Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017 | Permalink
Μόνο ο αέρας ακουγόταν
Με κάθε καινούριο της βιβλίο η Ευγενία Μπογιάνου (Θεσ/νίκη,1968), ισχυροποιεί την αρχική μου εκτίμηση (από το πρώτο βιβλίο της που διάβασα πριν μερικά χρόνια), ότι έχουμε  μπροστά μας μια σημαντική πεζογράφο. Η νέα της συλλογή διηγημάτων με τίτλο “ΜΟΝΟ Ο ΑΕΡΑΣ ΑΚΟΥΓΟΤΑΝ”, (εκδ. Μεταίχμιο, σελ.233), επαναφέρει την ικανότατη συγγραφέα στο διήγημα, είδος που μάλλον η ίδια προτιμάει και την έκανε γνωστή στον λογοτεχνικό χώρο με το εντυπωσιακό δεύτερο βιβλίο της (“Κλειστή πόρτα,2012) μετά την παρένθεση (όπως φαίνεται) του ωραιότατου μυθιστορήματός της "Ακόμα φεύγει", το 2014.

Στην εξαιρετική συλλογή “Μόνο ο αέρας ακουγόταν”, δεν υπάρχει κάποιο νήμα που να συνδέει τις ιστορίες, εκτός από ορισμένα κοινά στοιχεία μεταξύ τους, και τα οποία ανιχνεύονται, στην συνολική θεματική του ύφους της συγγραφέως. Οι καθημερινοί άνθρωποι χτυπημένοι από την μοίρα και οι οποίοι βιώνουν καταστάσεις που δεν μπορούν να τις διαχειριστούν. Ο θάνατος, η απώλεια και η διαχείρισή της, η ανεργία, οι άστεγοι, οι μετανάστες, ο χωρισμός είναι τα θέματα που κυριαρχούν στα διηγήματα.

“Η ζωή είναι μια μακριά ακολουθία αποχωρισμών. Δεν παύουμε ποτέ να αποχαιρετούμε ό,τι αγαπήσαμε.”

Η αντίδραση μιας μοναχικής και τσακισμένης γυναίκας όταν μαθαίνει ότι πέθανε ο πατέρας της, ο άστεγος που το μόνο που του έχει μείνει από την “προηγούμενη” ζωή του είναι ένα ζευγάρι ακριβά παπούτσια κ τα φυλάει “ως κόρην οφθαλμού”, μια μάνα που ζει με την ανάμνηση του σκοτωμένου πριν από πολλά χρόνια παιδιού της, μια γυναίκα που συναντάει μετά από δεκαετίες τυχαία τον κάποτε εραστή της χτυπημένο από καρκίνο, μια μετανάστρια που βιώνει τον θάνατο των μικρών παιδιών της στη βάρκα που τους πηγαίνει στο ελληνικό νησί, ένα ατύχημα με το μηχανάκι που καταστρέφει το πρόσωπο μιας κοπέλας και γεμίζει με ενοχές το αγόρι που οδηγούσε, ένας μετανάστης που περιμένει μέσα στο κρύο, μια πενηντάχρονη γυναίκα που γιορτάζει μόνη της τα γενέθλιά της και θυμάται, ένας άνδρας μόνος που το μοναδικό μήνυμα στο κινητό του είναι από την τράπεζα για τα χρέη του, είναι μερικοί από τους χαρακτήρες των ιστοριών της Μπογιάνου. Διηγήματα όπου η θλίψη κυριαρχεί και ένας κόμπος σου δένει το στομάχι καθώς τα διαβάζεις.

“Ετών πενήντα. Πιο ψηλή από σένα, ακόμα και από τον μπαμπά μου. Σας κοιτώ με την υπεροψία που μου δίνει η ηλικία. Συρρικνώνεστε, μικραίνετε κι άλλο, σας βάζω μέσα στις τσέπες μου, σας κουβαλώ από πάνω μου, έχετε κολλήσει στο δέρμα μου, μου γδέρνετε το δέρμα, την ψυχή, το μυαλό, δυο πλαστικές κούκλες, παλιές, ντεμοντέ, δυο παιχνίδια που κανένα παιδί δεν θα ήθελε να παίξει μαζί τους, ούτε κι εγώ.”

14 ιστορίες που δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο βέβαια, οι περισσότερες είναι πολύ καλές, μερικές δε, πραγματικά εξαιρετικές (“Απιστίες”, “Αν υπήρχες εσύ να μ'αντικρύσεις”, “Άνθρωπος σε κλουβί”, “Στέλλα”, “Ανωμαλία στο οδόστρωμα”), που ισορροπεί την κάποια ανισότητα στο βιβλίο. Όλα όμως περνάνε σε δεύτερο φόντο, καθώς υπάρχει το διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή “Μόνο ο αέρας ακουγόταν”, με την αφήγηση μιας γυναίκας μετανάστριας, που έχασε τα παιδιά της στο ταξίδι για μια ελληνική ακτή και τώρα φροντίζει ηλικιωμένους στην απρόσωπη πόλη, το οποίο, είναι κυριολεκτικά συγκλονιστικό και από τα καλύτερα πράγματα που έχουν γραφτεί στην ελληνική λογοτεχνία την τελευταία πενταετία.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου βρίσκονται σε ένα οριακό στάδιο της ζωής τους – εάν υπήρχε ένα είδος συνέχειας (sequel όπως λένε στο σινεμά) στις ιστορίες, μετά από δυο-τρία χρόνια, αναρωτιέμαι πόσοι από αυτούς θα είχαν επιζήσει – προσπαθούν να πιαστούν από κάπου, από κάτι, όλοι με μια σχετική αξιοπρέπεια ψάχνουν ένα φως κάπου.

Παρά τον ρεαλισμό των ιστοριών και την έντονη δραματικότητά τους, το ύφος της Μπογιάνου δεν είναι καταγγελτικό, κραυγαλέο και οξύ, αλλά όπως και στα προηγούμενα βιβλία της, είναι πλέον ευδιάκριτο - υπαινικτικό και χαμηλότονο, καθώς είναι επηρεασμένη από την ποίηση που τόσο αγαπάει, ενώ η ματιά της στέκεται με τρυφερότητα πάνω από τους ήρωές της, σχεδόν με κινηματογραφικό τρόπο τους αγκαλιάζει και τους συμπονάει.
Ιστορίες που δυναμώνουν μέσα σου καθώς τις σκέφτεσαι αρκετές μέρες αφού τις τελειώσεις, δείγμα καθαρής λογοτεχνίας και ελπιδοφόρο μήνυμα για την συγγραφική συνέχεια.

“Εκείνο το πρωί που ξεκινήσαμε βάλαμε καθαρά ρούχα. Ο μικρός γκρίνιαζε. Δεν του άρεσαν τα παπούτσια που φορούσε. Ήθελε τα άλλα, τα χρωματιστά. Εγώ όμως τα θεωρούσα κατάλληλα για την περίσταση. Η περίσταση...Έκανα τα μαλλάκια της ψηλή κοτσίδα που της πήγαινε. Πόσο της πήγαινε! Έτσι όμορφα, καθαρά είναι που...
Όταν ήρθε εκείνο το κύμα, ένα μαύρο πουλί κατάμαυρο, θαρρείς και πέταξε πάνω από τα κεφάλια μας. Το ήξερα πως αυτή θα ήταν η τελευταία στιγμή. Δεν ξεγελιέσαι τέτοιες ώρες. Το ξέρεις.
Ήρθε εκείνο το κύμα και τους πήρες μακριά. Μαμά, θαρρώ πως...
Μα όχι. Τίποτα δεν άκουσα. Μόνο ο αέρας ακουγόταν. Τίποτε άλλο. Ο κόσμος είχε σιγήσει καθώς δεχόταν τα σπλάχνα μου.
Όταν ξεκινήσαμε το πρωί, δεν το πίστευα πως θα γινόταν έτσι. Άλλα πίστευα. Ένα ταξίδι ήταν που τελείωνε σε μερικές ώρες και μετά...
Όμως το ταξίδι δεν τελείωσε. Όχι ακόμη. Είμαι ακόμη πάνω στη βάρκα και πάω. Μόνη μου, ανοίγομαι, ξεμακραίνω, κάθε μέρα όλο και πιο μακριά.”



 
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017 | Permalink
Απόκρυφο Βερολίνο
Βερολίνο του μεσοπολέμου, εποχή της "Δημοκρατίας της Βαϊμάρης", οικονομική κρίση και ανεργία, πολιτική αστάθεια και αναβρασμός, αλλά και ξέφρενη διασκέδαση σαν να μην υπάρχει αύριο. Σ' αυτό το κλίμα μας μεταφέρει η πολύ ωραία νουβέλα του (μάλλον λησμονημένου) Γερμανού συγγραφέα Franz Hessel (Στετίνο 1880 – Νότια Γαλλία 1941), με τίτλο “ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ” (“Heimliches Berlin”), (εκδ. Κριτική, μετάφρ. Α.Στραγαλινός, σελ. 159).


Μια ταραγμένη εποχή, όπου η ηττημένη του Α παγκόσμιου πολέμου Γερμανία, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, οι κυβερνήσεις πέφτουν και οι περισσότεροι πρώην πλούσιοι ή μεγαλοαστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά και προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή στα άκρα, αδιαφορώντας για το αύριο που ξημερώνει ζοφερό.

“Μετά ήρθε η οικονομική κρίση. Χάσαμε όλη την περιουσία που είχαμε κληρονομήσει και αναγκαστήκαμε να ζούμε από το μισθό μου. Δεύτερο παιδί ήταν αδύνατον να αποκτήσουμε, καθώς μόλις και μετά βίας ήμασταν σε θέση να καλύπτουμε τα απαραίτητα για τη φροντίδα και την ένδυση της χαριτωμένης νηπιακής Αυτού Μεγαλειότητας. Μάθαμε σιγά σιγά να απομακρυνόμαστε διακριτικά απ' ό,τι κάποτε ήταν ιερό οικείο πάθος, και αυτή η απεξάρτηση, αυτός ο περιορισμός και η προσοχή, με απομόνωσαν εσωτερικά και με αποξένωσαν όχι μόνο από τη γυναίκα μου, αλλά και απ' όλες τις γυναίκες. Είναι φρικτό όταν ο πόθος τσακίζεται και εξαϋλώνεται αντί να ολοκληρώνεται. Τότε θέλει να σκοτώσει, αφού δεν μπορεί να δώσει άλλη ζωή. Και όταν δεν καταστρέφει, αλλά ούτε και καταστρέφεται, μετατρέπεται σε πλανεμένο απομεινάρι της ίδιας του της υπερβολής, σ' ένα μείγμα μίσους και κουρασμένης τρυφερότητας.”

Ένα ερωτικό τρίγωνο βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας που περιγράφει ο Έσελ. Ο νεαρός Βέντελιν, κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, καταγόμενος από αριστοκρατική οικογένεια της επαρχίας, αδυνατώντας να βρει μια μόνιμη εργασία ανάλογη της θέσεώς του, ετοιμάζεται να επιστρέψει στην πατρική γη. Γυναίκες και άντρες των κοσμικών κύκλων είχαν υποκύψει στη γοητεία του· όπως εξάλλου του είχαν πει: “το επάγγελμά του ήταν να είναι όμορφος” και έτσι περιέφερε την ύπαρξή του από πάρτι σε πάρτι και από νυκτερινό κέντρο σε καφέ. Αυτός όμως ο τόσο θελκτικός νεαρός, είχε μαγευτεί από την Καρόλα, την σύζυγο του καλύτερού του φίλου, καθηγητή φιλολογίας, Κλέμενς Κέστνερ. Η Καρόλα που ασφυκτιά μέσα στον γάμο της, έχοντας ουσιαστικά αναθέσει τη φροντίδα του παιδιού της στην αδερφή της, από τη μια επιθυμεί διακαώς να ξεφύγει κάνοντας ένα ταξίδι στο εξωτερικό, από την άλλη δεν μπορεί να εγκαταλείψει το παιδί της. Υπόσχεται στον αφελή Βέντελιν αυτό το ταξίδι και την επόμενη ώρα, χαριεντίζεται με έναν πάμπλουτο τραπεζίτη, που την κερνάει και την περιφέρει δεξιά κι αριστερά παρέα με την ερωμένη του. Ο Κλέμενς αντιμετωπίζει καρτερικά την όλη κατάσταση, προσπαθώντας να δει με καθαρό μάτι τα γεγονότα και αποδεχόμενος ότι δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας παρά μόνο, αφήνοντας την Καρόλα, να κινείται ελεύθερα.

Γύρω τους διάφοροι τύποι μποέμ, ξεπεσμένες δούκισες και δούκες, κοσμικοί, καλλιτεχνίζοντες και τυχοδιώκτες που ψάχνουν κάθε βράδυ που θα πάνε να διασκεδάσουν, σε ποιο σπίτι γίνεται πάρτι, ποιο καμπαρέ θα επισκεφθούν. Οι περισσότεροι άνεργοι, σχεδόν διαβιούν όπως όπως μέσα στην οικονομική κρίση. Κανείς τους δεν αναρωτιέται για το αύριο, κανείς τους δεν βλέπει αυτό που έρχεται, παρά μόνο ο ιδιόρρυθμος αλλά ψύχραιμος Κλέμενς παρατηρεί τον κόσμο της καθημερινότητας και τον περιγράφει στον εμβρόντητο και αφελή Βέντελιν.

Η νουβέλα του Hessel, εκτυλίσσεται μέσα σε ένα ξέφρενο 24ωρο. Ο συγγραφέας μεταφέρει εξαιρετικά σε 13 “επεισόδια”, την ατμόσφαιρα του μποέμ Βερολίνου και με ολοζώντανες εικόνες παρασύρει τον αναγνώστη σ' αυτόν το γκροτέσκο γαϊτανάκι των διαψευσμένων ελπίδων, των υποσχέσεων και της χωρίς όρια διασκέδασης. Το Βερολίνο μέσα από την γραφή του Έσελ αποκαλύπτεται ως μια πόλη με δύο πρόσωπα. Από τη μια η γκρίζα και σπαρασσόμενη πόλη της κρίσης, της φτώχειας και της επερχόμενης εθνικοσοσιαλιστικής θύελλας, από την άλλη το Βερολίνο της διασκέδασης, του έρωτα και της αποπλάνησης. Μεστό και περιεκτικό ύφος, ειρωνεία και σαρκασμός, δύναμη στον λόγο χαρακτηρίζουν το βιβλίο και μας αποκαλύπτουν έναν υπέροχο συγγραφέα (με μια πολύ ταραγμένη και ενδιαφέρουσα ζωή), τον οποίο προσωπικά αγνοούσα.

“Όμως δεν θα έπρεπε να συνταξιδεύουμε με γυναίκες, αλλά να τις συναντούμε σε όμορφους σταθμούς, τις πιο εξαίσιες να τις βρίσκουμε στον προορισμό μας, εκεί που βασιλεύει η γαλήνη, η υπέροχη, φαινομενική γαλήνη· την Κίρκη στο απομακρυσμένο νησί, την Καλυψώ στο ιερό σπήλαιο, την Πηνελόπη με την επιστροφή στην πατρίδα.”

Όπως γράφει ο μεταφραστής στο εξαιρετικό επίμετρό του, ο Franz Hessel (πατέρας του γηραιού κυρίου Στεφάν Εσέλ που πριν λίγα χρόνια εντυπωσίασε με την μπροσούρα του “Αγανακτήστε” την Γαλλία), έγινε γνωστός στην Γερμανία του Μεσοπολέμου ως μεταφραστής, ποιητής και χρονικογράφος του Βερολίνου. Ανήκε στην λογοτεχνική παρέα των Βάλτερ Μπένγιαμιν (με τον οποίο ήταν επιστήθιος φίλος), Ζίγκφριντ Κρακάουερ και Σεμπάστιαν Χάφνερ. Πέθανε αυτοεξόριστος σε ένα καταυλισμό προσφύγων στη Νότια Γαλλία το 1941, όπου ήταν έγκλειστος για δύο μήνες μαζί με άλλους Γερμανούς διαννοούμενους και συγγραφείς (Τσβάιχ, Μαν, Ροτ) για να γλυτώσει από τους Ναζί.

Λησμονήθηκε σχεδόν αμέσως λογοτεχνικά αλλά η μεταφορά του βιβλίου του Ανρι-Πιερ Ροσέ, “Ζιλ και Τζιμ” στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τριφό το 1962 τον επανέφερε στο προσκήνιο. Η νουβέλα (και αντίστοιχα η ταινία) στηρίζεται σε αληθινά περιστατικά και εξιστορεί τις περιπέτειες ενός ερωτικού τριγώνου, όπου ο Ζιλ είναι ο Hessel, η Κατρίν είναι η σύζυγος του Έλεν και ο Ζιμ είναι ο Ροσέ. Ο Ροσέ (που ήταν ο καλύτερος φίλος του Έσελ) και η Έλεν ήταν εραστές πριν τον γάμο της με τον Έσελ, και παρέμειναν καθ' όλη τη διάρκειά του κοινού τους βίου, ακολουθούν δε τον Ροσέ στο Παρίσι, όπου ο Έσελ αδυνατεί να προσαρμοστεί και γυρίζει στο Βερολίνο χάνοντας οριστικά την Έλεν. Ουσιαστικά λοιπόν ο Hessel γράφοντας το “Απόκρυφο Βερολίνο” το 1927, μεταφέρει εμμέσως την ιστορία αυτού του ερωτικού τριγώνου, δίνοντάς της όμως διαφορετικό φινάλε.




 
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017
posted by Librofilo at Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017 | Permalink
Perfidia
 Νέα τετραλογία του Λος Άντζελες για τον σπουδαίο Αμερικανό συγγραφέα, James Ellroy (Λος Άντζελες, 1948), με το ογκώδες  και υπέροχο μυθιστόρημα "Perfidia" (εκδ. Κλειδάριθμος,  σελ.1022, μετάφρ. Α.Αποστολίδης), να αποτελεί το πρώτο βιβλίο της σειράς.  Τα γνώριμα θέματα του συγγραφέα επανέρχονται με δυναμικό και αφοπλιστικό τρόπο, στην πόλη που περιγράφει καλύτερα από όλους, και σε μια εποχή που τον εμπνέει για εξαιρετικά σαγηνευτικές σελίδες.

Λος Άντζελες, Δεκέμβριος 1941, μια ημέρα πριν την επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ, μια τετραμελής οικογένεια Αμερικανοιαπώνων, βρίσκονται σφαγιασμένοι μέσα στο σπίτι τους σε μια περιοχή κοντά στον αυτοκινητόδρομο. Στην αρχή πιστεύεται ότι πρόκειται περί μαζικής αυτοκτονίας με τον παραδοσιακό τρόπο ("σεπούκου) αλλά μετά από λίγες ώρες οι αστυνομικοί διαπιστώνουν ότι πρόκειται περί μιας στυγερής δολοφονίας. Δύο αστυνομικοί ικανότατοι αλλά σκληροί ανταγωνιστές για την μελλοντική ανάληψη της αρχηγίας στην Αστυνομία, ο Ουίλ Πάρκερ και ο Ντάντ Σμιθ προσπαθούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο να επιλύσουν τον γρίφο. Πολύτιμος βοηθός του πρώτου είναι ο Χιντέο Ασίντα, Χημικός με διδακτορικό από τα 22 του, ο οποίος εργάζεται στο Εγκληματολογικό τμήμα, και που αισθάνεται περισσότερο Αμερικανός παρά Ιάπωνας.

Την επομένη γίνεται η επίθεση στην βάση του Περλ Χάρμπορ, η αναπόφευκτη είσοδος των Η.Π.Α στον Β Παγκόσμιο πόλεμο και το πρώτο από τα άμεσα μέτρα που επιβάλλονται είναι ο εγκλεισμός των κατοίκων Ιαπωνικής καταγωγής στις φυλακές. Ο πολεμικός πυρετός έχει κυριεύσει την πόλη, και αυτό δίνει αφορμή για συμπλοκές μεταξύ συμμοριών, κλοπές χρηματαποστολών, εν ψυχρώ δολοφονίες Ιαπώνων. Η νεαρή διανοούμενη Κέι Λέικ αφού απορρίπτεται λόγω "αριστερού" παρελθόντος από την κατάταξη στον στρατό, ψάχνει αφορμή να εμπλακεί ενεργά στην δράση. Θα γνωρίσει τον Ουίλ Πάρκερ που θα προσπαθήσει να την χρησιμοποιήσει ως "δούρειο ίππο" σε μια φιλοκομμουνιστική οργάνωση που δραστηριοποιείται υπέρ της ειρήνης στο Λος Άντζελες.
Αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι, θα εμπλακούν σε ένα γαϊτανάκι εγκλημάτων, διαπλοκής, εξουσίας, έρωτα για σχεδόν ένα μήνα.

Ο αστυνόμος Ουίλ "ουίσκι" Πάρκερ. Ηθικολόγος, εμμονικός,  αδίστακτος και σκληρός, φανατικά θρησκόληπτος καθολικός, με ένοχο παρελθόν, αλκοολικός και ερωτευμένος με μια κοκκινομάλλα που δεν ξέρει καν ποια είναι (και η οποία φέρει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της μητέρας του συγγραφέα-άλλη μια εμμονή). Φιλόδοξος και επίμονος, θέλει να γίνει αρχηγός της αστυνομίας του Λος Άντζελες και μετά ίσως κυβερνήτης. Έχει στενούς φίλους αλλά και φανατικούς αντιπάλους. Προσπαθεί χωρίς επιτυχία να καταπολεμήσει τον αλκοολισμό του και βλέπει σιγά σιγά να υποκύπτει στην γοητεία της Κέι Λέικ. Είναι πραγματικός χαρακτήρας και ο Ελρόι τον εμφανίζει και στα μυθιστορήματα «Λος Άντζελες εμπιστευτικό» και «Λευκή Τζαζ».

Η Κέι Λέικ, αδίστακτη, όμορφη και ασυγκράτητη, χωριατοκόριτσο που ήρθε στο Λ.Α. να καταταγεί στον στρατό ή οπουδήποτε φοράνε στολή. Εξάλλου έχει αδυναμία στους ένστολους, στους σκληρούς και αδίστακτους τύπους, στους πυγμάχους και στους ατίθασους σαν κι αυτήν, το δε πραγματικό αντικείμενο του πόθου της είναι ο πυγμάχος Μπάκι Μπλάιχαρτ. Συζεί με τον αστυνόμο Λι Μπλασάρντ, πρώην πυγμάχο που δεν χαρακτηρίζεται από την εξυπνάδα του. Δεν έχουν σχέσεις και εκείνη την πέφτει δεξιά κι αριστερά. Θα γίνει χαφιές του Ουίλ Πάρκερ και σε λίγο θα τον έχει του χεριού της όπως και τον πανέξυπνο χημικό Χιντέο Ασίντα. Εμφανίζεται και στο μυθιστόρημα «Μαύρη Ντάλια».

Ο Χιντέο Ασίντα είναι Ιάπωνας που δουλεύει για το Εγκληματολογικό τμήμα του Λος Άντζελες. Κρυπτομοφυλόφιλος, από μικρός ερωτευμένος με τον πυγμάχο Μπάκι Μπλάιχαρτ. Η ζωή του μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ έχει γίνει κόλαση. Στον δρόμο τον φτύνουν και τον προπηλακίζουν, οι συμπατριώτες του φυλακίζονται και συνειδητοποιεί ότι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έρχεται και η δική του η σειρά. Αλλά στην Αστυνομία τον εκτιμούν και τον χρειάζονται, είναι ο μόνος που δουλεύει μεθοδικά και με σύστημα. Ταλαντεύεται μεταξύ του Ουίλ Πάρκερ που τον εκτιμάει και τον σέβεται, ενώ τον προστατεύει όπως μπορεί και του Αρχιφύλακα Ντάντλει Σμιθ, που του υπόσχεται ισχυρή προστασία αν πάει με τα δικά του νερά. Εμφανίζεται και στο μυθιστόρημα «Μαύρη Ντάλια» χωρίς μεγάλη σημασία.

Ο Ντάντλει Σμιθ, ο Ιρλανδός καθολικός που ήρθε από το Δουβλίνο στο Λος Άντζελες με βαρύ παρελθόν και ανέβηκε στην ιεραρχία της Αστυνομίας με όπλο του την σκληρότητα αλλά και την καλή αντίληψη των καταστάσεων. Συνεχώς σαλεμένος και άγριος, πορνολάγνος και  διεφθαρμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, αλλά ικανότατος σε ότι αναλαμβάνει. Καταναλώνει μπεζεντρίνες  για να κρατιέται όρθιος, κάνει συμμαχίες με τον υπόκοσμο, τους Κινέζους, την Δημοτική Αρχή, το FBI. Είναι ο μεγάλος αντίπαλος του Ουίλ Πάρκερ για την αρχηγία της Αστυνομίας και θα χρησιμοποιήσει όλα του τα όπλα και κάθε μέσον για να τα καταφέρει. Πανέξυπνος έχει πάντα την πιο γρήγορη λύση για όλα χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες και τους νεκρούς που θα αφήσει πίσω του. Έχει εμμονή με την Μπέτι Ντέηβις με την οποία συνάπτει μια σύντομη ερωτική σχέση που θα τον σημαδέψει.  Ερωτευμένος με την Μπέτι Ντέηβις με την οποία θα έχει ερωτική σχέση. Η μεγάλη έκπληξη είναι ότι ο Ντάντλει Σμιθ είναι ο πατέρας της Ελίζαμπεθ Σορτ, της περίφημης «Μαύρης Ντάλιας», η οποία στο βιβλίο θα επισκεφθεί για πρώτη φορά το Λος Άντζελες.


Γύρω από τους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος, πραγματικούς και κατασκευασμένους από την πένα του Ellroy, βρίσκουμε δεκάδες χαρακτήρες που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην λαβυρινθώδη δομή του μυθιστορήματος. Όλοι στα όρια, σε συνεχή ένταση, , τρελαμένοι και παρανοϊκοί αστυνόμοι με δολοφονικές τάσεις, δημοσιογράφοι που πληρώνονται από τον Χιρστ και κάνουν κάθε είδους διευκολύνσεις, χειρουργοί που κάνουν πειράματα ευγονικής, πολιτικοί που πληρώνουν πόρνες, διεφθαρμένοι και σεξομανείς δημοτικοί άρχοντες και λειτουργοί. Την ίδια ώρα, λαμβάνουν χώρα κατασκευαστικά σχέδια γύρω από τον αυτοκινητόδρομο, προσπάθεια κυριαρχίας στην πόλη, η Κινέζικη μαφία που επιτέλους παίρνει την εκδίκησή της από τους Ιάπωνες, υποβρύχια Ιαπωνικά να πλησιάζουν τις ακτές και άμοιροι ασιάτες να φυλακίζονται ή να δολοφονούνται λόγω καταγωγής.

"Ανάμνηση
Πριν ογδόντα πέντε χρόνια περιπλανήθηκα σε μια πεδιάδα εν μέσω χιονοθύελλας. Το κρύο με μάγευε, τότε και τώρα. Έζησα περισσότερο απ'όσο μου αναλογεί και συνειδητοποιώ ότι φοβάμαι τον θάνατο. Δεν επιθυμώ πλέον τις καταιγίδες όπως κάποτε. Πρέπει να θυμάμαι με ακόμα μεγαλύτερο μένος.
Ήταν μια έξαψη που παραμένει ως σήμερα. Όσο ξαναζώ αυτή την ιστορία, δεν πρόκειται να πεθάνω. Επιστρέφω στο Τότε για να κερδίσω στιγμές στο Τώρα.
Είκοσι τρεις μέρες.
Αιματηρό λιβελογράφημα.
Ένας αστυνομικός χτυπάει την πόρτα μιας νεαρής γυναίκας. Ανεμίζουν σημαίες δολοφόνων. 
Είκοσι τρεις μέρες.
Αυτή η καταιγίδα.
Ανάμνηση."

Ο Ellroy με τη νέα τετραλογία του Λος Άντζελες - την δεύτερη μετά την τόσο επιτυχημένη πρώτη, που περιλαμβάνει, τα εμβληματικά του μυθιστορήματα, "Μαύρη ντάλια", "Το μεγάλο πουθενά", "Λος Άντζελες, εμπιστευτικόν" και "Λευκή τζαζ", κάνει ένα φλας μπακ στον χρόνο και ξεκινάει την δράση την δεκαετία του 1940, τα χρόνια που διαμόρφωσαν κάποιους από τους κεντρικούς χαρακτήρες της πρώτης τετραλογίας. Το "Perfidia" αποτελεί το πρώτο μέρος αυτής της νέας σειράς μυθιστορημάτων και έχει το δικό του ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους λάτρεις του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα, αλλά και για αυτούς που δεν έχουν ξαναδιαβάσει βιβλίο του Ellroy.

Όπως γράφει και ο εξαίρετος μεταφραστής του Ellroy, Ανδρέας Αποστολίδης στο θαυμάσιο επίμετρο που συνοδεύει το βιβλίο, ο συγγραφέας κάνει ένα πείραμα που μοιάζει με τα σύγχρονα τηλεοπτικά εγχειρήματα των δημοφιλών ποιοτικών σειρών, όπως το ασυναγώνιστο "Breaking Bad", όπου ένας από τους πλέον διακριτούς χαρακτήρες, πρωταγωνιστεί σε ένα είδος prequel της σειράς, στο υπέροχο "Better call Saul", έτσι κι εδώ η Κέι Λέικ, ένα διακριτό και σημαντικό πρόσωπο αλλά όχι πρωταγωνίστρια της πρώτης τετραλογίας, αποτελεί στο Perfidia τον συνεκτικό κρίκο μεταξύ των δύο συνεχειών. Η Κέι Λέικ, αγαπημένη ηρωίδα του Ellroy, είναι το άτομο που το ημερολόγιο της διαβάζουμε στο Perfidia, η πρωτοπρόσωπη γραφή της εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του υπόλοιπου μυθιστορήματος, η τεχνική του οποίου αναλύεται ενδελεχώς από τον Αποστολίδη στο επίμετρο που αναφέρω παραπάνω.


Ο συγγραφέας δεν αθωώνει, ούτε εξαγνίζει κανέναν από τους ήρωές του. Όλοι αντιφατικοί και ικανοί για αγάπη αλλά και προδοσία, αφοσίωση και σπιουνιά, έγκλημα αλλά και καλοσύνη. Ο Ellroy περιγράφει τα φιλοναζιστικά αισθήματα ενός μεγάλου κομματιού των δυνάμεων ασφαλείας των ΗΠΑ, που δεν εκδηλώθηκαν ποτέ επειδή υπερίσχυσε η αγάπη προς την πατρίδα, τον περίεργο ρόλο της εκκλησίας και του Χόλιγουντ.
Εξαιρετικός στην δημιουργία αγχώδους και ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας, ο Ellroy παρασέρνει τον αναγνώστη του σε ένα αλησμόνητο ταξίδι όπου τα συναισθήματα εναλλάσσονται, την βία και την φρίκη διαδέχονται το χιούμορ και η άφθαστη ειρωνεία της αφήγησης, ενώ οι εικόνες που μεταφέρονται είναι ολοζώντανες και ιδιαίτερα θεαματικές.

Είναι όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας, ένα βιβλίο που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, όπως σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα αυτού του ιδιοφυούς δημιουργού. Εμπεριέχει όλες τις εμμονές του, την Μαύρη ντάλια (παντού και πάντα στα βιβλία του), το δημοφιλές τραγούδι Perfidia (που δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα), την οικογένεια Κένεντι με τον νεαρό τότε Τζον να είναι ήδη περιβόητος για την σεξουαλική του μανία, τα σκάνδαλα και τα κουτσομπολιά του Χόλιγουντ που αποτελούν μέρος της μυθολογίας του Λος Άντζελες, την (πολλές φορές ακατανόητη) βία, την μέχρι πορνογραφίας περιγραφή των εγκλημάτων, τις μικρές προτάσεις, τον στακάτο διάλογο, τον ρομαντισμό των σκληρών ανδρών και την έλξη των γυναικών προς αυτούς, τον σεξισμό που είναι διάχυτος και για τον οποίο συνεχώς κατηγορείται ο συγγραφέας, τον έντονο αντικομμουνισμό που είναι κι εδώ έντονος, είναι όμως τέτοια η γοητεία της γραφής του που τα συγχωρείς όλα και αφήνεσαι σε αυτό το εκπληκτικό page-turner που είναι τέτοια η επήρειά του που συνοδεύει ακόμα και τον ύπνο σου.




 
Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2017 | Permalink
Αριθμός 11
Η Μεγάλη Βρετανία του 2014, προ του δημοψηφίσματος για το Brexit. Πρόγραμμα λιτότητας και οικονομική κρίση ενώ οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των τάξεων γίνονται όλο και πιο χαώδεις. Ποιος δημιουργός είναι ο ικανότερος να περιγράψει αυτή την κατάσταση; Σίγουρα ο σπουδαίος  Άγγλος συγγραφέας Jonathan Coe (1961, Worcestershire) . Και ακριβώς αυτό κάνει με ιδιαίτερα ιδιοφυή τρόπο, στο πολύ ωραίο μυθιστόρημά του “ΑΡΙΘΜΟΣ 11” (Number 11”), (Εκδ. Πόλις, μετάφρ. Άλκ.Τριμπέρη, σελ 522).


Ο αριθμος 11, είναι το ενδέκατο βιβλίο του Coe, είναι επίσης ο αριθμός της κατοικίας του Βρετανού υπουργού Οικονομικών (ακριβώς δίπλα στο περίφημο 10 της Ντάουνιγκ στριτ). Είναι ο αριθμός ενός λεωφορείου που διασχίζει το Μπέρμιγχαμ της κρίσης και της μεγάλης ανεργίας, και με την θέρμανσή του μπορεί να σε ζεστάνει αν το σπίτι σου είναι κρύο, αλλά είναι και ο αριθμός του σπιτιού μιας εκκεντρικής καλλιτέχνιδος που περιθάλπει μετανάστες, αλλά 11 είναι και οι όροφοι προς τα κάτω, το ενδέκατο υπόγειο δηλαδή, μιας πάμπλουτης οικογένειας που επεκτείνει την έπαυλή της υπόγεια, αφού δεν μπορεί λόγω της νομοθεσίας να την επεκτείνει σε ύψος. Το φλεγματικό χιούμορ που κατακλύζει το βιβλίο βρίσκει διέξοδο και περιέχει νόημα, σ'αυτό το παιχνίδι του συγγραφέα.

Οι δύο ηρωίδες του μυθιστορήματος, η Ρέιτσελ και η Άλισον, είναι δέκα χρονών το 1993 και φιλοξενούνται στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς της πρώτης, όταν παρακολουθούν από την τηλεόραση τις λεπτομέρειες της μυστηριώδους δολοφονίας του Βρετανού επιθεωρητή του ΟΗΕ, Ντέιβιντ Κέλι (ο οποίος είχε αμφισβητήσει την άποψη του τότε πρωθυπουργού Μπλερ, για το πυρηνικό οπλοστάσιο του Σαντάμ Χουσεΐν και την αναγκαιότητα στρατιωτικής επέμβασης). Το γεγονός αυτό μαζί με τα υποτιμητικά σχόλια του παππού της, θα στοιχειώσει την Ρέιτσελ για όλη της την ζωή. Μαζί με την Άλισον, θα περάσουν διακοπές εξερεύνησης και μύησης, καθώς θα γνωρίσουν την Φοίβη, μια εκκεντρική ζωγράφο, που έχει προσφέρει άσυλο σε έναν Κινέζο μετανάστη που εργαζόταν σε μια εταιρία τροφίμων (και εκμετάλλευσης ανθρώπων). Η γνωριμία αυτή θα επηρεάσει περισσότερο την Άλισον η οποία θα ακολουθήσει κι εκείνη καλλιτεχνική πορεία.

Ο Coe με χρονικά άλματα παρακολουθεί την πορεία των δύο κοριτσιών από τα εφηβικά τους χρόνια μέχρι τις πρώτες επαγγελματικές τους εμπειρίες, 20 χρόνια αργότερα. Η Ρέιτσελ και η Άλισον, τόσο διαφορετικές εμφανισιακά, καθώς η δεύτερη είναι Αφροβρετανίδα αλλά και κοινωνικά, θα διακόψουν την επαφή τους μέσω μιας ηλεκτρονικής παρεξήγησης/ασυνεννοησίας, αλλά θα ξαναβρεθούν αρκετά χρόνια αργότερα. Στο ενδιάμεσο, ο συγγραφέας εισάγει κι άλλα πρόσωπα στο puzzle που συνθέτει, την Βαλ, μητέρα της Άλισον,  βιβλιοθηκάριο πλέον, πρώην τραγουδίστρια μιας pop επιτυχίας, την οποία πνίγουν τα χρέη, η οικονομική και συναισθηματική ανασφάλεια και πηγαίνει σε ένα τηλεπαιχνίδι επιβίωσης, όπου ρεζιλεύεται και γίνεται θύμα των ταμπλόιντς, δύο ικανότατους αστυνόμους, έναν σίριαλ κίλερ που δολοφονεί κωμικούς που εξυπηρετούν με τον τρόπο τους το “σύστημα”, μια καθηγήτρια πανεπιστημίου που προσπαθεί να ολοκληρώσει το βιβλίο που είχε ξεκινήσει ο νεκρός πλέον σύζυγός της, ο οποίος, είχε παθιαστεί με ένα χαμένο γερμανικό φιλμ, ενώ, θα ξανασυναντήσουμε μετά από το εξαιρετικό “Τι ωραίο πλιάτσικο” και την κάποτε πανίσχυρη και πάμπλουτη οικογένεια Γουίνσο σε πλήρη πλέον παρακμή καθώς “αντιπροσωπεύεται” από την νεαρή Τζόζεφιν, μια αδίστακτη αμοραλίστρια, που δεν θα διστάσει να πατήσει επί πτωμάτων για την επιτυχία.

Η Ρέιτσελ μετά από εξαιρετικές σπουδές στην Οξφόρδη, θα αναγκαστεί να δουλέψει ως εσωτερική δασκάλα στην οικογένεια ενός Άγγλου λόρδου, του σερ Γκίλμπερτ Γκαν, ο οποίος κινείται συνεχώς με το ιδιωτικό του αεροπλάνο μεταξύ χωρών και ηπείρων. Η σύζυγός του, πρώην μοντέλο, προσπαθεί να ανακαινίσει την έπαυλη στο κέντρο του Λονδίνου που έχουν αγοράσει και την επεκτείνει προς τα κάτω πηγαίνοντας όσο πιο βαθιά μπορεί. Η Άλισον, έχοντας χάσει το ένα της πόδι από μια ασθένεια, προσπαθεί να επιβιώσει ως ζωγράφος. Οι δύο κοπέλες θα έρθουν κατάφατσα με την κοινωνική αδικία, θα την βιώσουν στο πετσί τους, η μία απόφοιτος του καλύτερου πανεπιστήμιου της χώρας, να είναι ουσιαστικά καμαριέρα και η άλλη να μην έχει στον ήλιο μοίρα.

Ο Coe φέρνει συνεχώς στο προσκήνιο του μυθιστορήματός του, τις κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις της Βρετανίας. Οι κυβερνήσεις εναλάσσονται, από τον Μπλερ στον Κάμερον, αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι ανακαλύπτοντας συνεχώς νέους τρόπους πλουτισμού και αποφυγής της φορολογίας (ένας από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες της ιστορίας, κάνει ακριβώς αυτή τη δουλειά, συμβουλεύει τους οικονομικούς μεγιστάνες πως να αποφύγουν την φορολογία), ενώ οι φτωχοί γίνονται ακόμα φτωχότεροι, ακούγοντας τον υπουργό Οικονομικών της χώρας να τους θυμίζει τον Τσώρτσιλ στον Β παγκόσμιο πόλεμο, λέγοντάς τους “αυτό, θα το αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί”. Η χώρα βρίσκεται σε κατάρρευση, τονίζει με κάθε τρόπο στο βιβλίο του, ο πανέξυπνος συγγραφέας και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι “να παίξεις το παιχνίδι τους” όπως με σκυμμένο το κεφάλι, παραδέχεται στην εμβρόντητη Ρέιτσελ, η παλιά της καθηγήτρια στην Οξφόρδη, η οποία εργάζεται πλέον με υψηλό μισθό σε ένα θολής κατεύθυνσης οργανισμό “κοστολόγησης ανθρώπινων συναισθημάτων”.


Οι αρκετοί χαρακτήρες και οι πολλές ιστορίες μοιρασμένες σε κεφάλαια, δείχνουν ασύνδετες μεταξύ τους, αλλά ο Coe τις ενώνει αριστοτεχνικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του. Μέγας αφηγητής, καθηλώνει τον αναγνώστη και το μυθιστόρημα είναι τόσο σαγηνευτικό που δεν το αφήνεις από τα χέρια σου, όμως βρήκα το φινάλε λίγο βιαστικό σε σχέση με όλο αυτό που προηγήθηκε. Το μεταφυσικό στοιχείο που βάζει στην αφήγησή του, μπορεί να λειτουργεί άψογα στην αρχή με το εισαγωγικό κεφάλαιο της μικρής Ρέιτσελ και του αδερφού της, αλλά αργότερα γίνεται πολύ γκροτέσκο και υπερβολικό.

Ο συγγραφέας ακολουθώντας την μεγάλη Βρετανική παράδοση του σατιρικού μυθιστορήματος και της εκλεπτυσμένης ειρωνείας, κεντάει κυριολεκτικά στις σελίδες που ασχολείται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την εξάπλωση του κουτσομπολιού με διαφορετικά μέσα από το παρελθόν, με την προχειρότητα που εξαπλώνεται μια είδηση μέσα σε δευτερόλεπτα, με την ανθρωποφαγία των μέσων μαζικής επικοινωνίας κάθε είδους. Σατιρίζει τα βραβεία κάθε είδους (είναι κορυφαία η σκέψη του για ένα “βραβείο των βραβείων”), τον εύκολο πλουτισμό, την δημιουργία τηλεοπτικών ειδώλων, την κενότητα των ανθρώπων.


Το βιβλίο του Coe είναι βέβαια βαθιά πολιτικό. Η Βρετανία σε κρίση, οικονομική και κυρίως ανθρωπιστική, με τα οικονομικά και πολιτικά παιχνίδια να κυριαρχούν και την πλατιά μάζα των ανθρώπων να βρίσκονται ανίσχυροι μπροστά σ'αυτά που γίνονται. Εικόνες πολύ ισχυρές μέσα από την ολοζώντανη και φρέσκια αφήγηση του ικανότατου συγγραφέα περνάνε μπροστά από τα μάτια μας, οι τράπεζες τροφίμων, η ανεργία, η λαμογιά, η εκμετάλλευση. Η καλή εκπαίδευση δεν σημαίνει πια τίποτα, μας λέει ο Coe. Είτε έχεις τελειώσει την Οξφόρδη, είτε ένα ανώνυμο πανεπιστήμιο, είσαι αναλώσιμος και έρμαιο στα χέρια των οικονομικά ισχυρών - “όλοι θα έπρεπε να πάνε μια βόλτα μ' ένα αυτοκίνητο σαν αυτό, τουλάχιστον μια φορά. Μετά θα έχουν να αγωνίζονται για κάτι”, λέει ο οικονομικός cleaner του λόρδου Γκαν στην Ρέιτσελ σε μια εκπληκτική (από τις αρκετές του βιβλίου) σκηνή.

Μπορεί τα πολιτικά μηνύματα που περνάει ο συγγραφέας να φαίνονται υπεραπλουστευμένα – οι πλούσιοι είναι όλοι κακοί και μοχθηροί, αδιάφοροι και μόνο με ένα σκοπό: να γίνουν πλουσιότεροι, οι υπόλοιποι έχουν πάντα ελαφρυντικά – αλλά ίσως και αυτός να είναι ένας εύστοχος τρόπος να αφηγηθείς τέτοιες καταστάσεις, διότι αυτό που κάποτε θεωρείτο γκροτέσκο, δεν είναι παρά η απλή καθημερινότητα.


Το μυθιστόρημα μπορεί να θεωρηθεί (αρκετά χαλαρά βέβαια) ως συνέχεια (sequel) του έξοχου “Τι ωραίο πλιάτσικο με την αδίστακτη οικογένεια Γουίνσο εκείνου του βιβλίου, να πρωταγωνιστεί κι εδώ, μόνο που οι συνθήκες πλέον είναι λίγο διαφορετικές και νέα κόλπα κυριαρχούν. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι το ίδιο, Θατσερισμός τότε, Νεοφιλελευθερισμός τώρα και η αδίστακτη οικογένεια είναι πλέον οι Γκαν, της επίδειξης και του συσσωρευμένου πλούτου που δεν ξέρουν πως να τον ξοδέψουν. 


Το βιβλίο δεν φθάνει βέβαια στο ποιοτικό επίπεδο του “Τι ωραίο πλιάτσικο”, αλλά είναι πολύ καλό και οι αρετές του είναι πολύ περισσότερες από τα ελαττώματά του. Ο Coe παραμένει μεγάλος αφηγητής και ξέρει τον τρόπο να κερδίζει τον αναγνώστη του, ο οποίος απολαμβάνει την ανάγνωση και ταυτόχρονα προβληματίζεται καθώς ο συγγραφέας (όπως και κάθε μεγάλος δημιουργός) γνωρίζει πως να περνάει (έστω και κραυγαλέα) το μήνυμα, ότι ο αριθμός 11, η κατοικία του  εκάστοτε υπουργού Οικονομικών, είναι πλέον το κέντρο των εξελίξεων και όχι το παραδοσιακό 10 της Ντάουνιγκ στριτ.


 
Τετάρτη, Ιανουαρίου 18, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 18, 2017 | Permalink
Το κρυφό ημερολόγιο του Χίτλερ
“Μυθιστορία” ή “Μυθοπλαστικό ντοκουμέντο”, όποια ταυτότητα και αν του δώσεις, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, για το πολύ καλό βιβλίο του ποιητή, μεταφραστή, ιστορικού (και άλλων λογοτεχνικών ιδιοτήτων) Χάρη Βλαβιανού, με τίτλο “ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ” , (εκδ.Πατάκη, σελ. 541). Ουσιαστικά, προϊόν μυθοπλασίας που βασίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα, το βιβλίο είναι μια απόπειρα κατανόησης, ένα ψυχογράφημα του Αδόλφου Χίτλερ, με βάση την περίοδο εγκλεισμού του (Νοέμβριος '23-Δεκέμβριος '24), στις φυλακές Λάντμπεργκ για κάτι παραπάνω από ένα χρόνο.

Τον Νοέμβριο του 1923, ο Αδόλφος Χίτλερ συλλαμβάνεται και κλείνεται στις φυλακές του Λάντμπεργκ. Ανέλαβε την ευθύνη για το πραξικόπημα-οπερέτα σε μια μεγάλη μπυραρία του Μονάχου, όταν προσπάθησε με τους λίγους οπαδούς που τότε διέθετε, να ανατρέψει την Βαυαρική κυβέρνηση. Αφού κράτησε όμηρους τους τρεις ηγέτες του κρατιδίου όλη τη νύχτα, στην πορεία/παρέλαση της επόμενης ημέρας, βρήκαν απέναντί τους τις δυνάμεις του στρατού οι οποίες άνοιξαν πυρ. Με τους πρώτους πυροβολισμούς, ο Χίτλερ έπεσε στο έδαφος και προσπάθησε να διαφύγει, αλλά λίγες ημέρες αργότερα συνελήφθη μαζί με τους πιο στενούς του συνεργάτες (στρατηγός Λούντεντορφ, Ρεμ, Γκαίρινγκ, Ες και άλλοι).

Στο Λάντμπεργκ ο Χίτλερ θα παραμείνει έγκλειστος με συνθήκες ιδιαίτερα άνετες για την εποχή και την κατάσταση. Θα απολαύσει την συμπάθεια του διευθυντή των φυλακών, την ευγένεια των δεσμοφυλάκων του και την ηρωοποίηση από τους οπαδούς του, οι οποίοι θα αυξηθούν σημαντικά μετά την δίκη του, στην οποία ο (μάλλον ομοϊδεάτης) δικαστής, θα τον αφήσει να εκφωνήσει ένα μακροσκελή λόγο αντί της συνήθους απολογίας. Θα καταδικαστεί σε πενταετή φυλάκιση, γλυτώνοντας την απέλαση ή την βαρύτερη ποινή και θα αποφυλακιστεί με απονομή χάριτος μετά από ένα χρόνο.

Στην περίοδο του εγκλεισμού του, ο Χίτλερ σύμφωνα με την πλειονότητα των ιστορικών πηγών, κρατούσε ημερολόγιο. Το ημερολόγιο αυτό είτε έχει χαθεί, είτε έχει καταστραφεί. Την ίδια εποχή υπαγόρευε στους συνεργάτες του (κυρίως στον Ρούντολ Ες) τον πρώτο τόμο του “ευαγγελίου του Ναζισμού”, “Ο αγών μου” (“Mein Kampf”), το κάθε κεφάλαιο δε που ολοκλήρωνε, το διάβαζε στους άμεσους συνεργάτες του. 
Στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του καταστροφικού Β Παγκοσμίου πολέμου, έγινε πολλή και μεγάλη συζήτηση γύρω από αυτά τα ημερολόγια, τα οποία παρά τις προσπάθειες πλαστογράφησης διαφόρων, δεν έχουν βρεθεί και θεωρούνται οριστικά κατεστραμμένα.

"Είδα ένα φρικτό όνειρο. Ήμουν με τον Ες σε μια εξοχή κάπου στα περίχωρα του Μονάχου και περπατούσαμε πλάι στην όχθη ενός μικρού ποταμού, όταν ξαφνικά αποφασίσαμε να πέσουμε στα νερά του για να κολυμπήσουμε. Ο Ες γδύθηκε με αργές αβίαστες κινήσεις και βούτηξε πρώτος. Λίγο μετά τον ακολούθησα και εγώ. Οσα διαδραματίστηκαν μεταξύ μας ενώ κολυμπούσαμε, αλλά κυρίως μετά, ήταν τόσο αποτρόπαια, που μου είναι αδύνατον έστω και να αποτολμήσω την αχνή περιγραφή του. Σήμερα ντρεπόμουν τόσο πολύ που απέφυγα να τον συναντήσω. Κλείστηκα στο κελί μου και αρνήθηκα να βγω έξω. Ζήτησα από τον φύλακα να μου φέρει φαγητό εδώ. Αν και προσπαθώ να ξεχαστώ ξεφυλλίζοντας τις χθεσινές εφημερίδες, κάποιες σκηνές έρχονται πάλι και πάλι στον νου μου και με ταράζουν φοβερά. Γιατί να δω αυτό το όνειρο; Θα προσπαθήσω να κλείσω για λίγο τα μάτια, με την ελπίδα να έρθει κάποιο άλλο όνειρο για να σβήσει το χθεσινό."

Ο Βλαβιανός στο βιβλίο του φτιάχνει μια μυθοπλασία στηριγμένη στις ιστορικές πηγές, τονίζοντας εξαρχής ότι δεν προσπαθεί να κάνει αναπαράσταση του εγκλεισμού αλλά μια φανταστική ημερολογιακή καταγραφή της καθημερινότητας του Χίτλερ, αυτόν τον ένα χρόνο που έμεινε μέσα στη φυλακή. Χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ανατέμνοντας την προσωπικότητα του μελλοντικού δικτάτορα.

Ο Χίτλερ ξεγυμνώνεται μέσα από την επανάληψη και την μονοτονία του εγκλεισμού του. Αποκαλύπτεται ένας άνθρωπος θρασύδειλος και εμφανώς διαταραγμένος, μονομανής, εγωπαθής με κρυφές και καταπιεσμένες τάσεις ομοφυλοφιλίας, ο μύθος του "βιβλιοφάγου" δικτάτορα καταρρίπτεται, όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος αναμασάει πασαλείμματα από βιβλία που δεν τα διαβάζει ολόκληρα αλλά επιλέγει ορισμένα αποσπάσματά τους, για να χρησιμεύσουν στον σκοπό του. Οι εμμονές του τον κατακυριεύουν, οι Εβραίοι, η θεωρία του “ζωτικού χώρου”, η αντιπάθειά του για τους πολιτικούς καριέρας, για τις μειονότητες, η υιοθέτηση ακόμα και διαπιστωμένα ψεύτικων πηγών (όπως τα “Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών”) για να ενδυναμώσουν την ναζιστική ιδεολογία.

Κυριαρχούν στις καταγραφές αυτού του φανταστικού ημερολογίου, η λατρεία για την μάνα, η ντροπή και απέχθεια για τον καταπιεστικό πατέρα, η υποστήριξη της οικογένειας Βάγκνερ και άλλων, η ταύτιση με τις απόψεις ιδεολόγων του εθνικισμού παγκοσμίως, η λατρεία για τον Νίτσε (χωρίς να τον καταλαβαίνει απόλυτα), για τα σύμβολα που θα του χρησιμεύσουν αργότερα στην προπαγάνδα. Ο Χίτλερ παρουσιάζεται με όλα τα στοιχεία του “χαρισματικού ηγέτη” (με την Βεμπεριανή έννοια) διαθέτοντας την πειθώ και την ικανότητα “αποπλάνησης” των υποστηρικτών του, οι οποίοι είναι αφοσιωμένοι και τον ακολουθούν θαυμάζοντάς τον και χωρίς να τον κρίνουν. Έχει (όπως και κάποιοι από τους “χαρισματικούς ηγέτες” της ιστορίας) δε την ικανότητα να εκμεταλλεύεται την κρίση της κοινωνίας, προσφέροντας μια θεωρία υπέρβασής της και δημιουργώντας μια διαφορετική νομιμότητα μεταβάλλοντας την παραδοσιακή τάξη πραγμάτων και δημιουργώντας μια καινούρια.

"Ο πατέρας μου ήταν ένας αχρείος κια ο πατέρας του, ο παππούς μου, ένας άγνωστος! Άλλοι λένε πως ήταν ο μυλωνάς του χωριού, άλλοι ο αδελφός του, που ήταν πιο ευκατάστατος. Κάποια βδελυρά υποκείμενα φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται κάτι τόσο σιχαμένο που δεν τολμώ καν να το σκεφτώ. Όλες οι αγαπημένες γυναίκες της οικογένειάς μου - γιαγιά, μητέρα, εξαδέλφη - ήταν υπηρέτριες!Με τέτοιο παρελθόν πως θα εμφανιστώ ενώπιον του λαού μου να διεκδικήσω την ψήφο του; Θα εμπιστευτούν έναν χωριάτη από την Αυστρία με τόσο σκοτεινό παρελθόν; Πρέπει να επινοήσω έναν άλλο Χίτλερ, που να δικαιώνει αυτό το οποίο είμαι τώρα. Όλοι οι μεγάλοι άνδρες ξαναγράφουν το βιβλίο της ζωής τους. Με εξαίρεση τη μητέρα μου, δεν μου άξιζαν αυτοί οι πρόγονοι. Θα τους διαγράψω από όλα τα επίσημα έγγραφα. Θα διαγράψω και από τον χάρτη το άθλιο αυτό χωριό που με γέννησε."

Διατρέχοντας αυτό το μυθοπλαστικό ημερολόγιο, ο αναγνώστης δεν μπορεί να αποφύγει την αναγωγή στην σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα, με την άνοδο του λαϊκισμού και της δημαγωγίας, με την άνοδο της ακροδεξιάς στις περισσότερες χώρες, με την ανάδειξη συμπλεγματικών προσωπικοτήτων στην ηγεσία σημαντικών χωρών, με την υιοθέτηση (μέσω της εξάπλωσης των social media) της πιο εξωφρενικής προπαγάνδας και της πιο ακραίας είδησης.

Πυκνογραμμένο και συμπαγές (δείγμα της ποιητικής του θητείας και πολύχρονης ενασχόλησης), το απαιτητικό βιβλίο του Βλαβιανού, οξυδερκές και γεμάτο χιούμορ είναι σε πολλά σημεία του συναρπαστικό. Η αφηγηματική δε ικανότητα του συγγραφέα, η έμφαση στη λεπτομέρεια και στη σημειολογία των κινήσεων εντυπωσιάζουν. Ο πολυσχιδής και πολυδιάστατος συγγραφέας μας χαρίζει ένα χρήσιμο και πολύτιμο ανάγνωσμα που πρέπει να διαβαστεί με προσοχή και σκέψη, όχι μόνο για αυτά που περιγράφει αλλά και για αυτά που υπονοεί. 


 
Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017 | Permalink
Ο Κάφκα στην ακτή
Ένας έφηβος που το σκάει από το σπίτι για να βρει τον εαυτό του, ένας ηλικιωμένος χαμηλής νοημοσύνης που έχει την ικανότητα να συνομιλεί με τις γάτες και να προκαλεί φυσικά φαινόμενα, μια γάτα που ακούει όπερα, ένας δολοφόνος γατών που ακούει στο όνομα Τζόνι Γουόκερ, μια υπέροχη γυναίκα που έχει ένα βασανισμένο παρελθόν, ένας νεαρός που αποδεικνύεται κοπέλα εγκλωβισμένη σε λάθος σώμα, ένας νταβατζής που έχει τη μορφή του συνταγματάρχη Σάντερς των KFC, μια εκπάγλου καλλονής πόρνη που απαγγέλει Μπερξόν, μια μαγική πέτρα που είναι και το κλειδί ενός άλυτου μυστηρίου, ένας (καρτουνίστικος) νεαρός οδηγός φορτηγού που ζει μια περίεργη περιπέτεια, μια εκπληκτική βιβλιοθήκη και ένα δάσος που κρύβει μυστικά. 
Όλα αυτά συμπλέουν και εναλλάσσονται στο μυθιστορηματικό σύμπαν που πλάθει (όχι πάντα με την ίδια επιτυχία) ο σπουδαίος Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι (Κιότο,1949), στο μυθιστόρημά του “Ο ΚΑΦΚΑ ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ” (“Kafka on the shore”), (Εκδ. Ψυχογιός, ωραία μετάφρ. (από τα Αγγλικά) Α.Μαντόγλου, σελ.716).

"Είναι όλα θέμα φαντασίας. Η ευθύνη μας αρχίζει μαζί με την ικανότητά μας να φανταζόμαστε. Όπως είπε και ο Γέιτς: στα όνειρα αρχίζει η ευθύνη. Αν το αντιστρέψεις, θα μπορούσες να πεις ότι αν δεν υπάρχει η ικανότητα της φαντασίας, δεν υπάρχει ευθύνη."

Το μυθιστόρημα είναι ίσως το πιο αλλόκοτο στην (μεγάλη) βιβλιογραφία του συγγραφέα. Ουσιαστικά κινείται σε δύο άξονες και με τα κεφάλαια να εναλλάσσονται από τον ένα στον άλλο με τους δύο ήρωες/πρωταγωνιστές της ιστορίας να κινούνται σε παράλληλες διαδρομές.
Ο "Κάφκα στην ακτή" στο μυθιστόρημα του Μουρακάμι, είναι ένα παλιό ποπ τραγούδι, είναι κι ένας πίνακας που έχει ιδιαίτερη σημασία, Κάφκα έχει επιλέξει να τον φωνάζουν κι ο 15άχρονος ήρωας του βιβλίου που φεύγει από το σπίτι του την ημέρα των γενεθλίων του. Ζούσε με έναν καταπιεστικό καλλιτέχνη πατέρα και χωρίς μητέρα, η οποία τους είχε εγκαταλείψει παίρνοντας μαζί της την μεγαλύτερη αδερφή του. Ο Κάφκα αισθάνεται συνεχώς ένα κενό στη ζωή του, ενώ, από τις δυο τους, δεν έχει καμία ανάμνηση, έχει δε μια ισχυρή πεποίθηση ότι θα υλοποιηθεί η "κατάρα" που εκστόμισε ο πατέρας-τέρας του, σε ανύποπτο χρόνο, ότι εκείνος (ο Κάφκα) θα συνευρεθεί ερωτικά και με την μία και με την άλλη. Ο Κάφκα (ο οποίος ως μονήρες παιδί "συνομιλεί" με έναν φανταστικό χαρακτήρα, μια εσωτερική φωνή που έχει πλάσει και τον αποκαλεί "Κρόου"), μετά από μια μακριά διαδρομή προς το Νότο, θα καταλήξει σε μια μικρή πόλη όπου οι συμπτώσεις θα τον φέρουν σε μια ιδιωτική βιβλιοθήκη. Εκεί θα συναντήσει έναν εκλεπτυσμένο και μορφωμένο νεαρό, μερικά χρόνια μεγαλύτερό του, τον Όσιμα που αποδεικνύεται ότι είναι ένα κορίτσι που ντύνεται και κινείται σαν αγόρι, ενώ η υπεύθυνη της βιβλιοθήκης είναι η αινιγματική και ιδιαίτερα ελκυστική 50άρα μις Σαέκι που έζησε μια ερωτική ιστορία στο παρελθόν, η οποία της έχει σημαδέψει τη ζωή. Στην βιβλιοθήκη ο Κάφκα φαίνεται να έχει βρει το ιδανικό μέρος γι' αυτόν και η πρόταση να εργαστεί εκεί, δείχνει να του λύνει πολλά προβλήματα.

Ο έτερος ήρωας του μυθιστορήματος, είναι ο γηραιός κύριος Νακάτα, ο οποίος ως παιδί, κατά την διάρκεια του πολέμου, είχε μια τραγική εμπειρία. Η δασκάλα τους είχε πάει εκδρομή στο δάσος και καθώς σταμάτησαν να ξεκουραστούν σε κάποιο ξέφωτο, όλα τα παιδιά λιποθύμησαν ξαφνικά μπροστά στα εμβρόντητα μάτια της δασκάλας τους. Όλα σηκώθηκαν μετά από λίγη ώρα, με κενό στη μνήμη τους αλλά χωρίς να παρουσιάζουν εμφανή σημεία κάποιας ασθένειας. Μόνο ο Νακάτα έπεσε σε κώμα, από το οποίο συνήλθε μετά από αρκετές εβδομάδες, χωρίς όμως να είναι πλέον το πανέξυπνο αγοράκι που ήταν πριν. Για την ακρίβεια ο εγκέφαλός του ήταν τελείως άδειος και δεν μπόρεσε ποτέ να επανέλθει παραμένοντας ένα άτομο λίγο αργό νοητικά, αφελές και με αντιδράσεις παιδικές. Η οικογένειά του τον απομόνωσε και ζούσε με ένα πενιχρό επίδομα, το οποίο όμως του ήταν αρκετό καθώς δεν είχε ανάγκες. Για να συμπληρώσει το εισόδημά του, έβρισκε χαμένες γάτες στην γειτονιά, καθώς είχε την μοναδική ικανότητα να επικοινωνεί μαζί τους και να μιλάει την γλώσσα τους. Ψάχνοντας μια γάτα, θα συναντήσει έναν περίεργο τύπο, που αυτοαποκαλείται Τζόνι Γουόκερ και ο οποίος σκοτώνει γάτες και κρατάει τα κεφάλια τους στο ψυγείο, "συλλέγει τις ψυχές τους" όπως λέει για να φτιάξει ένα είδος αυλού! Μετά από μια επίδειξη της κτηνωδίας του, θα ζητήσει από τον Νακάτα να τον σκοτώσει - δίνοντάς του και το μαχαίρι - για να τον απαλλάξει επιτέλους από τη ζωή του και ο τελείως φρικαρισμένος ηλικιωμένος θα το κάνει, έχοντας έρθει στα όριά του. Κάτω από την επίδραση αυτού του ισχυρού σοκ, ο Νακάτα νιώθει την ανάγκη να φύγει μακριά. Κατευθύνεται κι εκείνος προς το Νότο για να βρει μια θαυματουργή πέτρα χωρίς να ξέρει πως και που. Θα φθάσει στην ίδια πόλη που είναι κι ο νεαρός Κάφκα, που κατά σύμπτωση γειτονεύει με το δάσος όπου μικρός είχε χάσει τις αισθήσεις του.

"Μερικές φορές το πεπρωμένο είναι σαν μια μικρή αμμοθύελλα που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Κι εσύ μπορεί να αλλάξεις κατεύθυνση, αλλά η αμμοθύελλα σε κυνηγάει. Στρίβεις ξανά, η αμμοθύελλα όμως σε ακολουθεί και συνεχίζεις ακατάπαυστα, σαν να χορεύεις ένα δυσοίωνο χρό με τον θάνατο, λίγο πριν ξημερώσει. Γιατί; Επειδή αυτή η αμμοθύελλα δεν ήρθε από κάπου μακριά, δεν είναι κάτι που δεν έχει καμία σχέση μ' εσένα.
Αυτή η αμμοθύελλα είναι εσύ. Βρίσκεται μέσα σου. Έτσι, δεν έχεις παρά να της παραδοθείς, να μπεις μέσα της, να κλείσεις τα μάτια σου και να βουλώσεις τα αυτιά σου, για να μη περάσει μέσα σου η άμμος, και βήμα βήμα να τη διασχίσεις. Δεν υπάρχει ήλιος εκεί, ούτε φεγγάρι, ούτε πυξίδα, καμία αίσθηση του χρόνου. Μόνο η υπέροχη λευκή άμμος που στροβιλίζεται και υψώνεται ψηλά στον ουρανό σαν σκόνη από κονιορτοποιημένα οστά. Μια τέτοια αμμοθύελλα πρέπει να φανταστείς."

Η μοίρα παίζει ιδιαίτερο ρόλο στις ενέργειες των δύο ηρώων. Μπορεί να μη συναντιούνται κατά τη διάρκεια του βιβλίου, αλλά οι ζωές τους ακολουθούν παράλληλες διαδρομές. Το υπερφυσικό πλαίσιο διατρέχει το μυθιστόρημα που όσο παράλογο και αλλόκοτο κι αν γίνεται σε ορισμένες στιγμές, προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, δείγμα της μεγάλης ικανότητας του Μουρακάμι στην αφήγηση και στην δημιουργία ατμόσφαιρας μέσα στην οποία βυθίζεσαι ακολουθώντας τις παράξενες (το λιγότερο) περιπέτειες των ηρώων του.

Επηρεασμένος ιδιαίτερα από τον Σάλιντζερ, τον οποίον έχει μεταφράσει στα Ιαπωνικά, ο Μουρακάμι προσπαθεί να πλάσει έναν άλλον, διαφορετικό Χόλντεν Κόνφιλντ ("The catcher in the rye"), και κάποιες στιγμές το καταφέρνει, αν και προσωπικά προτιμώ ως ήρωα τον (πολλές φορές σπαρακτικό) Νακάτα που όσο περίεργη και αν φαίνεται αρχικά η ιστορία του, μυθοπλαστικά εξελίσσεται περισσότερο από τον νεαρό Κάφκα. Βεβαίως η αρχαία τραγωδία (Σοφοκλής) και μυθολογία (μέσα από τις ιστορίες του Ηρόδοτου) και πιο συγκεκριμένα η ιστορία του Οιδίποδα διαπερνάει την ραχοκοκαλιά του βιβλίου. Ο συγγραφέας προσπαθεί να φτιάξει κάτι αντίστοιχο σε πιο μοντέρνα μορφή μόνο που χάνεται μέσα στις παραδοξότητες της ιστορίας του και στο μεταφυσικό πλαίσιο που νιώθεις ότι τον γοητεύει τόσο πολύ ώστε να δίνει μεγαλύτερη βάση στη δομή των ιστοριών που αφηγείται παρά στη ζωντάνια των χαρακτήρων/ηρώων του ή στην πειστικότητα των διαλόγων του που σε ορισμένα σημεία του βιβλίου είναι ιδιαίτερα αφελείς ζημιώνοντας το γενικό σύνολο.

Μπορεί ο ήρωας να αυτοαποκαλείται Κάφκα, αλλά ο τεράστιος Τσεχογερμανός συγγραφέας είναι ουσιαστικά απών από τα δρώμενα (για όποιον αναρωτιέται). Περισσότερο εμφανή βρήκα την λογοτεχνική παρουσία του Λιούις Κάρολ, αν και όπως σε όλα τα βιβλία του Ιάπωνα συγγραφέα βλέπουμε στοιχεία από την ποπ κουλτούρα της χώρας του όπως εκφράζεται μέσα από τα μάνγκα, αλλά και την μεγάλη δυτική επίδραση σε συγγραφείς που αναφέρονται, μουσικές που ακούγονται.

Γοητευτικό και ακαταμάχητο page-turner βέβαια, αλλά ουσιαστικά αδιέξοδο και άνισο θεματολογικά, σε μπερδεύει και σε κουράζει από τη μια, σε ελκύει και σε θαμπώνει από την άλλη, γεμάτο από πανέμορφες εικόνες, ωραίο χιούμορ και εξαιρετική ατμόσφαιρα. Ένα άνισο βιβλίο που έχει εκπληκτικές στιγμές, σελίδες αλλά και αρκετές που δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Είναι ουσιαστικά ένα νεανικό μυθιστόρημα (ιδιαίτερα δημοφιλές παγκοσμίως, στους φανατικούς του συγγραφέα), που απολαμβάνεις να διαβάζεις αν αφεθείς στον περίεργο και ιδιόμορφο κόσμο του χαρισματικού Ιάπωνα δημιουργού. Συνιστώ σε όποιον αποπειραθεί την ανάγνωσή του, όταν το ολοκληρώσει, να ξαναδιαβάσει την εισαγωγή, όπου εκεί βρίσκεται το κλειδί της όλης ιστορίας.





 
Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017 | Permalink
Σταθμός έντεκα
Το καλό βιβλίο είναι πάνω από είδη και κατηγοριοποιήσεις, ετικέτες και μόδες. Αυτό μου ερχόταν συνεχώς στο μυαλό διατρέχοντας μαγεμένος  (και κάπου συγκινημένος), το εκπληκτικό μυθιστόρημα της σχετικά νέας συγγραφέως Emily St.John Mandel (1979, British Columbia, Καναδάς), με τίτλο “ΣΤΑΘΜΟΣ ΈΝΤΕΚΑ”, (Εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Β.Τζανακάρη, σελ. 449). Το βιβλίο που έχει την μορφή της “δυστοπίας” ή όπως αλλιώς λέγεται, της “μετα-Αποκαλυπτικής” λογοτεχνίας σε πρώτο επίπεδο είναι ένα μυθιστόρημα που στην αρχή νομίζεις ότι θα είναι  γεμάτο δράση αλλά τελικά αποδεικνύεται ένα υπέροχο κείμενο, που αναμιγνύει άψογα, το Σαιξπηρικό έργο, με τις Συμφωνίες του Μπετόβεν, με τα κόμικς και το Star Trek.


Ο Άρθουρ Λιάντερ, διάσημος και ιδιαίτερα ματαιόδοξος ηθοποιός πέφτει νεκρός από καρδιακή ανακοπή στη σκηνή ενός θεάτρου στο Τορόντο. Ερμήνευε τον Βασιλιά Ληρ και αυτός έμελλε να είναι ο τελευταίος ρόλος της ζωής του. Στο κοινό βρίσκεται ο Τζίβαν Σάντρι, πρώην παπαράτσο και κοσμικογράφος, που τώρα εργάζεται ως διασώστης. Προσπαθεί να τον σώσει χωρίς επιτυχία. Κάπου στα καμαρίνια, ένα μικρό κορίτσι, που συμμετέχει στην παράσταση, η Κίρστεν παρακολουθεί χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι γίνεται. Ο Τζίβαν φεύγει από το θέατρο και καθ'οδόν προς το σπίτι του, δέχεται ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο του γιατρό, ο οποίος του λέει επιτακτικά να κλειστεί σπίτι του, και να προμηθευτεί τρόφιμα διότι ένας θανατηφόρος ιός γρίπης εξαπλώνεται ταχύτατα.

"Ήταν το τέλος του κόσμου όπως τον ήξεραν" και σύμφωνα με τα στοιχεία 99.9% του πληθυσμού της γης έχει πεθάνει εντός δύο ή τριών ημερών. Γονείς δεν προλαβαίνουν να ενημερώσουν τα παιδιά τους ότι μεταφέρονται στο νοσοκομείο, άνθρωποι δεν φθάνουν ποτέ στα σπίτια τους, ο πανικός επικρατεί με πλιάτσικο και φόνους, λεηλασίες και μαζική φυγή από τις πόλεις. Το τέλος του πολιτισμού έρχεται βίαια και οι λιγοστοί επιζήσαντες πρέπει να επιβιώσουν σε ένα κόσμο τελείως διαφορετικό. Οι χώρες όπως τις ξέρουμε δεν υπάρχουν πια, καθώς και σύνορα μεταξύ τους. Πόλεις δεν υπάρχουν ούτε βέβαια φάρμακα – μπορείς να πεθάνεις πλέον ακόμα και απο μια γρατζουνιά στο χέρι, από μια πληγή, από ένα δάγκωμα σκύλου.  Τα αυτοκίνητα δεν μπορούν να κινηθούν, ενώ τα αεροπλάνα που βρίσκονται στα αεροδρόμια χρησιμεύουν ως υπνωτήρια, κήποι και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Είκοσι χρόνια αργότερα, μια περίεργη ομάδα καλλιτεχνών διασχίζει την Αμερικανική ήπειρο, δίνοντας παραστάσεις όπου βρει κοινότητες ανθρώπων που ζουν μαζί. Είναι η “Περιπλανώμενη Συμφωνία”, και παίζουν έργα του Σαίξπηρ, ενώ δίνουν και μουσικές συναυλίες με έργα του Μπετόβεν. Μέλος και βασική πρωταγωνίστρια των θεατρικών παραστάσεων, η Κίρστεν που ως κοριτσάκι είχε ένα πέρασμα από τον μοιραίο “Βασιλιά Ληρ”, την τελευταία παράσταση του Άρθουρ Λίαντερ, και τελευταίου έργου που παίχτηκε ποτέ στην πόλη που ονομαζόταν Τορόντο. Η Κίρστεν είναι πλέον γυναίκα με τα δύο μαχαίρια να είναι το τατουάζ της, υποδηλώνοντας ότι έχει σκοτώσει δύο ανθρώπους. Έτσι κι αλλιώς όλα τα μέλη της “Περιπλανώμενης Συμφωνίας” οπλοφορούν και φυλάνε τις άμαξές τους σαν να βρίσκονται σε ταινίες γουέστερν. Η Κίρστεν έχει στην κατοχή της, δύο τεύχη από ένα κόμικ με τίτλο “Δρ Έντεκα”, που της είχε δώσει ο Αρθουρ Λίαντερ σ' εκείνη την παράσταση του Ληρ, δεν ξέρει ποιος τα είχε φτιάξει, ενώ η μνήμη της δεν την βοηθάει να θυμηθεί γιατί της τα είχε χαρίσει ο ηθοποιός. Τώρα πλέον έχει απομνημονεύσει από τις πολλές αναγνώσεις αυτά τα κόμικ επιστημονικής φαντασίας που έχουν ψιλοκαταστραφεί από την πολλή και συνεχή χρήση. Στην πρώτη σελίδα, στο κάτω μέρος της εικόνας, μια πρόταση: “Στεκόμουν κοιτάζοντας από ψηλά το κατεστραμμένο μου σπίτι και προσπαθούσα να ξεχάσω πόσο γλυκιά ήταν η ζωή στη Γη.”


Η ζωή (όποια κι αν είναι αυτή) όμως είναι ακόμα “γλυκιά”. Η ανατολή και η δύση παραμένουν γοητευτικές, η φύση οργιάζει, ενώ η απόλαυση που αναδύεται από τα έργα του Σαίξπηρ, για τους ηθοποιούς και περισσότερο για τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους των κοινοτήτων ακόμα μεγαλύτερη. Κίνδυνοι όπως είναι φυσικό, παραμονεύουν συνεχώς και οι σαλεμένοι είναι ακόμα πιο επικίνδυνοι από παλιά γιατί πάντα βρίσκουν ανθρώπους να τους πιστεύουν και να τους ακολουθούν.
Η αφήγηση της Σεντ Τζον-Μάντελ εναλλάσσεται μεταξύ παρόντος μυθιστορηματικού χρόνου και παρελθόντος, δεν ακολουθεί γραμμική φορά. Η πορεία της “Περιπλανώμενης Συμφωνίας” προς ένα παλιό αεροδρόμιο (εκεί που έχουν ακούσει κι ότι υπάρχει ένα "μουσείο πολιτισμού") των μεσοδυτικών πολιτειών των πρώην Η.Π.Α., όπου πιστεύουν ότι θα βρουν κάποια παλαιότερα μέλη τους και μια μεγαλύτερη κοινότητα ανθρώπων εναλλάσσεται με τη διήγηση της ζωής του Άρθουρ Λίαντερ, του παλιού του φίλου Κλαρκ, της πρώτης συζύγου του ηθοποιού, της Μιράντας και του αινιγματικού διασώστη, του Τζίοβαν.

"Κόλαση είναι η απουσία των ανθρώπων που λαχταράς."

Οι δύο χαρακτήρες, του Αρθουρ Λίαντερ και της Κίρστεν είναι οι δύο άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται το μυθιστόρημα της Καναδής συγγραφέως, ο ένας είναι το παρελθόν, ο κόσμος που δεν υπάρχει πλέον και η νέα (ακόμα) κοπέλα είναι το παρόν, ο κόσμος της συνεχούς μάχης και της ανάγκης για επιβίωση. Ξένοι κριτικοί παρομοιάζουν το βιβλίο με το αριστουργηματικό “Ο άτλας του ουρανού” του Μίτσελ καθώς τα συνεχή φλας μπακς επιτρέπουν τις θεματικές συνδέσεις μέσα στον χρόνο.

Στον “Σταθμό Έντεκα” έχουμε συναισθηματικό βάθος, όπου η συγγραφέας εστιάζει στις προσωπικές σχέσεις, είναι χαρακτηριστικό δε, ότι οι πιο ευδιάκριτοι χαρακτήρες του βιβλίου είναι όσοι συνδέονται με την ζωή του Άρθουρ Λίαντερ, πρώην σύζυγοι (με την ευαίσθητη Μιράντα να δεσπόζει), παλαιοί φίλοι (όπως ο Κλαρκ) ή ο διασώστης Τζίβαν. Όπως σε κάθε δυστοπικό μυθιστόρημα βέβαια δεν λείπουν τα κλισέ του είδους, τα οποία όμως δεν ενοχλούν καθώς η συγγραφέας ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ δράσης και συναισθήματος, περιπέτειας δρόμου και στοχασμού.
Τι σημαίνει “ευτυχία”, “μνήμη”, έννοιες που πρέπει να επανεξεταστούν μετά από μια καταστροφή όταν πρέπει να κάνεις επανεκίνηση στη ζωή σου και όταν όλα τα δεδομένα έχουν αλλάξει θίγονται συνεχώς και επανέρχονται στους διαλόγους του βιβλίου ερχόμενα σε αντίθεση με την γεμάτη πόζα και κενότητα ζωή λίγο πριν την καταστροφή.

"Πλέον το ήξερε ήδη από πολύ καιρό ότι οι αλλαγές που συνέβησαν δεν θα αναστρέφονταν, ωστόσο, η συνειδητοποίηση αυτή έκανε πιο έντονες τις αναμνήσεις του. Η τελευταία φορά που έφαγα παγωτό χωνάκι σε ένα πάρκο στη λιακάδα. Η τελευταία φορά που χόρεψα σε κλαμπ. Η τελευταία φορά που είδα λεωφορείο να κινείται. Η τελευταία φορά που επιβιβάστηκα σε αεροπλάνο που δεν είχε μετατραπεί σε χώρο κατοικίας - σε αεροπλάνο που απογειώθηκε. Η τελευταία φορά που έφαγα πορτοκάλι."

Σίγουρα τα κεφάλαια που αφορούν την μετα-αποκαλυπτική κατάσταση, δεν είναι τα πιο επιτυχημένα του μυθιστορήματος, καθώς έχουμε διαβάσει πολύ πιο πειστικά βιβλία, όπως “Ο δρόμος” του Κ.Μακάρθι ή το εμβληματικό “Όρυξ και Κρέικ” της Άτγουντ, αλλά η σύνδεση που πραγματοποιεί η Σεντ Τζον-Μάντελ με το παρελθόν είναι εξαιρετική, ενώ αυτό που συνεχώς τονίζει, ότι η τέχνη και η συντροφικότητα θα διασωθούν είναι γοητευτικά αφοπλιστικό. Η συγγραφέας επηρεασμένη πολύ από τον κινηματογράφο "ντύνει" τους χαρακτήρες στη νέα εποχή, όπως παρουσιάζονται οι ηθοποιοί των Mad Max (μόνο που εδώ το σκηνικό δεν είναι οι Αυστραλέζικες έρημοι αλλά τα δάση της Βόρειας Αμερικής), ενώ και οι σκηνές δράσης θυμίζουν τέτοιου είδους ταινίες. Το φινάλε δένει αρμονικά με το υπόλοιπο σύνολο, καθώς οι ιστορίες ολοκληρώνονται με ήρεμο τρόπο χωρίς να υπάρχει καμιά σούπερ αποκάλυψη ή ανατροπή, απλά εστιάζοντας στις μικρές πολύτιμες στιγμές που σου χαρίζει η ζωή.

"Ars long, vita brevis". Τα έργα του Σαίξπηρ επιβίωσαν της πανούκλας στο Λονδίνο του καιρού του, αναφέρει η συγγραφέας, πως να μην επιβιώσουν και τώρα, όπως και οι μουσικές του Μπετόβεν και άλλων, ενώ ακόμα και οι πιο pop μορφές τέχνης (τα κόμικς, το σινεμά) θα βοηθήσουν κι αυτές. Όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχει και πολιτισμός όπως και αντίθετα, αυτό είναι το μήνυμα που περνάει αυτό το υπέροχο νοσταλγικό μυθιστόρημα της ύψιστης ανθρωπιάς γραμμένο με υπέροχο και (πολλές φορές) σπαρακτικό ύφος από μια συγγραφέα που υπόσχεται πολλά.