Τρίτη, Απριλίου 18, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 18, 2017 | Permalink
Γκαγκάριν, ο κόσμος από χαμηλά
Τι κοινό έχουν ο Γιούρι Γκαγκάριν με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη; Ο Μάνος Χατζηδάκις με την Τζούλια Αλεξανδράτου; Ο Γιάννης Φλωρινιώτης με τον Ανδρέα Εμπειρίκο; Ο Χάρρυ Κλυν με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο; Ο Κώστας Γκουζγκούνης και η Τίνα Σπάθη με τον Τέρυ Χρυσό; Αυτοί και άλλοι πολλοί είναι οι ήρωες/πρωταγωνιστές, πρωτεύοντες ή δευτερεύοντες, του ωραιότατου νέου βιβλίου του Πέτρου Τατσόπουλου (Ρέθυμνο Κρήτης, 1959), με τίτλο “ΓΚΑΓΚΑΡΙΝ, ο κόσμος από χαμηλά” (εκδόσεις Οξύ, σελ. 379).


Ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, είτε ως πολιτικός, είτε ως συγγραφέας. Μπορείς να πεις πολλά για τις πολιτικές παρεμβάσεις του, για τις δηλώσεις του, αλλά δε μπορεί κανείς να αμφιβάλλει για την αφηγηματική του άνεση (χάρισμα) που ήταν εμφανές (κυρίως) στις πρώτες του συγγραφικές απόπειρες. Στη νέα του λογοτεχνική εμφάνιση μετά από καιρό (μεσολάβησε ένα είδος memoir με τις εμπειρίες του από το κοινοβούλιο), ο Τατσόπουλος δοκιμάζει σε ένα είδος αυτό του “non-fiction novel” δηλαδή ενός είδους λογοτεχνίας χωρίς μυθοπλασία που κινείται στα όρια είτε του δοκιμίου, είτε του δημοσιογραφικού χρονικού, είτε της ιστορίας ανάλογα με την πρόθεση ή την ικανότητα του συγγραφέα, π.χ. non-fiction novel έγραφε κι ο Ζέμπαλντ, γράφει κι η Αλεξίεβιτς.

Στο “Γκαγκάριν” ο Τατσόπουλος μπορεί να μην αφηγείται την “ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας όπως δεν θα την διδαχτούμε ποτέ στα σχολεία” όπως αναγράφεται με πομπώδες ύφος στο οπισθόφυλλο (!), αλλά με ζωντάνια και γλαφυρότητα περιγράφει μια εποχή και ορισμένους ανθρώπους που την καθόρισαν.

Λαέ της τσόντας!” βροντοφώναξε ο Κώστας Γκουζγκούνης. “Λαέ του σουτιέν και της κιλότας!”


Ο αστροναύτης Γιούρι Γκαγκάριν, ο Μάνος Χατζηδάκις και η ομιλία του για το ρεμπέτικο που τράνταξε την αστική Αθήνα, το Τρίτο Πρόγραμμα υπό τον Μάνο Χατζηδάκι και η πρόκληση με τον Γιάννη Φλωρινιώτη που προκάλεσε θύελλα συζητήσεων και αντεγκλήσεων, ο Χάρρυ Κλυν και η μακρά καλλιτεχνική του πορεία γεμάτη αντιφάσεις, τα shows του Γιώργου Οικονομίδη και η σχέση του με τον Χάρρυ Κλυν, ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, τα συνοικιακά σινεμά Φοίβος και Αντινέα, τόποι μαζικής και λαϊκής απόλαυσης που για ένα διάστημα αποτέλεσαν τόπους συγκέντρωσης και εκτελέσεων κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου με εκατοντάδες ανθρώπους να έχουν περάσει από εκεί προτού μεταφερθούν κάπου αλλού ή χάσουν τη ζωή τους - ανάμεσά τους, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο έφηβος τότε, Μένης Κουμανταρέας - η Αντινέα που μετατρέπεται στο θρυλικό Γκαγκάριν 205, υπό την διεύθυνση του Νίκου Τριανταφυλλίδη, η διαδρομή του χώρου αυτού, τα Cult φεστιβάλ που διοργανώνονται κάθε χρόνο και οι πρωταγωνιστές του ελληνικού trash σινεμά, του ελληνικού ερωτικού / πορνογραφικού κινηματογράφου, ο Γκουζγκούνης, η "θρυλική" (της εφηβείας μας ηρωίδα) Τίνα Σπάθη, ή Άννα Φόνσου, αλλά και διάφοροι εκπρόσωποι της μουσικής trash σκηνής.
Αυτά είναι τα θέματα των 9 κεφαλαίων του βιβλίου του Τατσόπουλου, ο οποίος πραγματοποιεί μια πανοραμική επισκόπηση ορισμένων χαρακτηριστικών στιγμών της ελληνικής κοινωνίας των 6 τελευταίων δεκαετιών, άλλων σημαντικών, άλλων μάλλον ασήμαντων αλλά πάντως ενδεικτικών της νεοελληνικής ταυτότητας.

Υπάρχουν δύο μεγάλες διαφορές ανάμεσα στο ελληνικό οπτικοακουστικό cult και trash και το εισαγόμενο, από το οποίο προήλθαν και οι παραπάνω λέξεις στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Η πρώτη είναι πως, ενώ πρόκειται για δύο διαφορετικής επισήμανσης χαρακτηρισμούς με εκλεκτικές συγγένειες, το αντικείμενο λατρείας (cult) και το ατόφιο, επομένως και τεθλασμένα λατρεμένο σκουπίδι (trash), στην Ελλάδα ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα. Η δεύτερη είναι πως το cult-trash, στα ελληνικά δεδομένα, δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον  κανόνα. Από τη βαφτισμένη με το ζόρι χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά και τις φωσκολικές κουλαμάρες της Αλίκης μέχρι τις μαλακές τσόντες του Ευστρατιάδη τη δεκαετία του 70, τις σκληρές του Μπερτό στη δεκαετία του '80, τις παγέτες της Τέτας Ντούζου στα βιντεοκλάμπ και τα σημερινά τηλεοπτικά σήριαλ, η φτήνια, ο αθέλητος σουρεαλισμός, η αθώα άγνοια και η καταστρατήγηση κάθε κανόνα λογικής και αισθητικής ήταν το στίγμα μιας συνοικιακής ψυχαγωγικής βιοτεχνίας που καμώνεται πως είναι η ψυχοκόρη του μεγαλοβιομηχάνου. Με ποιο λογικό κριτήριο μπορεί κάποιος να προσδιορίσει μια κινηματογραφία στην οποία ένας από τους πλέον οικογενειακούς σκηνοθέτες, ο Απόστολος Τεγόπουλος της “Κλακ Φιλμς – ταινίες για όλη την οικογένεια” με τον Νίκο Ξανθόπουλο, διέπρεψε στη δεκαετία του '80 ως Τόλης Τρίκης της κακόφημης “Σειλινός Φιλμ”, με πάτσγουορκ σκληρές τσόντες όπως “Ελλάδα, η χώρα της τσόντας” και οι “Άγγελοι της διαστροφής”; Μόνο με αυτό του ευγενικού χαβαλέ και του νοσταλγικού κανιβαλισμού, απέναντι στο καθαγιασμένο ρετρό μιας εποχής που χωρίς να απέχει και τόσο όσο νομίζουμε από τη σύγχρονη στα εθνικά αισθητικά κριτήρια, φαίνεται στα σημερινά σκληραγωγημένα μάτια πολύ πιο αθώα όσον αφορά στην παραγωγή και την κατανάλωση των σκουπιδιών της.” Τάσος Θεοδωρόπουλος (κριτικός κινηματογράφου), στο περιοδικό Big Fish του Πρώτου Θέματος, Φεβρουάριος 2010


Συνεκτικός άξονας όλων αυτών, ο πρόωρα χαμένος σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης, ένας αντιφατικός και συγκρουσιακός χαρακτήρας, γιος του Χάρρυ Κλυν σε συνεχή διαμάχη (πολιτική αλλά και λόγω ισχυρών χαρακτήρων των δυο τους) με τον διάσημο πατέρα του, ποιητής και μεγάλος πότης, δημιουργός άνισων ως επί το πλείστον ταινιών,αλλά και μιας θαυμάσιας τηλεοπτικής έρευνας ("Τα στέκια"), μέγας λάτρης του cult αλλά και του trash, της υπερβολής και της λαϊκής αυθεντικότητας. Ο Τριανταφυλλίδης που θα κατανοήσει την μανία του νεοέλληνα για χαβαλέ και μπούγιο, για μελόδραμα και κιτς, της ισορροπίας μεταξύ ποίησης και μπαλαφάρας, τραγωδίας και θριάμβου.

Το βιβλίο είναι ωραίο και πολύ ενδιαφέρον, έχει δε νοσταλγική ματιά, κυρίως για όσους από εμάς θυμούνται τον Γιώργο Οικονομίδη και τους διαγωνισμούς νέων ταλέντων, την “άνοιξη” του Τρίτου με τον Χατζηδάκι, το περιστατικό με τον Φλωρινιώτη, τις τσόντες στα σινεμά, την λατρεία για τον Γκουζγκούνη. Η ευφυής δομή που επιλέγει ο συγγραφέας ξεκινώντας από την ιστορία του Γιούρι Γκαγκάριν και την επίσκεψή του στην Αθήνα το 1962 για να ολοκληρώσει κάνοντας ένα κύκλο στον χώρο εκδηλώσεων Γκαγκάριν 205, μπορεί να ξενίζει και να φαίνεται ότι οδηγεί σε αδιέξοδο αλλά η ιστορία της ασθένειας και του θανάτου του Νίκου Τριανταφυλλίδη προσδίδει ένα  ελεγειακό τόνο στην ιστορία που στο τέλος γίνεται συγκινητική.

Ο Τατσόπουλος φλυαρεί χωρίς να ενοχλεί, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει αφηγήσεις από τηλεοπτικές εκπομπές ή από το youtube, από εφημερίδες και περιοδικά, από συνεντεύξεις της εποχής. Ο προφορικός λόγος της αφήγησής του ρέει, καθώς το βιβλίο έχει καλοκουρδισμένο ρυθμό και ζωντάνια, που παρά τους πλατιασμούς και τις κάποιες επαναλήψεις, λειτουργεί πολύ καλά χαρίζοντας ώρες αναγνωστικής απόλαυσης και νοσταλγίας, αναπόλησης εποχών, όχι απαραίτητα ωραίων, σίγουρα συζητήσιμων όμως, που έχουν περάσει πια.