρομιιοκρατικής οργάνωσης Λότα κοντίνουα”, φυλακίστηκε για φόνο, πήρε χάρη, διέφυγε στο εξωτερικό και μετά την επιστροφή του στην Ιταλία, καταδικάστηκε ξανά για να ξεμπλέξει οριστικά στα μέσα της δεκαετίας του '90 από τότε περίπου που άρχισε να δημοσιεύει τις πολύ επιτυχημένες νουάρ ιστορίες του. Είναι ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με πολιτικό υπόβαθρο (το είδος που ονομάζεται "polar"). Ο ήρωάς του, ο “Αλιγάτορας”, κατά κόσμο Μάρκο Μπουράτι, είναι ένας παράνομος ντετέκτιβ που συνήθως επιλύει τις υποθέσεις του με τρόπους που κινούνται στα όρια της νομιμότητας.

Στο μυθιστόρημα “Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ” (“La Banda degli amanti”), (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Δ.Δότση, σελ. 323), έχουμε μια κλασσική ιστορία του Αλιγάτορα, ως συνήθως με τόνο μελαγχολικό και με σημάδια (μεγάλης) κόπωσης· τα χρόνια δεν βαραίνουν μόνο τις δικές μας πλάτες, αλλά και των χάρτινων ηρώων. Στην ιστορία που πλάθει ο Καρλότο, ο Μάρκο Μπουράτι βρίσκεται στην Σαρδηνία εμφανώς στα όρια της κατάθλιψης, μετά από μια επιχείρηση στην οποία έλαβε μέρος στην Γαλλία και η οποία παρά την επιτυχή της κατάληξη, έφερε ως αποτέλεσμα την αυτοκτονία μιας καλής του φίλης μπροστά στα μάτια του. Συγκλονισμένος από το γεγονός αυτό, ο Μπουράτι έχει αποφασίσει να “συνταξιοδοτηθεί” επιτέλους απολαμβάνοντας το ποτό του και προσπαθώντας να συμμαζέψει τα κομμάτια του.

“Στον κόσμο μας ο καθένας ήταν ελεύθερος ακόμα και να βάλει τέλος στην ύπαρξή του και ποτέ κανείς δεν θα αξίωνε το δικαίωμα να υψώσει τη φωνή του για να εκφράσει τη διαφωνία του. Οι επιλογές μας έπρεπε να γίνονται σεβαστές ακόμα κι αν έκαναν την καρδιά και το μυαλό να ματώνουν. Γι' αυτό ήταν θεμιτό το να ανακοινώσει κάποιος τη δολοφονία του και να φύγει περιτριγυρισμένος από τους φίλους του, γιατί δεν υπήρχει τίποτα χειρότερο από το να λες αντίο μέσα στη μοναξιά και την κρυψίνοια, από φόβο μην καταλήξεις σε κάποια κλινική Οι παράνομες καρδιές μας ήταν τόσο μεγάλες που μπορούσαν και όφειλαν να το δεχτούν."

Η επίσκεψη όμως μιας αριστοκρατικής κυρίας, και το ενδιαφέρον μιας (φαινομενικά) κοινότοπης ιστορίας μαζί με το τεράστιο οικονομικό δέλεαρ θα τον επαναφέρει στην πίστα. Η Οριάνα Πότσι-Βιτάλι σύζυγος ενός πάμπλουτου Ελβετού επιχειρηματία, είχε μια παράνομη ερωτική σχέση με τον καθηγητή Γκουίντο ντι Λέλο. Νεότερός της κατά δέκα χρόνια, ο τριανταπεντάχρονος πανεπιστημιακός, χαμηλότονος διανοούμενος, ζούσε με την αρραβωνιαστικιά του στην Ρώμη. Η Πάντοβα θα γίνει η πόλη των ερωτικών τους συναντήσεων γιατί, στην περιοχή του Βένετο είχε η Οριάνα κάποιες δουλειές. Επιστρατεύοντας έναν περίπλοκο μηχανισμό ασφαλείας για να μείνει κρυφή η σχέση τους, η Οριάνα αγόρασε ένα κομψό διαμέρισμα στο ιστορικό κέντρο της Πάντοβα, χωρίς όμως να δώσει κλειδί στον Γκουίντο για να μην υπάρξει το παραμικρό κενό στην ασφάλειά τους. Παρά τις προφυλάξεις, μια ωραία ημέρα, μια φωνή από το κινητό του Γκουίντο, την ενημερώνει ότι ο εραστής της έχει απαχθεί και τα λύτρα που απαιτούνται για την απελευθέρωσή του, ήταν κάποια πανάκριβα κοσμήματά της (αξίας αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ), ούτε μετρητά, ούτε τίποτα άλλο. Η Οριάνα αρνείται και επιμένει στην άρνησή της παρά τα επίμονα τηλεφωνήματα. Ο Γκουίντο δεν ξαναδίνει σημεία ζωής και είναι επισήμως αγνοούμενος. Μόνο η Οριάνα γνωρίζει ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής, η αστυνομία παρά τις έρευνες όπως και η αρραβωνιαστικιά του είναι στο σκοτάδι, η δε Οριάνα έχει φροντίσει να ξεφορτωθεί το κινητό που χρησιμοποιούσε και από τότε ζει με τις τύψεις και τις ενοχές της.

Θα ζητήσει την βοήθεια του Μπουράτι, για να λυθεί επιτέλους το μυστήριο. Τι ακριβώς έχει γίνει, ήταν αναμεμιγμένος ο Γκουίντο στην υπόθεση εκβιασμού; Ποιός τους είχε παρακολουθήσει και πως ήξερε; Απέκλειε εξαρχής τον σύζυγό της, εκείνος δεν θα το συζητούσε και θα την έδιωχνε κατευθείαν, άρα ποιος ήταν; Ο Μπουράτι διστακτικός στην αρχή, μετά από μεγάλη κουβέντα μαζί της, δέχεται την ανάθεση, ξεκαθαρίζοντάς της ότι ο Γκουίντο είναι μάλλον νεκρός και να μην τον περιμένει. Πηγαίνει στην Πάντοβα και με την βοήθεια ενός συνεργάτη του από τα παλιά και ενός αστυνομικού από την τοπική αστυνομία προσπαθούν να βρουν άκρη. Η ιστορία όμως έχει πολλές προεκτάσεις και στο κάδρο σύντομα θα μπει ένας παλιός γνώριμος του Αλιγάτορα, ο Τζόρτζιο Πελεγκρίνι, πανέξυπνος και ικανότατος εγκληματίας που θέλει να ελέγχει τους πάντες και τα πάντα, και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα.


"Εμένα με ενδιέφεραν τα ζευγάρια που είχαν να κρύψουν όχι "κάτι" αλλά "τα πάντα". Αυτά τα ζευγάρια που μόλις τα ανακαλύψεις θα χάσουν ό,τι έχουν και δεν έχουν, αυτά τα ζευγάρια που με τίποτα δεν θα άντεχαν κάτι τέτοιο. Ήταν δύσκολο να τα εντοπίσεις και στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν χαμένος χρόνος. Τα παρακολουθούσα, μάζευα πληροφορίες και μετά έψαχνα να βρω πως θα μπω στις ζωές τους με την αβρότητα μεσαιωνικού κοντοτιέρου που κατακτά ένα κάστρο."

Ενδιαφέροντες χαρακτήρες (ο Μπουράτι στον ρόλο του σταυροφόρου εκδικητή κι ο Πελεγκρίνι στον ρόλο του μοχθηρού και διεστραμμένου ψυχάκια, είναι στέρεοι και δομημένοι ως γνήσιοι λογοτεχνικοί ήρωες), ωραία ιστορία, καλός ρυθμός, μελαγχολική διάθεση (κι ένα βιολάκι να παίζει συνεχώς στο βάθος), απογοητευτικό το φινάλε, αλλά η γενικότερη αίσθηση είναι ότι, η “Συμμορία των εραστών” είναι ένα πολύ ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα.
Διακρίνεται βέβαια μια αμφιταλάντευση του συγγραφέα ως προς του που θα πέσει το κύριο βάρος στην ιστορία που αφηγείται, καθώς απλώνεται η δράση σε πολλούς τομείς, άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο ενδιαφέροντες. Είναι όμως πανέξυπνος ο Καρλότο και ξέρει να κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση τονώνοντας συνεχώς το ενδιαφέρον του με στοιχεία από εδώ κι από εκεί, εναλλάσσοντας δε το αφηγηματικό βάρος από τον ένα αφηγητή στον άλλον (Μπουριάτι - Πελεγκρίνι), έτσι ώστε η ιστορία του να αποκτήσει βάθος και περιεχόμενο.

Το πολιτικό σχόλιο είναι ένα κεντρικό σημείο στην ιστορία. Διεφθαρμένοι πολιτικοί, η Ιταλία σε οικονομική κρίση, οι άνθρωποι να κάνουν τα πάντα για λίγα χρήματα παραπάνω, η επίδειξη των πλουσίων σε πανάκριβα ρεστωράν και η αφέλεια των ερωτευμένων. Κοσμοπολιτισμός, ωραία εστιατόρια, πανάκριβα φαγητά – σε όλα τα μυθιστόρηματα του Καρλότο λιγώνεσαι με τις περιγραφές τους.
Το έγκλημα δεν είναι πια όπως παλιά, απλώνεται σε πολλούς τομείς και ο Αλιγάτορας νιώθει λίγο εκτός, και πολύ κουρασμένος, όπως άλλωστε και ο δημιουργός του, που μάλλον δεν είναι στα καλύτερά του. Παραμένει όμως ένας συγγραφέας που γράφει όμορφα, πολύ ρεαλιστικά, που διαβάζεις τις καλοκουρδισμένες ιστορίες του μονορούφι, και περνάς μερικές ώρες, πολύ καλά, χωρίς παραπάνω απαιτήσεις.


Βαθμολογία 74/100


 
Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2018
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2018 | Permalink
Δόκτωρ Γκλας
“Όλοι μας θέλουμε να μας αγαπούν· εάν αυτό δεν γίνεται, τότε έστω ας μας θαυμάζουν· εάν κι αυτό δεν γίνεται, τότε να μας φοβούνται· εάν ούτε αυτό γίνεται, τότε να μας μισούν και να μας περιφρονούν. Θέλουμε οι άλλοι να νιώθουν κάτι για μάς. Η ψυχή μας τρέμει το κενό. Θέλει την επαφή, χωρίς να λογαριάζει το τίμημα.”

Ένα κλασσικό βιβλίο, ένα πραγματικό αριστούργημα. Αυτό είναι το “ΔΟΚΤΩΡ ΓΚΛΑΣ” (“Doctor Glas”), το σκοτεινό μυθιστόρημα του Σουηδού συγγραφέα Hjalmar Soderberg (Στοκχόλμη 1869 – Κοπεγχάγη 1941), που εκδόθηκε το 1905, θεωρείται ένα από τα πιο προκλητικά και εμβληματικά έργα της Σκανδιναβικής λογοτεχνίας, και κυκλοφόρησε επιτέλους στα ελληνικά από τις πάντα καλές εκδόσεις Printa / Ροές, σε μετάφραση και επίμετρο της Αγγ.Νάτση και της σπουδαίας Μ. Άτγουντ (250 σελ.).


Το μυθιστόρημα του Σέντερμπεργκ είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογίου και καλύπτει μια περίοδο τεσσάρων μηνών, ένα ζεστό (για τα Σουηδικά δεδομένα) καλοκαίρι, από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο. Ο ήρωας και αφηγητής είναι ο γιατρός Γκλας, ένας μονήρης και σχετικά δειλός άνθρωπος, αδιάφορος προς όλους, ψυχρός και απρόσιτος εξωτερικά, σχετικά επιτυχημένος στο επάγγελμά του, που αντιμετωπίζει τους ασθενείς του με ευγένεια και καρτερία αλλά που δείχνει κιόλας να πλήττει αφόρητα με τα προβλήματα που του εκθέτουν. Δεν έχει γνωρίσει τον σωματικό έρωτα παρότι έχει περάσει τα τριάντα, και θεωρεί τον εαυτό του εντελώς ακατάλληλο για το επάγγελμα που ασκεί, καθώς όπως λέει, δεν είναι ούτε φιλάνθρωπος, ούτε φιλόδοξος.

“Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα το πως είμαι, ούτε το περίβλημα ούτε το από μέσα. Όμως δεν θα ήθελα να είμαι κάποιος άλλος.”

Ο Γκλας βρίσκει πολλούς ανθρώπους αποκρουστικούς, για την ακρίβεια την πλειονότητα αυτών που συναντάει στο επάγγελμά του, αλλά κανέναν δεν αντιπαθεί τόσο πολύ όσο τον πάστορα Γκρεγκόριους, έναν 57άχρονο ιερέα ο οποίος έχει παντρευτεί μια όμορφη νεαρή γυναίκα και τον οποίον βλέπει σχετικά συχνά στον δρόμο ή στο ιατρείο του αφού τον επισκέπτεται για μικροπροβλήματα που αντιμετωπίζει. Μια μέρα όμως την πόρτα του ιατρείου διαβαίνει η σύζυγος του πάστορα, η Χέλγκα με ένα περίεργο αίτημα. Ζητάει από τον Γκλας να απαγορεύσει στον σύζυγό της να την πλησιάζει στο κοινό τους κρεβάτι, δηλώνοντάς την ασθενή με σοβαρό πρόβλημα. Του εξομολογείται ότι ο σύζυγός της, την αηδιάζει και η συχνή απαίτησή του για σεξ, την έχει καταβαραθρώσει και διαλύσει. Μετά όμως του λέει την αλήθεια, δεν θέλει να έχει καμία επαφή με τον Γκρεγκόριους γιατί έχει δεσμό με έναν άντρα και είναι πολύ ερωτευμένη μαζί του.

“Το να μπορείς να επιλέξεις σημαίνει να μπορείς να θυσιάσεις κάτι. Μα είναι
τόσο δύσκολο να θυσιάσεις κάτι.”

Ο Γκλας έλκεται από την ομορφιά της γυναίκας και η δεδομένη απέχθειά του προς τον σύζυγό της, συντελεί στο να συναινέσει αμέσως στο αίτημά της. Σύντομα ανακαλύπτει ποιος είναι ο εραστής της, ένας συνομήλικός της νέος με την φήμη του αριβίστα, που διακρίνεται για την κοσμική του ζωή και τις επιτυχίες του στον ερωτικό τομέα. Παρόλα αυτά ο Γκλας έχει ήδη ερωτευτεί την όμορφη (και στο μυαλό του αγνή και αθώα) Χέλγκα. Βλέποντας ότι ο πάστορας παρά τις προειδοποιήσεις του και τα μέτρα που κάποια στιγμή παίρνει λέγοντάς του, ότι πάσχει σοβαρά από την καρδιά του δεν πιάνουν, μια σκέψη στριφογυρίζει στο μυαλό του και του γίνεται εμμονή. Ο πάστορας πρέπει να φύγει από τη μέση με κάθε τρόπο και εκείνος, ο “ιππότης” δόκτωρ Γκλας θα σώσει την Χέλγκα από τον βασανιστή της. Δεν τον απασχολεί που την βλέπει να λιώνει για κάποιον άλλον, θεωρεί ότι κάποια στιγμή θα γίνει δική του, μόνο να φύγει ο απαίσιος Γκρεγκόριους από τη μέση.

“Θέση, φήμη, μέλλον. Λες και κάθε μέρα, και κάθε στιγμή ακόμα, δεν είμαι έτοιμος να τα μαζέψω όλα και να σαλπάρω με το πρώτο πλοίο που έρχεται φορτωμένο με μια πράξη.
Μια πραγματική πράξη”

Ο Γκλας βρίσκεται μπροστά σε ένα ηθικό δίλημμα. Έχει αφιερώσει τη ζωή του να σώζει ανθρώπους, να βοηθάει τον κόσμο και τώρα θεωρεί ότι το ηθικό είναι να απελευθερώσει μια γυναίκα από “τα δεσμά” της εφαρμόζοντας το αντίθετο από αυτό που οφείλει ως γιατρός να κάνει. Έχει αποφασίσει να απαλλάξει τον κόσμο από τον Γκρεγκόριους και ότι αυτός αντιπροσωπεύει. Στη σκέψη του αυτό είναι το ηθικό, το σωστό και αδιαφορεί για τις συνέπειες, εξάλλου γνωρίζει ότι μπορεί να το κάνει χωρίς να τον υποπτευθούν, λίγη τύχη χρειάζεται και η κατάλληλη στιγμή.

Το μυθιστόρημα είναι πραγματικά εκπληκτικό. Τις σελίδες που είναι γεμάτες λυρισμό, τις διαδέχονται σελίδες με βαρύ ψυχολογικό βάρος αλλά και σελίδες γεμάτες φιλοσοφικά διλήμματα. Οι ήρωες του Σέντερμπεργκ είναι ολοζώντανοι και η αμεσότητα της γραφής, τους φέρνει δίπλα στον αναγνώστη, τον κάνει να συμπάσχει μαζί τους. Οι χαρακτήρες του βιβλίου βαδίζουν συνεχώς πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, καλοί και ταυτόχρονα κακοί, προσπαθούν να ζήσουν μέσα σε ένα κόσμο με αυστηρές και καθορισμένες προδιαγραφές που τους περιορίζουν να κινούνται εντός των στερεοτύπων. Ο Γκλας είναι καλός και κακός ταυτόχρονα, είναι εντός αλλά και εκτός των τεκταινομένων, σαν τον Ξένο του Καμύ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μεταφράστρια στο έξοχο επίμετρό της.

“...Και εκείνη τη στιγμή ξεχύθηκε από την ορχήστρα το εναρκτήριο μουσικό μοτίβο: “Ποτέ δεν πρέπει να ρωτήσεις!” Και με φαντάστηκα μέσα σε αυτή τη μυστικιστική συνέχεια των λέξεων και οι πέντε αυτές λέξεις μού αποκάλυψαν μια πανάρχαια και μυστική σοφία “Ποτέ δεν πρέπει να ρωτήσεις!” Ποτέ μη φθάσεις στο βυθό του θέματος που σε απασχολεί: γιατί τότε θα καταλήξεις εσύ ο ίδιος στον πάτο της θάλασσας. Μην ψάχνεις την αλήθεια: γιατί δεν θα τη βρεις, και θα χάσεις τον εαυτό σου. “Ποτέ δεν πρέπει να ρωτήσεις!” Το ποσό της αλήθειας που σου αναλογεί, το παίρνεις ούτως ή άλλως. Είναι βέβαια ανακατεμένο με ψευδαισθήσεις και ψέμματα, αλλά με αυτό τον τρόπο προστατεύεται η υγεία σου, αν δεν ήταν νοθευμένο ίσως να σου έκαιγε τα σωθικά. Προσπάθησε να μην ξεπλύνεις το ψέμα από την ψυχή σου, δεν μπορείς να φανταστείς το μέγεθος των συνεπειών, θα χάσεις τον εαυτό σου και όλα όσα αγαπάς. “Ποτέ δεν πρέπει να ρωτήσεις!”.”


Εξαιρετικό ψυχογράφημα, τολμηρό για την εποχή του μυθιστόρημα (που προκάλεσε σκάνδαλο και αντιδράσεις), το οποίο μιλάει για τις εκτρώσεις, την ευθανασία με τρόπο μοντέρνο και ανατρεπτικό με έναν ήρωα που είναι από τη μια απρόσωπος και ψυχρός και από την άλλη ρομαντικός (με ένα νοσηρό ρομαντισμό που θυμίζει ήρωες περασμένων αιώνων), "ιδανικός κι ανάξιος εραστής". 
Τι είναι τελικά ο Δόκτωρ Γκλας; Ψυχάκιας; Δειλός και κρυψίνους προβληματικός; Ψυχρός δολοφόνος; Ένας διαφορετικός Ρσκόλνικωφ; Ένας άνθρωπος που προσπαθεί να σκοτώσει τον “πατέρα” που αντιπροσωπεύει ο πάστορας Γκρεγκόριους (όπως πολύ ωραία περιγράφει η Μ.Άτγουντ στο επίμετρο του βιβλίου); Το τέλος του μυθιστορήματος ανοιχτό σε ερμηνείες (όπως άλλωστε όλο το βιβλίο) προϋποθέτει ενέργειες του ήρωα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ενδεχόμενη αυτοκτονία του· ο συγγραφέας δεν δίνει απαντήσεις για τίποτα, απλά θέτει ερωτήματα με καταιγιστικό ρυθμό.

Το στοχαστικό μυθιστόρημα του Σέντερμπεργκ σε στοιχειώνει, σε κυνηγάει, σε αιχμαλωτίζει. Δεν το ξεπερνάς εύκολα, η δύναμή του είναι μεγάλη και τα ερωτήματα που θέτει ατελείωτα. Είναι ένα βιβλίο για αυτούς που “η ζωή περνάει από μπροστά” τους, για τους αδιέξοδους έρωτες, για τους εμμονικούς που κάποια στιγμή διαπιστώνουν ότι σπατάλησα τη ζωή τους για κάτι ανέφικτο, κάτι άπιαστο. Είναι ένα σπαρακτικό και ταυτόχρονα δαιμονικό βιβλίο, το οποίο έχει γνωρίσει αρκετές κινηματογραφικές μεταφορές με γνωστότερη (και μάλλον καλύτερη) την ταινία του 1968 σε σκηνοθεσία της (διασημότερης ως ηθοποιού) Μάε Ζέτερλινγκ.

“Από σκοτάδι σε σκοτάδι.
Ζωή, δεν σε καταλαβαίνω.”

Βαθμολογία 86 / 100