Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2017 | Permalink
Τα Κορίτσια
Ήμουν μικρό παιδί το καλοκαίρι του '69, όταν σοκαρισμένος (όπως όλη η υφήλιος) παρακολουθούσα στις εφημερίδες της εποχής (ναι, τα μικρά παιδιά διάβαζαν εφημερίδες τότε), ή στα τηλεοπτικά δελτία της κρατικής τηλεόρασης, τα γεγονότα της στυγερής δολοφονίας της Σάρον Τέιτ (συζύγου του Ρομάν Πολάνσκι) και μερικών φίλων τους που έτυχε να βρίσκονται στο σπίτι, από την σέκτα του Τσαρλς Μάνσον. Οι περιγραφές ήταν φρικιαστικές, η βία ήταν ασύλληπτη, το ίδιο το γεγονός χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη μου και αργότερα, μεγαλύτερος πλέον, διάβασα πολλά άρθρα, είδα ντοκιμαντέρ γύρω από αυτό. Η νεότατη Αμερικανίδα συγγραφέας Emma Cline (Καλιφόρνια,1989), εμπνέεται από την ιστορία της ομάδας του Τσαρλς Μάνσον, και πραγματοποιεί ένα θεαματικό και ιδιαίτερα επιτυχημένο ντεμπούτο στη λογοτεχνική σκηνή, με το θαυμάσιο μυθιστόρημά της, "ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ" ("The Girls"), (Εκδόσεις Ψυχογιός, (ωραία) μετάφρ. Ε.Τσιρώνη, σελ. 389).


"Κακόμοιρα κορίτσια. Ο κόσμος τα τρέφει με την υπόσχεση της αγάπης. Πόσο πολύ τη θέλουν, και πόσο λίγη θα πάρουν στη ζωή τους τα περισσότερα. Τα μελιστάλαχτα ποπ τραγούδια, τα φορέματα που περιγράφονται στους καταλόγους με λέξεις όπως "ηλιοβασίλεμα" και "Παρίσι". Και μετά τους αποστερούν τα όνειρα ξεριζώνοντάς τα με εκπληκτική βιαιότητα· το χέρι που ξηλώνει τα κουμπιά του μπλου τζιν, οι επιβάτες του λεωφορείου που αποστρέφουν το βλέμμα από τον άντρα που ωρύεται στη φιλενάδα του."

Το βιβλίο κορυφώνεται με μια βίαιη και παράλογη πράξη καθώς το αίμα τρέχει στο γρασίδι και στη πισίνα της πολυτελούς βίλας του Χόλιγουντ. Δύο γυναίκες σφαγμένες, ένα μικρό παιδί μαχαιρωμένο, ένας νεαρός άντρας νεκρός. Η Ίβι Μπόιντ θυμάται το γεγονός που σημάδεψε την εφηβεία της, τη ζωή της. Είναι μια μεσήλικας που ζει λάθρα, πηγαίνοντας από δω κι από κεί. Σχεδόν αόρατη. Οι μέρες της περνούν μοναχικά, φιλοξενούμενη στο σπίτι ενός πρώην κολλητού της. Η επίσκεψη του χαμένου στα ναρκωτικά γιού του και της φίλης του θα της θυμίσει τα δικά της νιάτα και θα κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν και σε αυτό το καλοκαίρι που καθόρισε τη ζωή της.

"Οι έφηβοι κατοικούν σ' έναν κρυμμένο κόσμο και αναδύονται απ' αυτόν σπάνια, μόνο όταν αναγκάζονται, εκπαιδεύοντας έτσι τους γονείς τους στην απουσία τους."

Η Ίβι Μπόιντ ήταν 14 χρονών, το καλοκαίρι του '69. Μια ευαίσθητη και μοναχική έφηβη που βαριόταν τις μακρόσυρτες και ζεστές ημέρες στην Καλιφόρνια. Οι γονείς της είχαν χωρίσει, εκείνη έμενε με τη μάνα της που είχε αρχίσει να βγαίνει τα βράδια προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοκ, της απιστίας του άντρα της (και πατέρα της Ίβι) και του έρωτά του για την νεαρά γραμματέα του. Η Ίβι είναι αδιάφορη για το τι συμβαίνει γύρω της, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες χτυπάνε τη πόρτα, και τα τρία περίεργα κορίτσια που βλέπει στο πάρκο να "γλιστράνε σαν αερικά" ανάμεσα στις παχουλές οικογένειες την έλκουν με ένα τρόπο μαγικό. Μια τυχαία στιγμή σε ένα σούπερ μάρκετ και η γνωριμία γίνεται με την Σούζαν, το μεγαλύτερο κορίτσι που είναι 19 χρονών. Τα υπόλοιπα είναι μια απλή διαδικασία, η Ίβι θα πάει στο ράντσο που μένουν και εκεί θα γνωρίσει σε "μια τελετή μύησης" τον αρχηγό και δημιουργό της σέκτας, τον Ράσελ Χάντρικ, έναν wannabe μουσικό, ο οποίος έχει την ικανότητα να γοητεύει όποιον συναναστρέφεται, με ειδίκευση στα νεαρά αποπροσανατολισμένα κορίτσια που ψάχνουν για τρυφερότητα και αγάπη.

Ο Ράσελ εναλλάσσει τις παρτενέρ του καθημερινά, γρατζουνάει την κιθάρα του και θεωρεί τον εαυτό του ένα μουσικό ταλέντο που προορίζεται να "λάμψει στη μουσική βιομηχανία", πιέζει δε τον Μιτς, έναν επιτυχημένο μουσικό παραγωγό να τον βάλει στο στούντιο ηχογράφησης, προσφέροντάς του τα κορίτσια του, μήπως μπορέσει να τον πείσει. Η Ίβι ακολουθεί χαλαρά τη ζωή στο ράντσο, μένοντας μερικές ημέρες εκεί, φεύγοντας και πηγαίνοντας στο σπίτι της τις υπόλοιπες. Καθώς είναι η μικρότερη δεν της δίνουν πολλή σημασία, ενώ εκείνη, γοητευμένη και σχεδόν ερωτευμένη με την Σούζαν, παρακολουθεί προσεκτικά κάθε κίνησή της, κάθε άγγιγμά της, αποτελεί ένα πρότυπο που θαυμάζει, χωρίς να φαντάζεται για αυτό που θα ακολουθήσει.

"Ήμουν δεκατεσσάρων εκείνο το καλοκαίρι. Η Σούζαν δεκαεννιά. Υπήρχε ένα θυμίαμα που έκαιγε καμιά φορά η ομάδα μας έκανε νυσταλέες και ενδοτικές. Η Σούζαν να διαβάζει φωναχτά από ένα παλιό τεύχος του Playboy. Οι αισχρές και φωτοβόλες πολαρόιντ που κρύβαμμε και ανταλλάσσαμε σαν κάρτες του μπέιζμπολ.
Ήξερα πόσο εύκολα θα μπορούσε να συμβεί το παρελθόν ανά χείρας, όπως το αθέλητο νοητικό ολίσθημα μιας οπτικής ψευδαίσθησης. Ο τόνος μιας μέρας συσχετισμένος με κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο: Το σιφόν φουλάρι της μητέρας μου, την υγρασία μιας κομμένης κολοκύθας. Ορισμένα σχήματα που έφτιαχνε η σκιά. Ακόμα και η λάμψη του ήλιου στην οροφή ενός άσπρου αυτοκινήτου μπορούσε να σηκώσει μέσα μου ένα στιγμιαίο, θνησιγενές κύμα, επιτρέποντας μια φλούδα επιστροφής. Είχα δει παλιά περλέ κραγιόν της Yardley - τώρα τίποτα παραπάνω από κηρώδη θρύμματα - να πουλιούνται για εκατό δολάρια στο internet. Έτσι ώστε οι γυναίκες που είχαν μεγαλώσει να μπορέσουν να οσμιστούν ξανά εκείνη τη χημική λουλουδάτη πνιγηρότητα. Τόσο πολύ το ήθελαν οι άνθρωποι - να ξέρουν ότι η ζωή τους είχε συμβεί, ότι το άτομο που ήταν κάποτε εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους."


Στο ύφος της πρωτοεμφανιζόμενης Κλάιν, σε κερδίζει η αμεσότητα και η σχεδόν εξομολογητική αναπαράσταση των γεγονότων. Η Ίβι θυμάται χωρίς να μετανιώνει, αποστασιοποιημένη πλέον, είναι μια άλλη. Εκείνο που απασχολεί την συγγραφέα είναι η εφηβεία, το γιατί αυτά τα κορίτσια γοητεύονταν από "απατεώνες" σαν τον Ράσελ, πως φτάνουν σε φρικαλέες ενέργειες χωρίς να κουνήσουν ούτε το βλέφαρό τους, χωρίς να διστάσουν ούτε στιγμή. Τι είναι εκείνο που ψάχνουν...

Το βιβλίο δεν αναπαριστά τη σφαγή της Σάρον Τέιτ, εμπνέεται από αυτούς τους φόνους και ουσιαστικά μιλάει για το πριν, για τη διαδικασία μύησης και εθελούσιας τύφλωσης και υπακοής. Ο χαρακτήρας της Σούζαν, μιας εξαιρετικής μυθιστορηματικής προσωπικότητας προβάλλει στο προσκήνιο της αφήγησης της συγγραφέως, ερωτική και αινιγματική, βίαιη και τρυφερή, μπερδεμένη και ταυτόχρονα αποφασιστική είναι η ηρωίδα του βιβλίου· δολοφόνος και ερωμένη, σφαγέας και σωτήρας.

Μπορεί να λείπει η ένταση από το μυθιστόρημα της Κλάιν, αλλά η συγγραφέας επιτυγχάνει απόλυτα τη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας και είναι εντυπωσιακή η κατασκευή της ιστορίας η οποία ξεκινάει χαλαρά και κορυφώνεται με τις δραματικές στιγμές του φινάλε. Δουλεμένη γραφή που δείχνει ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο και ένα βιβλίο που κυριολεκτικά δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.


 
Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017 | Permalink
Ο Τσάρος της Αγάπης και της Τέκνο
“...δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που διαβάζουν τόσο πολύ.”

Με μια σύνθετη και ιδιαίτερα φιλόδοξη τοιχογραφία, επανέρχεται ο εξαιρετικός νέος Αμερικανός συγγραφέας, Anthony Marra (1984, Washington D.C.) στο δεύτερο βιβλίο του, που έχει τον περίεργο τίτλο “Ο ΤΣΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΚΝΟ” (“The Tsar of Love and Techno”), (Εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Αχ. Κυριακίδη, σελ. 368). Σπονδυλωτό μυθιστόρημα ή συλλογή διηγημάτων; Το ερώτημα είναι καθαρά επουσιώδες και ρητορικό, καθώς οι εννέα ιστορίες-διηγήματα του βιβλίου, σχηματίζουν κάτι σαν μυθιστόρημα, εισερχόμενες η μία μέσα στην άλλη, συνδεδεμένες η μια με την άλλη.


Όπως και στο πρώτο μυθιστόρημα του Marra, το έξοχο Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων”, το λογοτεχνικό σύμπαν δεν αλλάζει ιδιαίτερα. Υπάρχει και εδώ η Τσετσενία, οι πολλοί χαρακτήρες, η ανθρωπιά που ξεχειλίζει από τις σελίδες του βιβλίου, τα ιστορικά γεγονότα που εκτυλίσσονται και καθορίζουν τις μοίρες των ανυποψίαστων ανθρώπων που γεννήθηκαν σε λάθος τόπο την λάθος στιγμή. Εάν ο “Αστερισμός” όμως, εκτυλίσσονταν σε 5 ημέρες, ο “Τσάρος” ακολουθεί μια διαδρομή 70 χρόνων, από το Σταλινικό καθεστώς της προπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης, μέχρι τη Ρωσία του 21ου αιώνα∙ μπορεί να είναι τυπικά μερικές δεκάδες χρόνια, αλλά ουσιαστικά φαίνονται σαν να περνάνε αιώνες.

“Ερ.: Γιατί ήθελες να ναρκοθετήσεις το τρανό σοσιαλιστικό μέλλον;
 Απ.: Γιατί το μέλλον είναι το ψέμα με το οποίο δικαιώνουμε την κτηνωδία του παρόντος.”

Τις ιστορίες διατρέχουν αντικείμενα, και κάποια πρόσωπα σε μια αλληλοδιαδοχή μαγευτικών εικόνων, εξαίσιων δημιουργικών στιγμών, αλησμόνητων χαρακτήρων που διαγράφονται στη μνήμη του αναγνώστη.

Ένας βουκολικός πίνακας του 1843 του Τσετσένου ζωγράφου του 19ου αιώνα Πιοτρ Ζαχάροφ-Τσετσένιετς, στον οποίο απεικονίζεται ένα λιβάδι με ένα λοφάκι και ένα μαντρότοιχο πίσω από ένα σπίτι, ένα πηγάδι κι ένα βοτανόκηπος, θα είναι ένας από τους συνεκτικούς κρίκους των ιστοριών που πλάθει ο Μάρα. Ο άνδρας, ο Ρομάν Μάρκιν, που θα τον αλλοιώσει οριστικά είναι ένας “διορθωτής” στην εποχή του Στάλιν, ο οποίος θα “εκδικηθεί” το καθεστώς για τον θάνατο του αδερφού του, βάζοντας τη μορφή του νεκρού, σε κάθε φωτογραφία, σε κάθε πίνακα που “πειράζει” σβήνοντας και εισάγοντας μορφές.
Μια κασέτα που δίνεται στον Κόλια όταν αυτός φεύγει από το σπίτι, από τον αδερφό του Αλεξέι, κι εκείνος θα την κουβαλάει μαζί του μέχρι τη τελευταία του στιγμή, μια κασέτα που θα προσδώσει τη δομή στο βιβλίο, χωρίζοντας το σε δύο μέρη, με ένα διάλειμμα ενδιάμεσα.
Ο Αλεξέι που δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, συνεχώς να τριγυρίζει, να μπερδεύει, να μπερδεύεται – κάτι που δεν θα κάνει η Γκαλίνα εγγονή μιας διάσημης μπαλαρίνας που είχε εξορισθεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάπου στη Σιβηρία.
Η μπαλαρίνα άθελά της θα γίνει η αφορμή για να συλληφθεί ο “διορθωτής” Ρομάν Μάρκιν της πρώτης ιστορίας, και η εγγονή της η Γκαλίνα σε ένα ευφυέστατο ειρωνικό εύρημα του συγγραφέα, θα στεφτεί “Βασίλισσα της ομορφιάς” στη Σιβηρία, θα παντρευτεί τον Κόλια και θα τον ξεχάσει πολύ γρήγορα, υποκύπτοντας στη πολιορκία ενός μαφιόζου της περιοχής, που, θα ανέβει γρήγορα στην οικονομική ελίτ η οποία, καθορίζει τις τύχες της χώρας, η δε Γκαλίνα θα λησμονήσει την κακομοιριά του χωριού της, γνωρίζοντας κάποια επιτυχία ως ηθοποιός σε ταινίες πληρωμένες από τον καλό της, για να επιστρέψει σ' αυτό μόλις αρχίζει να γίνεται δυσάρεστη στον ολιγάρχη.
Ο Κόλια που δεν θα ξεχάσει ποτέ τη Γκαλίνα, δουλεύοντας για μαφιόζους, σκοτώνοντας χωρίς δισταγμό, θα πέσει θύμα της μοίρας χωρίς να ακούσει ποτέ τη κασέτα, ενώ η Βέρα που κάρφωσε τη μάνα της στις Σοβιετικές αρχές ως “εχθρό του λαού” θα βιώσει την τραγωδία στα στερνά της, καθώς η κόρη της Λύντια γυρίζοντας από τις Η.Π.Α. όπου είχε πάει να παντρευτεί, θα εκτελεσθεί εν ψυχρώ από τους μαφιόζους που εξυπηρετούσε η μάνα της προσφέροντας το φτωχικό της διαμέρισμα για κάλυψη, ώστε να μπορέσει να τα βγάλει πέρα.

Οι ήρωες του βιβλίου εμφανίζονται, χάνονται, επανεμφανίζονται σε διαφορετικές στιγμές της ζωής τους μέσα από τις ιστορίες. Ο συγγραφέας λειτουργεί ως χορογράφος σ' αυτόν το χορό, σ' αυτό το μπαλέτο ιστοριών και προσώπων που λειτουργούν ως χορευτές πάνω στη σκηνή. Οι εννέα ιστορίες μπορούν να διαβαστούν αυτόνομα, αλλά έτσι θα χάσουν τη συνοχή τους, την γοητεία τους.

“ “Τι ζητάς;”
“Τι ερώτηση είναι αυτή;”
“Μιλάω σοβαρά, Αλεξέι. Το προσδόκιμο ζωής ενός άνδρα από το Κίροφσκ είναι πόσο; Σαράντα; Πενήντα χρόνια; Έχεις ήδη κάψει τα μισά. Τι ζητάς απ' τα υπόλοιπα;”
“Να μνημονεύουν τ' αποφθέγματά μου.”
“Τι;”
Τα μάγουλά μου είχαν πυρώσει τόσο πολύ, που θα μπορούσα να λιώσω το ακουστικό. “Σπουδάζω φιλολογία και δεν μ' αρέσει καν να διαβάζω. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι βιβλία. Θέλω να πω...γιατί να διαβάσεις ένα βιβλίο όταν μπορείς να συμπυκνώσεις το νόημα σε μια ζουμερή γραμμούλα; Μ' αρέσουν οι παροιμίες, τα κουλουράκια της τύχης, τα μικρά αποστάγματα σοφίας. Αλλά πρέπει να' σαι διάσημος ή να' χεις ανέβει στο Έβερεστ ή κι εγώ δεν ξέρω τι για να πάρουν σοβαρά τους αφορισμούς σου.”
“Θέλεις να γίνεις επαγγελματίας αφορισματογράφος;”
“Ναι.”
“Σύνελθε Αλεξέι. Πάντα ήσουν τόσο πολύ γλυκό παιδί, αλλά δεν είσαι πια παιδί. Πήγαινε στην Τσετσενία. Πήγαινε κάπου. Κάνε κάτι.”
Η μετατροπή του θα μπορούσα να κάνω με το έκανα είναι η γραμματική της ενηλικίωσης.”

Ο Διονύσης Μαρίνος στην κριτική του, χαρακτηρίζει το βιβλίο “συναισθηματικό roller-coaster, ο Νίκος Δαββέτας στο δικό του κείμενο, ως “γαϊτανάκι τραγικών προσώπων”. Θα μπορούσε να υπάρχει σύγχυση στον αναγνώστη από τα πολλά πρόσωπα, τους πολλούς χαρακτήρες – ο Marra όμως ευφυώς ανακατεύει συνεχώς την τράπουλα μοιράζοντας τους ρόλους, καθορίζοντας τον συγκινησιακό ρυθμό, τη φόρτιση των συναισθημάτων, εναλλάσσοντας το δράμα με την ειρωνεία, εισχωρώντας το χιούμορ ακόμα και στις πιο ακραίες καταστάσεις, προσθέτοντας πινελιές σουρεαλισμού μέσα σε άκρως ρεαλιστικά στιγμιότυπα.

Οι εικόνες που περιγράφονται στο “μυθιστόρημα” αυτό, είναι ολοζώντανες και η ατμόσφαιρα άλλοτε πνιγηρή (όπως στην πρώτη ιστορία), άλλοτε γκροτέσκα, άλλοτε πολύ κυνική και ρεαλιστική, είναι αφοπλιστική και συμβάλλει στην απόλαυση της ανάγνωσης αυτού του υπέροχου βιβλίου.

Σχεδόν ισάξιο του “Αστερισμού...”, χωρίς να το ξεπερνάει, ο “Τσάρος...” είναι μια συλλογή ιστοριών – μια εντυπωσιακή τοιχογραφία, που σε κερδίζει με την ανθρωπιά, τη συμπόνια, το ιδιοφυές παιχνίδι του πλαστού με το αυθεντικό, την ρευστότητα της συλλογικής μνήμης, την εξουσία που απλά αλλάζει χρώματα και προσωπεία, το μαύρο χιούμορ, τη λογοτεχνική μαγεία που αποπνέει. Ο Marra, ξεπερνώντας τον ύφαλο του δεύτερου βιβλίου με απόλυτη επιτυχία, επιβεβαιώνει το ταλέντο του, και υπόσχεται μεγάλα πράγματα για το μέλλον.

“Χρειάζεται όλη η κρατική εξουσία για να διαγράψει ένα πρόσωπο, αλλά μόνο το σφάλμα ενός ατόμου – αν έτσι λένε τώρα τη μνήμη – για να το διασώσει.”




 
Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2017 | Permalink
Δύο πρωτοεμφανιζόμενοι
Για δύο βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων θα μιλήσω παρακάτω. Δύο βιβλία που ξεχώρισαν με το ύφος τους (τελείως διαφορετικά μεταξύ τους) και οι συγγραφείς τους, δίνουν πολλές ελπίδες για το μέλλον. Ο “ΙΑΚΩΒΟΣ”, πρώτη συγγραφική απόπειρα του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου (Αθήνα,1974), ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να ανήκει στη λογοτεχνία του Παράλογου ή του Φανταστικού και το ανατρεπτικό και αντισυμβατικό “ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΓΡΑΨΩ ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ” του/της Π.Ένιγουεϊ, μια συλλογή “διηγημάτων”, “κειμένων”, μικροϊστοριών, ελαφρώς “σαλταρισμένων” και παιγνιωδώς καίριων σε πολλά σημεία.

Ο “Ιάκωβος” (εκδ. Αντίποδες, σελ.201) ακολουθώντας ένα παλιό και κλασσικό τρικ της παγκόσμιας λογοτεχνίας ξεκινάει με μια πρόταση που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προκαλεί και εντυπωσιάζει:
Κάποιο πρωινό ένας άντρας ξύπνησε μέσα στο αυτοκίνητό του δίχως να ξέρει πως είχε βρεθεί εκεί”.
Κάποιος κακεντρεχής θα μπορούσε να πει, ότι το ενδιαφέρον της ιστορίας που αφηγείται ο συγγραφέας, εξαντλείται εκεί· σ' αυτή την πρώτη πρόταση. Δεν είναι έτσι όμως.
Ο ανώνυμος (που θα παραμείνει έτσι) άντρας εν μέσω μιας καταιγίδας που ξεσπάει, βρίσκει καταφύγιο σε έναν οικισμό που είναι σχετικά κοντά στο σημείο που παράτησε το αυτοκίνητο. Μια οικογένεια θα τον “φιλοξενήσει”. Πατριάρχης της τριμελούς οικογένειας, είναι ο Ιάκωβος, μια μορφή βγαλμένη από τα βάθη της ιστορίας, ένας χαρακτήρας γκροτέσκος και επιβλητικός, χωρίς ηλικία. Ο Ιάκωβος θα βάλει τον άντρα δίχως μνήμη, να δουλέψει (τρόπος του λέγειν – περισσότερο εργασία φυλακισμένου σε κάτεργο ασφαλείας θυμίζει) σε ένα χωράφι. Ο άντρας με τον καιρό θα γνωρίσει την ιδιότυπη ζωή της κοινότητας, τους βραδείς ρυθμούς της, κάποιους από τους κατοίκους σε μια ατμόσφαιρα αλλόκοτη και παράξενη.

Αργότερα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου του (ήταν μέρες ασέληνες), ο άντρας αισθάνθηκε όπως ένα κόκκαλο που του έχουν πάρει όλο το κρέας, έχουν γλείψει μέχρι και το τελευταίο λίπς, έχουν ρουφήξει το μεδούλι του και το έχουν πετάξει σ' έναν σκοτεινό λάκκο. Δίχως παρελθόν ήταν ανίκανος να προβλέψει  οτιδήποτε αφορούσε το μέλλον του, ενώ συγχρόνως δεν μπορούσε να συνδέσει το παρόν του με την προηγούμενη ζωή του, που ήταν σβησμένη από τη μνήμη του: ένας ερημότοπος, άδειος όσο το διάστημα, που δεν σαρωνόταν ούτε από το πιο αδύναμο αεράκι.”


Το μυθιστόρημα είναι πολύ εντυπωσιακό στην αρχή με την εφιαλτική “Καφκική” ατμόσφαιρα η οποία κλιμακώνεται, τον ωραίο λόγο, την ευφυή ανάπτυξη που θυμίζει κινηματογραφική ταινία, την δομή με τα 24 κεφάλαια, τις εικόνες που μένουν χαραγμένες στο μυαλό, τους συμβολισμούς και τις αρχέγονες καταστάσεις που παραπέμπουν σε αταβιστικές κοινωνίες, σε ένα δυστοπικό ταξίδι στο χωρόχρονο.
Αυτά είναι τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στο πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Χατζηνικολάου. Λείπει όμως η ανάπτυξη των χαρακτήρων που παραμένουν χάρτινοι (εκτός της μορφής του Ιάκωβου), σαν σκιές σε ένα εφιαλτικό σκηνικό - ακόμα κι ο ανώνυμος κεντρικός χαρακτήρας παραμένει σκοτεινός και ομιχλώδης, η απουσία πλοκής από ένα σημείο και μετά κουράζει διότι εύκολα αντιλαμβάνεσαι το αδιέξοδο της ιστορίας.
Κερδίζουν όμως τον αναγνώστη, το ύφος του συγγραφέα και η γλώσσα του καθώς και τα πολλά καλά στοιχεία του βιβλίου, το οποίο δείχνει δουλεμένο και πολύ προσεγμένο, τα οποία προδιαθέτουν για μια πολύ ενδιαφέρουσα πορεία στον λογοτεχνικό χώρο.

Σε άλλο μήκος κύματος και σε ένα διαφορετικό λογοτεχνικό πεδίο, κινείται η πρώτη συγγραφική προσπάθεια του/της Π.Ένιγουεϊ (εμφανώς ψευδωνύμου), με την συλλογή “Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα και άλλα διηγήματα” (εκδόσεις Θράκα, σελ.117)). Στην αρχή νομίζεις ότι κάποιος σου κάνει φάρσα με τις πρώτες σελίδες, μετά όμως καθώς αντιλαμβάνεσαι το ύφος και τη δομή του βιβλίου, το πράγμα “φωνάζει” ότι κάτι καλό γίνεται.

Έχοντας ως κεντρικό σημείο την μικροϊστορία με τίτλο “Φρέαρ”, που βραβεύτηκε στον διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού “Φρέαρ” τον Ιανουάριο του 2015, ξεδιπλώνεται ένα παιχνίδι λέξεων και προτάσεων, επαναλήψεων και αφορισμών, συνταγών και λογοτεχνικών τρικ που άλλοτε ξενίζουν τον αναγνώστη, άλλοτε τον θυμώνουν, άλλοτε τον γοητεύουν.

Φρέαρ”
“ “Σάντσο, έχω κουραστεί να περιφέρομαι άσκοπα σε αυτό το μυθιστόρημα”, και, καβάλα στον Ροσινάντη, ύψωσε τη λόγχη του και όρμησε με μανία προς τον Μιχαήλ Θερβάντες, όμως καταποντίστηκε σε ένα ξεσκέπαστο φρέαρ.”

Τον/την Ένιγουεϊ, απασχολούν ο συγγραφέας και ο αναγνώστης, οι πρώτες απόπειρες συγγραφής, το γιατί να γράφεις διηγήματα/βιβλία/λογοτεχνία, οι “κριτικές” βιβλίων, οι συγγραφείς που θεωρούνται κλασσικοί, οι λογοτεχνικές "συγγένειες", παίζει με τις λέξεις, τα λήματα στην Βικιπαίδεια, τους εκδοτικούς οίκους που πληρώνονται για να βγάλουν ένα βιβλίο (σε ένα ευρηματικό κείμενο-συνομιλία), τα σχολικά βιβλία του Δημοτικού και άλλα πολλά.

Κυρίως όμως ο/η συγγραφέας εμπαίζει τον εαυτό του, αυτοσαρκάζεται, αυτοειρωνεύεται, αυτογελοιοποιείται – δίνει στους λογοτεχνικούς ήρωες μορφή και ουσία σαν στρατιωτάκια που ζωντανεύουν και εκδικούνται το χέρι που τα κινεί.

“Ο Βίκτωρ Ουγκώ μ' εξαπάτησε!
“ “Ακίνητος Γιάννη Αγιάννη! Συλλαμβάνεσαι εν ονόματι του νόμου!”
“Δεν φταίω εγώ, κύριε επιθεωρητά! Ο Βίκτωρ Ουγκώ μ' εξαπάτησε! Μου έταξε ότι θα γίνω διάσημος!”
“Πιάστε τον!”
“Είμαι αθώος! Είμαι αθώος!”
“Αγάπη μου, έλα! Το φαγητό είναι έτοιμο. Ακόμα δεν βαρέθηκες μ' αυτό το μυθιστόρημα;” ”

Με εμφανείς επιρροές από  βιβλία της λατινομερικάνικης λογοτεχνίας (Κορτάσαρ, Μπιόι Κασάρες), τις ατάκες του Γούντι Άλλεν, τα βιβλία του Κωστάκη Ανάν και πηγαίνοντας πολύ πίσω έως το πικαρέσκο μυθιστόρημα του 18ου αιώνα, που παρουσιάζονται με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο “διήγημα” με τίτλο “Ευχαριστίες”, ο/η συγγραφέας γοητεύει ανακατεύοντας λογοτεχνικά είδη και σχολές σε ένα ξέφρενο και σαγηνευτικό ταξίδι χρωμάτων και λέξεων. Είναι ενδεικτικοί ορισμένοι τίτλοι “διηγημάτων” του βιβλίου:
“Πωλητήριο”,
“Γιατί να μη διαβάζουμε τους κλασσικούς”
“Η μαύρη κόρη”
“Επιρρήματα αυνανισμού”
“Έκθεση Δ' δημοτικού”
“Καθαρά Δευτέρα στην Πράγα”
“Ο εγωπαθείς μετριόφρων”
και άλλα

Τα κείμενα σε πρώτη ματιά δείχνουν ασύνδετα αλλά δεν είναι. Θα μπορούσε το βιβλίο να κατηγοριοποιηθεί ως μυθιστόρημα – το ίδιο θα ήταν βέβαια, διότι δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ευφυές παιχνίδι μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη ή μεταξύ συγγραφέα και συγγραφέα ή μεταξύ αναγνώστη και αναγνώστη. Δεν γνωρίζω αν θα ξαναγράψει διηγήματα/μυθιστορήματα ή κάποια άλλα κείμενα ο/η Ένιγουεϊ – ελπίζω τα παιδιά στο καλό blogmegalovysma.wordpress.com” να γνωρίζουν κάτι παραπάνω - , αλλά αυτό το πρώτο δείγμα γραφής είναι εξαιρετικό και πανέξυπνο.



Ελπιδοφόρα λοιπόν, μηνύματα από δύο συγγραφείς που φαίνονται να έχουν το δικό τους στίγμα, ελπίζω η προσπάθειά τους να συνεχιστεί και με τις νέες τους προσπάθειες να κάνουν ένα βήμα παραπάνω - θα περιμένω με ενδιαφέρον. Αξίζει να επισημανθεί ότι, οι δύο συγγραφείς, Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου και Π.Ένιγουεϊ (θα έσκασε από τα γέλια), ήταν υποψήφιοι (και μάλιστα στην short list) με τα βιβλία τους για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 2017, του ηλεκτρονικού περιοδικού “Αναγνώστης”.


 
Πέμπτη, Ιουνίου 08, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 08, 2017 | Permalink
Για τα πληγωμένα μας αδέρφια
Μια τραγική αληθινή ιστορία δίνει την αφορμή στον Γάλλο συγγραφέα που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Joseph Andras (1984, Νορμανδία) να πραγματοποιήσει ένα πολύ εντυπωσιακό ντεμπούτο στη λογοτεχνική σκηνή, με τη συγκλονιστική του νουβέλα “ΓΙΑ ΤΑ ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ ΜΑΣ ΑΔΕΡΦΙΑ” (“De nos freres blesses”), (Εκδ. 21ΟΥ, μετάφρ. Γ. Καράμπελας, σελ. 130), ένα βιβλίο το οποίο βραβεύθηκε με το σημαντικότατο βραβείο Γκονκούρ πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για το 2016, κάτι που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και το οποίο αρνήθηκε να παραλάβει ο συγγραφέας.

Στο θαυμάσιο βιβλίο του, ο Αντράς, αφηγείται την ιστορία του Φερνάν Ιβτόν, του μοναδικού Ευρωπαίου που εκτελέστηκε τον Φεβρουάριο του 1957, από την Γαλλική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Αλγερίας, κατηγορούμενος για τρομοκρατική ενέργεια. Ο συγγραφέας αναπαριστά με μυθιστορηματική μορφή, τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη και την εκτέλεση του εργάτη (τορναδόρου για την ακρίβεια) Ιβτόν, τις αντιδράσεις κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις φυλακές, τους βασανισμούς που υπέστη, την δίκη-παρωδία, και τέλος, τον απαγχονισμό του με γκιλοτίνα.

O Φερνάν Ιβτόν ήταν ένας κομμουνιστής εργάτης τριάντα ετών,γεννημένος στο Αλγέρι από αριστερούς γονείς, ο οποίος αναλαμβάνει, να τοποθετήσει μια βόμβα στο εργοστάσιο της εταιρίας αερίου όπου δούλευε. Κατ' αρχήν το σχέδιο προέβλεπε δύο βόμβες αλλά ο Ιβτόν αρνείται να παραλάβει τη δεύτερη, γιατί, δεν μπορούσε να την κουβαλήσει. Τοποθετεί τη βόμβα σε ένα άδειο και ερειπωμένο κτίριο στην άκρη του εργοστασίου (προς αποφυγήν αιματοκυλίσματος), αλλά προτού γίνει η έκρηξη, εκείνος συλλαμβάνεται και οδηγείται στις φυλακές της πόλης. Η βόμβα απενεργοποιείται και δεν υπάρχουν θύματα, ουσιαστικά λοιπόν η κατηγορία θα έπρεπε να είναι για απόπειρα δολιοφθοράς.

Ο Ιβτόν υφίσταται βασανιστήρια στην φυλακή, ξυλοκοπείται αγρίως, αναγκάζεται να “δώσει” κάποια ονόματα συντρόφων του. Η σύζυγός του Ελέν, μια Γαλλίδα Πολωνικής καταγωγής, με έναν γιο από τον προηγούμενο γάμο της,  η οποία αγνοούσε το γεγονός - όπως και την ενεργό συμμετοχή του Φερνάν σε τέτοιου είδους ενέργειες, φυλακίζεται κι εκείνη, αλλά σύντομα αφήνεται ελεύθερη, και συμπαραστέκεται όσο μπορεί στον Ιβτόν. Οι δικηγόροι είναι αισιόδοξοι για την έκβαση της υπόθεσης, αλλά η απόφαση του δικαστηρίου είναι καταδικαστική, κρίνεται ένοχος για μια σωρεία αδικημάτων και η θανατική ποινή αναγγέλλεται. Ακολουθούν μια σειρά από πολιτικές ενέργειες, με δραστηριοποίηση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, με γράμματα διανοούμενων όπως ο Σαρτρ, ο Καμύ, με διαβήματα προς την κυβέρνηση, τα ανώτερα στελέχη της οποίας, όπως ο Μιτεράν, βλέπουν το παράλογο της απόφασης αλλά δεν κάνουν τίποτα... Ο Ιβτόν, “πρέπει” να εκτελεστεί προς παραδειγματισμό, και τίποτα δεν μπορεί να αναστρέψει την πορεία προς την γκιλοτίνα.

Ο συγγραφέας εστιάζει στην προσωπική ζωή του καταδικασμένου σε θάνατο αγωνιστή. Στιγμές από την γνωριμία του με την Ελέν στη Γαλλία, η σχέση τους, ο έρωτας, η φιλία του με τον Ανρί και ο χαμός του, που επηρέασε τον Ιβτόν να μπει στον ένοπλο αγώνα, οι διάλογοι με τους άλλους φυλακισμένους, οι σκέψεις και οι φοβίες του.
Ο ρυθμός του βιβλίου είναι γρήγορος και αυξομειούμενος - αλλάζει συνεχώς, καθώς τον ρεαλισμό και την ατμόσφαιρα του δικαστηρίου και των βασανιστηρίων, διαδέχεται ο λυρισμός και η ευαισθησία που ξεχειλίζει προσφέροντας σελίδες εξαίρετες και συγκινητικές.

Τα σώματα είναι απόντα όταν γεννιέται στο βάθος της κοιλιάς αυτό το πράγμα που δεν χωράει σε λέξεις, που ποτέ δεν μπόρεσε να βρει λέξεις για να ειπωθεί και να βγει στο φως, αυτό το κάτι, είναι μάλλον ο καταλληλότερος όρος για να περιγράψεις εκείνο τον πρώτο καιρό έξω απ' τον χρόνο, εκείνο το κάτι, το λίγο τρελό, το θολό, το ατμώδες, το αιθέριο, που αναστατώνει κάθε λογική, αυτό το κάτι που ξέρεις πως είναι νοτισμένο από ψευδαισθήσεις, στολίδια, χρυσαφικά κι αρώματα της μιας στιγμής, αλλά που αρπάζεσαι από πάνω του, που του ορμάς με τα μούτρα, ναι, αυτό το κάτι.”

Η αφέλεια του “μυθιστορηματικού” ήρωα περιγράφεται με αφοπλιστικό τρόπο· ο αναγνώστης αισθάνεται κοντά σ' αυτόν τον “παλιομοδίτη” επαναστάτη, που θα πέσει θύμα των συγκυριών και των συνθηκών. Ο εξευτελισμός, η διαπόμπευση, το απάνθρωπο πρόσωπο της εξουσίας περιγράφεται με έντονα χρώματα, καθώς το βιβλίο “δονείται” κυριολεκτικά από το πάθος που το διαπερνά.



Το βιβλίο που έχει εντυπωσιακή οικονομία λόγου, αντιπροσωπεύει το είδος της στρατευμένης λογοτεχνίας, καθώς ο συγγραφέας με ελεγειακό λόγο, παίρνει θέση, δεν είναι αμέτοχος, ούτε αποστασιοποιημένος, καταγγέλλει, θυμώνει, υπερασπίζεται, θλίβεται με τη σκληρή μοίρα του ήρωά του. Μια έξοχη νουβέλα με δυναμισμό και ζωντάνια, για ένα θέμα ευαίσθητο και (δυστυχώς) αέναα επίκαιρο .


 
Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017 | Permalink
Τρεις γυναίκες (Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό)
Το “Τσεχοφικής ατμόσφαιρας”, στιβαρό δραματικό μυθιστόρημα, του πολύ καλού Ιρλανδού συγγραφέα Colm Toibin “ΚΑΡΑΒΟΦΑΝΑΡΟ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΝΕΡΟ” (“The Blackwater lightship”), (Εκδ. Gutenberg – σειρά Aldina, μετάφρ. Α.Δημητριάδου, σελ. 330), είναι ένα πολυεπίπεδο βιβλίο όπου ξεδιπλώνεται ένας πολύχρωμος καμβάς καταστάσεων. Με αφορμή την "καταραμένη ασθένεια" του τελευταίου τέταρτου του 20ου αιώνα, θίγονται πολλά και ενδιαφέροντα θέματα ενδοοικογενειακών (και όχι μόνο) σχέσεων, σύγκρουσης γενεών, φιλίας και αφοσίωσης.

Τρεις γενιές γυναικών, η Έλεν, η μητέρα της Λίλι και η γιαγιά της Ντόρα Ντέβερο, συναντιούνται μετά από χρόνια και υποχρεώνονται εκ των δραματικών συνθηκών, να συνεργαστούν, να συζητήσουν ειλικρινά για πρώτη φορά στη ζωή τους, και ίσως να συμφιλιωθούν, καθώς ο θάνατος μέσα στην οικογένεια είναι πλέον ένα υπαρκτό και αναπόφευκτο γεγονός. Συγκρούσεις του παρελθόντος, μικροπαρεξηγήσεις, αδυναμία συνεννόησης, εγωισμοί πρέπει να πάνε στην άκρη καθώς πληροφορούνται ότι ο αδερφός της Έλεν (και νεαρότερο μέλος της οικογένειας), ο Ντέκλαν αργοσβήνει χτυπημένος από AIDS.

Ιρλανδία 1999, και ένας άγνωστος άνδρας εμφανίζεται στο κατώφλι του σπιτιού της Έλεν, ανακοινώνοντάς της ότι ο μικρός της αδερφός Ντέκλαν νοσηλεύεται σε ένα νοσοκομείο του Δουβλίνου και επιθυμεί να τη δει. Στον δρόμο για εκεί, της ανακοινώνει ότι ο Ντέκλαν πάσχει από AIDS μερικά χρόνια τώρα, αλλά πλέον η κατάσταση έχει χειροτερέψει σε πολύ επικίνδυνο βαθμό. Κανείς από την οικογένειά της δεν το γνωρίζει και η Έλεν αναλαμβάνει την υποχρέωση να το ανακοινώσει στην μητέρα της, με την οποία για αρκετά χρόνια δεν έχουν καμία επαφή, και στην γιαγιά της, με την οποία οι σχέσεις τους είναι λίγο καλύτερες, αλλά όχι κι ιδανικές. Η Έλεν αποφασίζει να το ανακοινώσει πρώτα στη (ογδοντάρα πλέον) γιαγιά της, η οποία μένει στην παλιά πανσιόν που διατηρούσε κοντά στον βράχο του Κους, και η οποία (πανσιόν), είναι σχεδόν αόρατη από τον δρόμο και μοιάζει να αιωρείται στον βράχο πάνω από την θάλασσα με τον φάρο του Blackwater να τους θυμίζει τα παιδικά τους χρόνια.

“Συνειδητοποιούσε ότι για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια – μπορεί και δέκα – γινόταν ξανά μέλος αυτής της οικογένειας, που είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο ν' αφήσει πίσω της. Για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια θα βρίσκονταν όλοι κάτω από την ίδια στέγη, σα να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Αντιλαμβανόταν επίσης ότι τα άρρητα μεταξύ τους συναισθήματα στη διάρκεια του ταξιδιού και η αίσθηση ότι για μιαν ακόμη φορά οι τρεις τους ήταν ομάδα, τώρα που υπήρχε κρίση, έδειχναν φυσικότατα, αληθινός καταλύτης. Επέστρεφε εκεί όπου είχε ελπίσει ότι δε θα ξαναγύριζε ποτέ, στην πατρική της οικογένεια, κι άθελά της ένιωθε ανακουφισμένη.”

Οι αναμνήσεις της Έλεν από την διαμονή εκείνης και του Ντέκλαν στο σπίτι της γιαγιάς είναι πολύ έντονες καθώς εκείνη, τους φιλοξένησε καθ' όλη τη διάρκεια της μακροχρόνιας ασθένειας, και τελικά του θανάτου του πατέρα τους, όταν ήταν μικρά παιδιά. Από τότε δημιουργήθηκε ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ μάνας και κόρης, καθώς η έφηβη Έλεν αδυνατούσε να κατανοήσει την μυστικοπάθεια της μητέρας της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του πατέρα της. Η διαμάχη αυτή συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, και η απόφασή της τώρα, να αφήσει τελευταία την μάνα της στην αναγγελία της ασθένειας του Ντέκλαν, ελήφθη εν μέρει και, από την αδυναμία προσέγγισης τους. Η Λίλι, είναι πλέον μια δυναμική businesswoman καθώς, η εταιρία παροχής υπηρεσιών διαδικτύου που έχει δημιουργήσει, μετά τον θάνατο του συζύγου της (και πατέρα της Έλεν και του Ντέκλαν) ακμάζει. Στα νέα της ασθένειας του Ντέκλαν και στη συνειδητοποίηση της κρισιμότητας της κατάστασής του, η Λίλι κινητοποιείται και αφήνει τα πάντα για να συμπαρασταθεί στο παιδί της. Ο Ντέκλαν όμως θέλει να αφήσει το νοσοκομείο και να περάσει ένα τριήμερο στο σπίτι της γιαγιάς, φέρνοντας μαζί του και δύο καλούς του φίλους,οι οποίοι του παραστέκονται και τον βοηθάνε.

Η επιθυμία του γίνεται σεβαστή και έτσι, οι τρεις γυναίκες μετά από πολλά χρόνια αναγκάζονται να συμβιώσουν στο παγωμένο και παλαιό σπίτι και να φροντίσουν τον Ντέκλαν, ο οποίος κάθε μέρα που περνάει χειροτερεύει. Παλιές κόντρες θα έρθουν στην επιφάνεια, καταπιεσμένα λόγια θα βγουν από το στόμα τους, καταστάσεις θα ξεκαθαρίσουν, παρεξηγήσεις θα λυθούν σε ένα μυθιστόρημα υπαινικτικό και χαμηλότονο, αλλά πολύ έντονο στα συναισθήματα που αναβλύζουν σε κάθε παράγραφο, σε κάθε σελίδα.

“Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ο μισός μου κόσμος κατέρρευσε, εγώ όμως δεν το πήρα είδηση. Ήταν λες και μου είχαν τινάξει το μισό μου πρόσωπο στον αέρα, εγώ όμως συνέχιζα να μιλάω και να χαμογελάω, με την ιδέα ότι δε μου είχε συμβεί εμένα αυτό ή ότι με τον καιρό θα επανερχόταν. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και η γιαγιά μου με άφησαν μόνη μου. Ξέρω ότι είχαν τα δικά τους προβλήματα, ίσως και να μη μπορούσαν να με βοηθήσουν, άλλωστε μπορεί να είχε γίνει ήδη η ζημιά, αλλά ούτε η μία ούτε η άλλη προσπάθησαν να με παρηγορήσουν ή να μου τονώσουν το ηθικό. Οι δυο αυτές γυναίκες είναι τα κομμάτια του εαυτού μου που έχω θάψει, ναι, αυτό είναι κι οι δυο τους για μένα, γι' αυτό ακόμη θέλω να τις κρατάω σε απόσταση.”

Ο Τομπίν είναι ιδανικός στην περιγραφή οικογενειακών καταστάσεων, στην περιγραφή των σχέσεων μέσα στον στενό οικογενειακό πυρήνα, ενώ είναι πραγματικός μαέστρος στην σκιαγράφηση της γυναικείας ψυχολογίας. Η δράση είναι λιγοστή, αλλά οι συζητήσεις μεταξύ των τριών γυναικών είναι συναρπαστικές και καθηλωτικές. Το δράμα είναι έντονο και η συγκίνηση έρχεται αβίαστα χωρίς να πέφτει στο μελό - δείγμα της έξοχης γραφής του συγγραφέα. Πάνω από το κρεβάτι του σχεδόν ετοιμοθάνατου Ντέκλαν, συγκρούσεις αποφεύγονται στο παρά πέντε, προσβολές εκτοξεύονται και αν η γραφή γινόταν εικόνα, οι ματιές θα μπορούσαν να σκοτώσουν. Από την άλλη υπάρχουν και οι δύο φίλοι του Ντέκλαν, πολύτιμοι στη βοήθειά τους, που όμως εμπλέκονται στα οικογενειακά θέματα, τα οποία είναι πολλά και άλυτα.

Η ένταση είναι συνεχής και οξεία καθώς οι εγωισμοί είναι μεγάλοι και τα τόσα χρόνια απόστασης έχουν χτίσει ένα τοίχο μεταξύ των γυναικών που σιγά σιγά σπάει, και η κατανόηση έρχεται καθώς και η γεφύρωση κάποιων αποστάσεων. Ο θάνατος του πατέρα τις χώρισε, διότι η Λίλι αδυνατούσε να προσεγγίσει την μικρή τότε Έλεν, ο επερχόμενος θάνατος του Ντέκλαν θα τις ενώσει (έστω και πρόσκαιρα), καθώς οφείλουν να βάλουν νερό στο κρασί τους, τόσο διαφορετικές και οι τρεις αλλά και τόσο όμοιες.

Το μυθιστόρημα λιτό και χαμηλόφωνο, μια πρόζα δωματίου ουσιαστικά που θα μπορούσε να γίνει ένα έξοχο θεατρικό έργο, εκτός των ενδοοικογενειακών θεμάτων θίγει και το ουσιαστικό θέμα της ανιδιοτελούς και αφοσιωμένης φιλίας. Οι δύο κολλητοί του Ντέκλαν, ο Πολ και ο Λάρι αποδεικνύονται καταλυτικοί χαρακτήρες του βιβλίου, με τη συνεχή φροντίδα τους και την συμπαράστασή τους στον φίλο τους, πιο τρυφεροί και πιο μητρικοί από τα μέλη της οικογένειάς του, αποτελώντας παραδείγματα συμπεριφοράς.

Θαυμάσια ατμόσφαιρα και μουσικότητα στον ρυθμό δίνουν τον τόνο στο “Καραβοφάναρο...” , το οποίο πάνω απ' όλα, είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα για τις σχέσεις, την συμπόνια, την οικογένεια, τον πόνο, την συγχώρεση, την λύτρωση, το συναίσθημα, την αφοσίωση, την φιλία. Τα τοπία της Ιρλανδίας πάλι κυριαρχούν όπως σε όλα τα βιβλία του Τομπίν, το σκληρό θαλασσινό τοπίο, κατάμαυρο και έρημο, όπως βέβαια, και οι αλησμόνητοι γυναικείοι χαρακτήρες – οι πραγματικές δυνάμεις που κινούν αυτόν τον τόπο. Ένα έξοχο και πολύ διεισδυτικό μυθιστόρημα που θα συγκινήσει και τον πιο αποστασιοποιημένο αναγνώστη.


 
Τετάρτη, Μαΐου 24, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 24, 2017 | Permalink
...So say goodbye, its Independence day...
Ένα είναι σίγουρο! Το εξαιρετικό μυθιστόρημα “ΗΜΕΡΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ” (“Independence day”), (εκδ. Πατάκη, (ωραία) μετάφρ. Θ.Σκάσσης, σελ.698), του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Richard Ford (1944, Jackson Mississippi),  δεν ενδείκνυται για τους λάτρεις της δράσης και της περιπέτειας. Στις περίπου 700 σελίδες του, λίγα (μάλλον ελάχιστα) συμβαίνουν, αλλά με έναν μαγικό και άψογα λογοτεχνικό τρόπο, και με “Προυστιανή” γοητεία, ο μεγάλος αυτός συγγραφέας καθηλώνει τον αναγνώστη του.

Η “Ημέρα ανεξαρτησίας” αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Φρανκ Μπάσκομπ και ήταν το μοναδικό βιβλίο από τα τρία που δεν είχε εκδοθεί στη γλώσσα μας καθώς την έκδοση του αριστουργηματικού Αθλητικογράφου”, ακολούθησε μετά από πολλά χρόνια η έκδοση του τρίτου μέρους, του υπέροχου “Η χώρα όπως είναι” για να συμπληρωθεί τώρα η τριλογία με την έκδοση του δεύτερου βιβλίου την “Ημέρα ανεξαρτησίας” συμπληρώνοντας το κομμάτι που έλειπε για την κατανόηση της μετάβασης του ήρωα των βιβλίων από συντάκτη αθλητικών ειδήσεων σε κτηματομεσίτη.

“Το λυπηρό φυσικά, με την ενήλικη ζωή είναι ότι διακρίνεις στον ορίζοντα να έρχονται πράγματα στα οποία δεν θα προσαρμοστείς ποτέ. Τα αναγνωρίζεις σαν προβλήματα, ανησυχείς στο έπακρο γι'αυτά, προβλέπεις, παίρνεις προφυλάξεις και κάνεις διάφορες διευθετήσεις, λέγοντας στον εαυτό σου ότι πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο έκανες μέχρι τώρα τα πράγματα. Μόνο που δεν το κάνεις. Δεν μπορείς. Κατά κάποιον τρόπο είναι ήδη πολύ αργά. Ίσως είναι κάτι ακόμα χειρότερο: ίσως αυτό που βλέπεις να έρχεται από πολύ μακριά δεν είναι πραγματικά αυτό που σε φοβίζει αλλά τα επακόλουθά του, και αυτό που φοβάσαι μήπως συμβεί έχει ήδη συμβεί. Αυτό μοιάζει στην ουσία με τη συνειδητοποίηση ότι όλοι εμείς δεν πρόκειται να ωφεληθούμε από τις σπουδαίους πρόσφατες προόδους της ιατρικής επιστήμης, ωστόσο τις επικροτούμε ελπίζοντας ότι κάποιο εμβόλιο θα είναι εγκαίρως έτοιμο και νομίζοντας ότι τα πράγματα μπορεί ακόμα να βελτιωθούν. Μόνο που και ως προς αυτό είναι πολύ αργά. Έτσι ακριβώς η ζωή μας τελειώνει πριν καν το καταλάβουμε. Και μας λείπει. Και όπως λέει ο ποιητής: "Ζωή είναι οι τρόποι που μας λείπει η ζωή". "

Βρισκόμαστε στο μέσον της δεκαετίας του '80, ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι 44 χρονών, χωρισμένος από την Ανν, η οποία έχει ξαναπαντρευτεί και έχει πάρει μαζί της τα δύο τους παιδιά, τον προβληματικό έφηβο Πολ και την μικρότερη Κλαρίσα ζώντας σε μια μικρή πόλη της πολιτείας του Κονέκτικατ, εκείνος ζει στο μεσοαστικό και αναπτυσσόμενο Χάνταμ του Νιού Τζέρσι εξασκώντας πλέον το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Ο Φρανκ χάρη σε μια σειρά επιτυχημένων οικονομικών κινήσεων έχει εξασφαλίσει αρκετά χρήματα που θα του επίτρεπαν  μια πιο χαλαρή ζωή, αλλά εκείνος έχει γοητευτεί από την διαπροσωπική επαφή και την συνεχή κίνηση που έχει το νέο του επάγγελμα και προσπαθεί να το εξασκήσει όσο καλύτερα μπορεί και αρκετά επιτυχημένα μάλιστα.

Ο μυθιστορηματικός χρόνος του βιβλίου είναι το τριήμερο της μεγαλύτερης Αμερικάνικης εθνικής εορτής, της Ημέρας της Ανεξαρτησίας (4 Ιουλίου) και η “δράση” επικεντρώνεται μεταξύ Χάνταμ, Ντιπ Ρίβερ (όπου ζει η Ανν με τον νέο της σύζυγο και τα δύο παιδιά) και Κούπερστάουν όπου θα είναι ο ουσιαστικός προορισμός της εκδρομής πατέρα και γιου. Βλέποντας αυτά τα τρία σημεία σε ένα χάρτη, παρατηρούμε ότι σχηματίζουν ένα κύκλο, αντικατοπτρίζοντας την διαδρομή της αφήγησης που είναι κι αυτή κυκλική πηγαίνοντας μπρος-πίσω στον χρόνο συνδέοντας μνήμες από το παρελθόν με την τωρινή κατάσταση.

Ο Φρανκ σχεδιάζει λοιπόν να περάσει ένα διήμερο με τον γιο του, τον Πολ, πηγαίνοντάς τον να δει το μουσείο του Μπέιζμπολ στην Κουπερστάουν, ενώ στη διαδρομή θα περάσουν και από το μουσείο του Μπάσκετμπολ σε μια άλλη πόλη. Σκοπός του μέσα από αυτή την μικρή εκδρομή είναι να έρθει πιο κοντά με τον Πολ, που είναι ένας άκρως προβληματικός έφηβος, ο οποίος δημιουργεί συνεχώς θέματα με την συμπεριφορά του στο Ντιπ Ρίβερ. Πριν από τον Πολ όμως, ο Φρανκ ασχολείται με την δουλειά του προσπαθώντας να πουλήσει ένα σπίτι σε ένα ζευγάρι μεσήλικων, τους Μάρκαμ, οι οποίοι τον ταλαιπωρούν αφού δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει την σχέση του με την Σάλλυ, να γράψει την μηνιαία αναφορά με την πορεία της κτηματαγοράς, να εισπράξει το νοίκι από έναν παραβατικό νοικάρη του σε ένα από τα σπίτια που διαθέτει, και άλλα πολλά.

Ο Φρανκ είναι ένας αισιόδοξος και πολύ δραστήριος άνθρωπος που βρίσκεται (όπως συνεχώς αναφέρει) στην “Υπαρξιακή περίοδο” της ζωής του (στο τρίτο βιβλίο, την “Χώρα όπως είναι” βρίσκεται στην “Μόνιμη περίοδο”) και έχει συνεχώς ερωτήματα για το ποιος πραγματικά είναι, τι θέλει από τη ζωή καθώς ηλικιακά είναι σε ένα σταυροδρόμι, για τον έρωτα, την θνητότητα, την φθορά, για την σχέση του με την πρώην σύζυγό του, για την σχέση του με την Σάλλυ με την οποία έχει συνεχή πισωγυρίσματα, για την πολιτική (είναι φανατικά Δημοκρατικός). Είναι μόνιμα σε κίνηση και σε προβληματισμό, περίπλοκος και μορφωμένος, ρομαντικός με έναν ιδιαίτερο κυνισμό, ρεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και επιπόλαιος στις διαπροσωπικές του σχέσεις, πολύ εγωκεντρικός για να είναι καλός πατέρας (σε μια χαρακτηριστική σκηνή δεν αναρωτιέται καν που βρίσκεται ο γιος του στην εκδρομή, ενώ λείπει για ώρες σε ένα άγνωστο μέρος, προτιμώντας να φλερτάρει την μαγείρισσα του ξενοδοχείου).

“Δεν είμαι σίγουρος τι είναι αυτό που μου σφίγγει τον λαιμό: η οικειότητα του μέρους ή η ανυποχώρητη απροθυμία του να φανεί οικείο; Ακόμα μια χρήσιμη κεντρική ιδέα και άσκηση της Υπαρξιακής περιόδου, καθώς και κατάδηλο μάθημα του μεσιτικού επαγγέλματος, είναι να πάψει κανείς να εξιδανικεύει μέρη – σπίτια, παραλίες, γενέθλιες πόλεις, μια γωνία όπου κάποτε φίλησες ένα κορίτσι, έναν δρόμο απ' όπου παρέλασες, το δικαστήριο όπου βγήκε η απόφαση διαζυγίου σου μια συννεφιασμένη μέρα του Ιούλη, αλλά τώρα δεν υπάρχει ούτε ίχνος από εσένα και η ανάσα του ανέμου δεν μνημονεύει ότι εσύ υπήρξες κάποτε εκεί, ότι υπήρξε σημαντικό μέρος για σένα ή ότι υπήρξες καν. Μπορεί εμείς να νιώθουμε ότι αυτά τα μέρη θα έπρεπε, θα όφειλαν να μεταδίδουν κάτι – πάλι το ζήτημα της επιβεβαίωσης – εξαιτίας κάποιων γεγονότων που συνέβησαν κάποτε εκεί, να ανάβουν μια φλόγα ζεστασιάς για να μας εμψυχώσουν όταν έχουμε μείνει σχεδόν άψυχοι, όταν έχουμε βουλιάξει, αυτά όμως δεν ανταποκρίνονται. Τα μέρη δεν συνεργάζονται ποτέ ανταποδίδοντάς σου τον σεβασμό όταν τον έχεις ανάγκη. Στην πραγματικότητα μάλιστα, τις περισσότερες φορές σε απογοητεύουν...Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να καταπνίξεις το δάκρυ σου, να συνηθίσεις τις ανώδυνες κρίσεις συναισθηματισμού και να τραβήξεις να βρεις ό,τι υπάρχει μπρος, και όχι πίσω. Τα μέρη δεν σημαίνουν τίποτα.”

Το μυθιστόρημα είναι ίσως το πιο υπαρξιακό του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα, μια ανατομία του μεσοαστού μορφωμένου Αμερικανού που προβληματίζεται για την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία. Είναι γεμάτο από εξαιρετικούς διαλόγους, γόνιμο προβληματισμό, τρομερά ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες, καθώς και πολύ χαρακτηριστικές σκηνές της χώρας, των ανθρώπων της και της παράνοιας του εορταστικού τριημέρου. Το τελείως αποτυχημένο ταξίδι του Φρανκ με τον γιο του, που θα καταλήξει σε ένα επαρχιακό νοσοκομείο θα συμβάλλει στην απόφαση του να ασχοληθεί περισσότερο με τα παιδιά του, να τα κατανοήσει καλύτερα, όπως και να δεσμευθεί περισσότερο με την Σάλλυ, χάνοντας εν μέρει την δικιά του ανεξαρτησία.


Μυθιστόρημα αυτογνωσίας και αναζήτησης, η “Ημέρα ανεξαρτησίας” είναι ένα σπουδαίο Αμερικανικό μυθιστόρημα, μεγάλης πνοής και ψυχής, γεμάτο από αλησμόνητες εικόνες και θαυμάσιες περιγραφές. Στα βιβλία του Φορντ δεν υπάρχουν οι εντάσεις, δεν υπάρχουν στιγμές ιλιγγιώδους δράσης, όλα συμβαίνουν υπαινικτικά και υποδόρια, πολύ ουσιαστικά όμως και καίρια. Οι διάλογοι του Φρανκ με τις γυναίκες της ζωής του (την Ανν και εν προκειμένω την Σάλλυ με την οποία τον βρίσκουμε στη “Χώρα όπως είναι” παντρεμένο αλλά και ξανά παρατημένο), ξεκινάνε απλά και με στοιχεία καθημερινότητας για να εξελιχθούν σε μάχες εκ του συστάδην, σε μπρα-ντε-φερ που τσακίζουν.


Η “Ημέρα ανεξαρτησίας” είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο που χρειάζεται όμως την υπομονή του αναγνώστη και την “υποταγή” του στον ρυθμό που επιβάλλει ο συγγραφέας. Στο τέλος θέλεις κι άλλο, νιώθεις ότι ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι ένας δικός σου άνθρωπος – καθόλου ο bigger than life συνήθης ήρωας των “μεγάλων” μυθιστορημάτων, των αποκαλούμενων και “magnum opus”, ούτε ο “άνθρωπος της διπλανής πόρτας”, αλλά ο προβληματισμένος και σε διαρκή αναζήτηση άνθρωπος του Δυτικού κόσμου, που θα πρέπει να διαχειριστεί τις δικές του μεγάλες προσωπικές κρίσεις, την κάποιες φορές αφόρητη, κάποιες φορές ευχάριστη καθημερινότητά του, άλλοτε επιτυχημένα, συχνότερα βέβαια αποτυχημένα, σε μια αναγνωστική εμπειρία ολκής.


 
Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017 | Permalink
Περιστέρια στη χλόη
“...σαν περιστέρια στη χλόη, αντιμετώπιζαν κάποιοι στοχαστές του πολιτισμού τους ανθρώπους, καθώς πάσχιζαν να τονίσουν το άσκοπο και φαινομενικά τυχαίο της ανθρώπινης ύπαρξης, να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τον Θεό, για να τον αφήσουν ανεμπόδιστο να φτερουγίσει στο τίποτα, δίχως σκοπό, δίχως αξίες, ελεύθερο και απειλούμενο από ξόβεργες, βορά στον χασάπη, όμως περήφανο για την υποτιθέμενη, από Θεό και θεϊκή καταγωγή, ελευθερία του, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά στην αθλιότητα και το τίποτα.”

Έξοχο δείγμα της μεταπολεμικής Γερμανικής λογοτεχνίας, αποτελεί το μυθιστόρημα “ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΧΛΟΗ” (“Tauben im gras”), του πολύ σημαντικού (και άγνωστου στη χώρα μας) συγγραφέα Wolfgang Koeppen (Γκράιφσβαλντ,Πομερανία 1906 – Μόναχο 1996), (εκδ. Κριτική, μετάφραση και επίμετρο Βασ. Τσαλής, σελ. 318), το οποίο πρωτοεκδόθηκε στην Γερμανία το 1951 και είναι το πρώτο (και μάλλον γνωστότερο), βιβλίο της “Τριλογίας της αποτυχίας”, με τα “Θερμοκήπιο” (1953) και “Ο θάνατος στη Ρώμη” (1954) να ακολουθούν.


Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μυθιστόρημα πολυφωνικό και πολυπρισματικό που εκτυλίσσεται μια ημέρα του Φεβρουαρίου 1951 στο Μόναχο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή, ενώ παρελαύνουν δεκάδες χαρακτήρες / φωνές ωσάν να βρίσκονται σε μια θεατρική σκηνή και το φως να πέφτει πάνω στον εκάστοτε αφηγητή, ο οποίος παρεμβαίνει και παίρνει τον λόγο.
Από όλα αυτά τα πρόσωπα που κινούνται στο μεταπολεμικό ρημαγμένο Μόναχο αυτής της κρύας μέρας του Φεβρουαρίου, επτά ξεχωρίζουν περισσότερο στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εναλλάσσεται με εσωτερικό μονόλογο, που έχει επιλέξει ως ύφος ο συγγραφέας – ο φακός ή ο φωτισμός στέκεται περισσότερο σ' αυτούς, στις ιστορίες τους, στην “ξεχωριστή ημέρα τους”.

Τα επτά πρόσωπα που φέρνει ο συγγραφέας εγγύτερα στον αναγνώστη διευκολύνοντας την ροή του βιβλίου είναι:

Ο Φίλιππος και η Εμίλια, ένα ιδιότυπο ζευγάρι, όπου εκείνος είναι ένας μοναχικός συγγραφέας, ο οποίος είναι ανίκανος να διαχειριστεί οτιδήποτε, από την σχέση του, μέχρι μια συνέντευξη που πρέπει να πάρει από έναν Αμερικανό ποιητή, που επισκέπτεται την πόλη. Χαμένος στη σκέψη του, στις μονομανίες του και στην ανασφάλειά του, σκοτώνει τον χρόνο του, χωρίς ουσιαστικά να κάνει τίποτα (οι κριτικοί εντόπισαν από την αρχή ένα alter-ego του συγγραφέα). Από την άλλη, η σύντροφός του, Εμίλια κληρονόμος μιας κάποτε πλούσιας οικογένειας με πολλά ακίνητα τα οποία είτε έχουν χάσει τελείως την αξία τους λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού, είτε έχουν ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς, “σκοτώνει” στους αντικέρ όποιο πολύτιμο αντικείμενο της έχει μείνει, για να μπορέσουν να περάσουν μερικές ημέρες με τον Φίλιππο.

Ο Οδυσσέας Κότον και ο Γιόζεφ ο αχθοφόρος του, ένας μαύρος Αμερικανός στρατιώτης που κινείται συνεχώς με ένα ραδιόφωνο ανοιχτό και δεν διστάζει να εμπλακεί σε τυχερά παιχνίδια, να τσακώνεται επιδεικνύοντας την φυσική του ρώμη και ο γηραιός βαστάζος που συνδέει τον παλαιό κόσμο με τον καινούργιο, ζώντας κι αυτός με αναμνήσεις πολέμων και αγώνων για επιβίωση. Ο Οδυσσέας Κότον είναι νικητής και κυρίαρχος στη νέα κατάσταση, και φροντίζει να το δείχνει σε κάθε του κίνηση, ο Γιόζεφ θα χάσει τη ζωή του άδικα αλλά και ως σημάδι της εποχής που αλλάζει.

Ο Ουάσιγκτον Πράις και η Κάρλα αυτό το “αταίριαστο” και χαρακτηριστικό ζευγάρι. Εκείνος ένας μαύρος στρατιώτης, κάποτε σπουδαίος αθλητής που υπηρετεί την θητεία του στο Μόναχο, εκείνη μια γυναίκα που προσπαθεί να πιαστεί από κάπου για να ζήσει. Ο Ουάσιγκτον είναι ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας στο βιβλίο, κλασσικός αφελής Αμερικανός που βγαίνει πρώτη φορά έξω από το χωριό του και ερωτεύεται μια γυναίκα που εν πολλοίς αδιαφορεί γι' αυτόν αλλά του προσφέρεται λόγω ανέχειας, κάνει όνειρα να την πάρει μακριά στο Παρίσι και να ανοίξουν ένα μαγαζί που "όλοι θα είναι ευπρόσδεκτοι", κι εκείνη χαμένη στις ανασφάλειές της, χήρα πολέμου με ένα μικρό αγόρι που αλητεύει συνεχώς, μένει έγκυος από τον μαύρο στρατιώτη, και από τη μια προσπαθεί να “ξεφορτωθεί” το έμβρυο από την άλλη δεν θέλει να χάσει και τον ευεργέτη της.

Τέλος, ο Έντουιν, ο διάσημος Αμερικανός ποιητής που έχει φθάσει στην πόλη για μια διάλεξη. Χαρακτήρας καθαρά συμβολικός που με τις σκέψεις του, τις κινήσεις του και τελικά την αποτυχημένη του προσπάθεια να μιλήσει σε ένα χαλασμένο μικρόφωνο ανήμπορος να ακουστεί ή να επικοινωνήσει με το κοινό του, καταδεικνύει την ειρωνεία και την ματαιότητα του πνεύματος μπροστά στα ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος.

“Το σκηνικό προοριζόταν για τραγωδία, όμως αυτό που διαδραματιζόταν στο προσκήνιο, στο παλκοσένικο της Ιστορίας, οι παγκόσμιες διεργασίες, ήταν προς το παρόν μια κωμωδία.”

Γύρω τους, κινούνται, συναντιούνται στον δρόμο κατά τύχη μαζί τους, προσπερνάνε ο ένας τον άλλον, άνθρωποι κάθε είδους, που προσδίδουν την δική τους σημασία στο μυθιστόρημα. Η νεαρή Αμερικανίδα εκπαιδευτικός Κέι, ρομαντική και αφελής, γεμάτη ερωτήματα για τη ζωή, για τον έρωτα, οι δύο θεατρίνοι, ο Αλέξανδρος και η Μεσσαλίνα με τα συνεχή πάρτυ, το παιδί τους, η μικρή Χιλεγόνδη με την θρησκόληπτη γκουβερνάντα της Έμι, τα δύο παιδιά, ο Έζρα και ο Χάιντς  (γιός της Κάρλα), τόσο διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια, που ένα αδέσποτο σκυλί γίνεται η αιτία συνάντησής τους, η κυρία Μπέρεντ, η μητέρα της Κάρλα που ζει με τις αναμνήσεις των “ωραίων ημερών του Εθνικοσοσιαλισμού” και ο Ρίτσαρντ, ο αμερικανός συγγενής που την ψάχνει και πολλοί άλλοι.

Ο Κέπεν περιγράφει με ολοζώντανα χρώματα, μια πόλη σε ανοικοδόμηση και μια κοινωνία σε αποσύνθεση. Η απελπισία ξεχειλίζει σε ένα χάος γεμάτο εικόνες, μια ατμόσφαιρα ζοφερή (παρακμιακή), σε μια “κατακτημένη χώρα”, όπου από τη μια, οι κάτοικοι προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε δυνατό τρόπο, κομπίνες, πορνεία, ξεπούλημα περιουσιών, διευκολύνσεις σε ξένους και από την άλλη, αρκετοί ονειρεύονται τις “παλιές καλές μέρες”, δεν έχουν σε τίποτα, να αρχίσουν να τραγουδούν ναζιστικούς ύμνους και να αισθάνονται προδομένοι και αδικημένοι. Ο συγγραφέας ειρωνεύεται την “αποναζιστικοποίηση”, αντιπαραβάλλει τις διώξεις των Εβραίων κατά τη Χιτλερική περίοδο με τις απαγορεύσεις που υφίστανται οι μαύροι στις Η.Π.Α., είναι απαισιόδοξος και μεταφέρει αυτό το κλίμα στον αναγνώστη.

Η σύνθετη μοντερνιστική δομή του μυθιστορήματος στην αρχή ξενίζει με τις πάνω από 100 μικρές ενότητες, όπου η μία παρεμβάλλεται μέσα στην άλλη, αλλά μ' αυτή την τεχνική σαν το κινηματογραφικό μοντάζ, εισχωρείς βαθιά μέσα στο μυθιστόρημα γίνεσαι συμμέτοχος της δράσης και της ροής της αφήγησης. Ο Κέπεν χρησιμοποιεί με ιδανικό τρόπο τις επιρροές του από τον Ντέμπλιν, τον Τζόις και τον Ντος Πάσος, ενώ η Καφκική ατμόσφαιρα ασφυξίας που δημιουργεί  είναι υπνωτιστική και σαγηνευτική.

Τα “Περιστέρια στη χλόη” είναι ένα μικρό αριστούργημα, ένα θαυμάσιο βιβλίο που μας γνωρίζει έναν δημιουργό που θεωρείται από τους σπουδαιότερους Γερμανούς πεζογράφους με μια ενδιαφέρουσα ζωή που περιγράφεται στο πλήρες και κατατοπιστικότατο επίμετρο, με το οποίο ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής, ολοκληρώνει την εξαιρετική δουλειά που έκανε με την μετάφραση του, η οποία, αποδίδει υπέροχα το ύφος του συγγραφέα σε αυτή την πολύ φροντισμένη έκδοση της Κριτικής.

“Είχαν σώσει τη ζωή τους, μια άχρηστη ύπαρξη, είχαν κουρνιάσει λυπημένοι σε χωριουδάκια, σε οροπέδια και κοιλάδες, σε καταφύγια και αγροκτήματα, ο αέρας καθάρισε από τον καπνό, αφουγκράζονταν τους εκσκαφείς, που εφορμούσαν στα ερείπια, αφουγκράζονταν από μακριά, εξόριστοι από τη Νινευή, τη Βαβυλώνα, τα Σόδομα, πόλεις αγαπημένες, εστίες θαλπωρής, φυγάδες σε καταναγκαστικό παραθερισμό, άφραγκοι τουρίστες, τους οποίους οι ντόπιοι αντιμετώπιζαν με καχυποψία, νοσταλγοί των πατρογονικών τους εστιών. Επέστρεψαν στα σπίτια τους, οι μπάρες ανασηκώθηκαν, το μισητό διάταγμα για την εσωτερική μετανάστευση έπεσε, ήρθησαν οι αποκλεισμοί, κοαμοσυρροή, πλημμυρίδα, ο πήχης ανέβηκε Η ΠΟΛΗ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, ΟΙ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ. Ήταν ξανά στα σπίτια τους, τακτοποιήθηκαν, στριμώχτηκαν ο ένας κοντά στον άλλον, εξαπάτησαν ο ένας τον άλλον, παζάρεψαν, δημιούργησαν, έκτισαν, θεμελίωσαν, γέννησαν, κάθισαν στις παλιές ταβέρνες, ανάσαναν τον οικείο μπαγιάτικο αέρα, περιεργάστηκαν τη γειτονιά τους, το νυφοπάζαρο, είδαν την άσφαλτο να ξαναστρώνεται στα σοκάκια, γέλια και καβγάδες και το ραδιόφωνο του γείτονα, πέθαναν στο κρατικό νοσοκομείο, μεταφέρθηκαν από το γραφείο κηδειών στο νεκροταφείο, στο νοτιοανατολικό σταυροδρόμι, υπό τον ήχο της κόρνας του τραμ, πνιγμένοι στην αιθαλομίχλη, ευτυχισμένοι στον τόπο τους. ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΥΠΕΡΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑΘΜΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ."