Τρίτη, Αυγούστου 22, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 22, 2017 | Permalink
Το χρώμα της σκιάς
Ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα γεμάτο εικόνες και νοσταλγία, είναι το θαυμάσιο βιβλίο του Γερμανού ζωγράφου αλλά και βραβευμένου συγγραφέα Gerrit Bekker (Αμβούργο, 1943), με τίτλο “ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ” (“Farbe der Schatten”), που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις (πάντοτε καλαίσθητες και προσεγμένες) εκδόσεις Περισπωμένη, σε ωραία μετάφραση της Έλενας Σταγκουράκη (σελ. 298).


Η μεταπολεμική Γερμανία, που χτίζεται μέσα από τα χαλάσματα, η σιωπηλή Ελληνίδα μητέρα που δεν βλέπει την ώρα να επιστρέψει στον τόπο της, ο βίαιος Γερμανός πατέρας, η τρυφερή θεία που τους φροντίζει όλους, η εξοικείωση με την φρίκη του πολέμου, των τραυματιών, των νεκρών, των ερειπίων, η μανία με την ζωγραφική, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες, το ταξίδι στην μητρική γη, τόσο διαφορετική από την πατρική, όπου όλα φαίνονται πρωτόγονα και τόσο ελκυστικά, οι συνήθειες των Ελλήνων, το φως που τα δείχνει όλα διαφορετικά, η επιστροφή στην πατρίδα, το χάσμα με τον πατέρα, οι τσακωμοί, η ανεξαρτησία, το όνειρο που πρέπει να υλοποιηθεί.

"Σχεδίασα εκείνον, έτσι όπως κοίταζε επίμονα το έργο του, και είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν μόνος στον χώρο. Το πρόσωπο είναι μόνο ένα μέρος αυτού που ο καθένας μας γνωρίζει πως τον χαρακτηρίζει. Γύρισε τότε το κεφάλι, και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Παρατήρησα πως οι σκιές του προσώπου είχαν στέρεη μορφή, όπως και το φως, και πως είναι αυτό το είδος μορφής και οι διαβαθμίσεις της που καθορίζουν την αναγνωρισιμότητα, το περίγραμμα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σχεδίαζα. Επιφάνεια και βάθος, πρώτο πλάνο και φόντο. Έγραψα στο χαρτί: “Η μορφή υπάρχει για να αιχμαλωτίζει το παιχνίδι της σκιάς και του φωτός”. Κι έμεινα να κοιτάζω τα χέρια μου, που ήταν σαν να κινούνταν από μόνα τους και τα μάτια απλώς να ακολουθούσαν την κίνησή τους.”

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, και το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος (το οποίο εκτείνεται ως την μέση του βιβλίου), ο συγγραφέας αφηγείται την παιδική του ηλικία στο Αμβούργο. Γερμανία βομβαρδισμένη και ηττημένη μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, σκηνές στους δρόμους και στο σπίτι, όπου ο πατέρας είναι διαρκώς απών και όποτε έρχεται, φέρεται αυστηρά και σκληρά στον μικρό γιο, η μητέρα με μια ραπτομηχανή δίπλα στο παράθυρο, να κοιτάει τον γκρίζο ουρανό. Δίπλα στον μικρό συνεχώς η θεία Φρίντα που ζει μαζί τους. Οι πρώτες απόπειρες ζωγραφικής, το ταλέντο που ήδη διαφαίνεται, οι παρέες, το παιχνίδι στα χαλάσματα, οι εικόνες φρίκης που ζωγραφίζει και επιφέρουν τιμωρίες στο σχολείο αλλά και η γνωριμία με έναν απομονωμένο καλλιτέχνη μέσω ενός (κατά τ' άλλα αυστηρού) δασκάλου που διείδε το ταλέντο του παιδιού.
Σκηνές σκληρές από την γειτονιά, από την θολή και ρευστή κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας, σκηνές λυρισμού και ποίησης μέσα από τα μάτια ενός ευαίσθητου παιδιού που δημιουργεί τον δικό του κόσμο. Ο πατέρας που πάει να δουλέψει στην Φραγκφούρτη και η μητέρα φοβισμένη και πάντα σιωπηλή κουβαλώντας τον τρόμο που βίωσε στους βομβαρδισμούς της πόλης, όταν οι γείτονες, δεν την άφηναν να μπει στο καταφύγιο επειδή δεν ήταν Γερμανίδα.

Στο δεύτερο μέρος, ο αφηγητής, έφηβος πλέον, πηγαίνει με την μητέρα του στην Ελλάδα. Η μητέρα θα φιλοξενηθεί στο πατρικό της, στην Ελευσίνα. Από την Γερμανία της δεκαετίας του 50, στην μεταπολεμική Ελλάδα που προσπαθεί κι αυτή να αναστηλωθεί. Όλα φαίνονται εξωτικά και περίεργα στο αγόρι που δεν θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Σκηνές της καθημερινότητας σε ένα περιβάλλον που θυμίζει χωριό παρ' ότι βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Οι εικόνες κι εδώ εκπληκτικές. Τα τραπεζώματα, η σφαγή του αμνού για το Πάσχα, η βόλτα με τον θείο-ταξιτζή στην Αθήνα και η επίσκεψη στο πορνείο, το τριήμερο σε ένα μοναστήρι ψάχνοντας έναν αγιογράφο ιερέα. Οι θείοι του, ο παππούς και η γιαγιά, η φύση διαρκώς παρούσα, η θάλασσα, το ψάρεμα, τα νέα ήθη κι έθιμα. Ο πρώτος έρωτας στο πρόσωπο της ξαδέρφης του Ειρήνης που φέρνει και την ένταση μέσα στην οικογένεια. Η μητέρα του όμως δεν θα επιστρέψει ποτέ στη Γερμανία. Έχει αποφασίσει να μείνει για πάντα στην πατρίδα της, χωρίζοντας τον Γερμανό της σύζυγο. Ο αφηγητής θα γυρίσει στη Γερμανία

Το τρίτο μέρος, το μικρότερο από τα υπόλοιπα, απεικονίζει την επιστροφή στο Αμβούργο, την άρνηση του αφηγητή να συνεχίσει στο σχολείο, την επιθυμία του να εργαστεί, τις αιώνιες συγκρούσεις με τον πατέρα, την επιθυμία του να ασχοληθεί με την ζωγραφική, να ακολουθήσει την καλλιτεχνική του φύση άσχετα από οποιοδήποτε κόστος και αποδεχόμενος τον μοναχικό του δρόμο.

"Ότι και να με περίμενε στο μέλλον φάνταζε μακρινό. Σαν ένα βιβλίο που οι σελίδες του μόλις και μετά βίας συγκρατιούνται μαζί.”

Το “Χρώμα της σκιάς”, είναι ένα υπέροχο βιβλίο, γραμμένο με εξαιρετικό στυλ, με έντονες εικόνες και με υπέροχο αφηγηματικό ρυθμό. Είναι ένας φόρος τιμής στην παιδική και εφηβική ηλικία του συγγραφέα και στην μορφή της μητέρας, η οποία δεσπόζει ως διακριτική και σιωπηλή παρουσία καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου. Το έντονα αυτοβιογραφικό αφήγημα του Μπέκερ αποτελεί όμως και ένα κοινωνικό σχόλιο για την μεταπολεμική κοινωνία της εποχής, για την ηττημένη του πολέμου Γερμανία, αλλά και για την μικροκοινωνία της Ελευσίνας όπου ο νεαρός αφηγητής θα περάσει ένα μικρό αλλά σημαντικό για τη ζωή του, διάστημα. Γεμάτο χρώματα και εικόνες, το σαγηνευτικό μυθιστόρημα του Μπέκερ διαβάζεται πολύ ευχάριστα και χαρίζει μερικές ώρες γνήσιας απόλαυσης.

Ο (εν πολλοίς άγνωστός μας) Γκέριτ Μπέκερ είναι ένας αναγνωρισμένος και σημαντικός καλλιτέχνης, ο οποίος έχει αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις τόσο στον λογοτεχνικό χώρο (πεζογραφία και ποίηση), όσο και στη ζωγραφική με συνεχείς εκθέσεις. Το “Χρώμα της σκιάς” τιμήθηκε με το βραβείο Mara Cassens, το 1993. Η εξαιρετική έκδοση της Περισπωμένης, με τον υπέροχο πίνακα του καλλιτέχνη στο εξώφυλλο, είχε την οικονομική υποστήριξη της “Εταιρείας Φίλων του Συγγραφέα

ΘΑΜΠΩΜΕΝΟΣ

Πάντοτε σαν έβγαινε η μητέρα μου
είτε ήτανε νωρίς -
είτε ήτανε αργά -
σάλευαν οι κουρτίνες
στα γειτονικά διαμερίσματα
και τα φώτα έσβηναν
για να επιστρέψουνε στο βλέμμα
να συνεχίσει να την ατενίζει
στον δρόμο.
Να, εκεί, περνάει -
Μυστικοτηρητής κι εγώ
στα κρυφά τη χαζεύω
θαμπωμένος,
κι αφότου ακόμη περάσει -
την όμορφη, τη ζωηρή μελαχρινή -
πως τα μαλλιά της στο διάβα τινάζει
ή το πόδι προτάσσει -
σαν διάφανο νερό που γλείφει βότσαλα λευκά.
Κι εμείς ακόμη, της οικογένειας, τη χαζεύαμε να περνά -
ψιθυρίζοντας:
Κοιτάξτε -
νά τη! Περνά - “


Βαθμολογία: 79/100




 
Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017 | Permalink
NYOS + ΚΑΪΑΦΑΣ
Με τα προσωπικά αδιέξοδα των ηρώων τους, ασχολούνται δύο πολύ ενδιαφέροντα, ελληνικά μυθιστορήματα της πρόσφατης παραγωγής, από δύο ολιγογράφους έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι με το δεύτερό τους μόλις λογοτεχνικό έργο, σε ώριμη ηλικία, πραγματοποιούν ένα αξιόλογο βήμα στην συγγραφική τους πορεία. Το “NYOSτου Βασίλειου Φ. Δρόλια (Αθήνα, 1969) – (εκδ. Κέδρος, σελ. 246) και ο “ΚΑΪΑΦΑΣ” του Νίκου-Αδάμ Βουδούρη (Μεσσηνία, 1965) – (εκδ. Πατάκη, σελ.152), μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, αλλά το αίσθημα της φυγής είναι το νήμα που τα συνδέει, παρ' ότι τα εξωτερικά στοιχεία της ιστορίας που αφηγούνται είναι πολύ διαφορετικά.

Στο “NYOSτου Δρόλια, ο 35άρης Βιολόγος, Ρότζερ Μπέικον, ο οποίος εργάζεται σε μια πολυεθνική εταιρεία στο Λονδίνο, σε μια καθοριστική στιγμή της ζωής του, παίρνει την απόφαση να μεταβεί για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο Καμερούν και πιο συγκεκριμένα στη λίμνη Nyos του Καμερούν, όπου τον Αύγουστο του 1986 συνετελέσθη ένα απίστευτο γεγονός. Χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν νεκροί, όπως και δεκάδες χιλιάδες ζώα, ενώ μια τεράστια έκταση γύρω από τη λίμνη ερημώθηκε και τα παραλίμνια χωριά μετατράπηκαν σε πόλεις-φαντάσματα. Όλα αυτά μέσα σε λίγες ώρες. Το μυστήριο λύθηκε μετά από αρκετά χρόνια και ο δολοφόνος ήταν η λίμνη, η οποία βρίσκεται μέσα σε ένα κρατήρα ενεργού ηφαιστείου. Μια κατολίσθηση ελευθέρωσε όλο το διοξείδιο του άνθρακα από τον βυθό, που εξαπλώθηκε στη γύρω περιοχή δημιουργώντας ένα σύννεφο το οποίο σκέπασε κάθε ζωντανό οργανισμό.
Η αποστολή του Ρότζερ είναι να μελετήσει την υδρόβια ζωή, καθώς η εταιρεία του είχε ξεκινήσει πειραματικά την ανάπτυξη των ψαριών εντός της λίμνης, καθώς η ίδια η λίμνη δεν είχε ποτέ ψάρια στο εσωτερικό της. Ήταν ένα πείραμα μέσα στα πλαίσια ανάπτυξης της πανίδας της λίμνης.

Ο Ρότζερ όμως δεν έχει στο μυαλό του μόνο την επιστημονική του αποστολή. Κυρίως θέλει να ξεφύγει από το αδιέξοδο στη ζωή του και υπό το βάρος των επιλογών και των αποφάσεων που πρέπει να πάρει και καθυστερεί με την φυγή του. Είναι παντρεμένος με την Άννα, με την οποία είναι μαζί από τα φοιτητικά του χρόνια και έχουν δύο παιδιά, ενώ είναι ερωτευμένος με την εικαστική καλλιτέχνιδα μοντέρνας τέχνης, Τζέσικα, με την σχέση τους να έχει φτάσει σε ένα σταυροδρόμι αποφάσεων. Ο Ρότζερ συντάσσει ανεπίδοτες επιστολές προς την Τζέσικα, την οποία σκέπτεται συνεχώς, ενώ η δουλειά του δεν συναντά την αποδοχή της εταιρείας του. Η ατμόσφαιρα της Αφρικής, τα υπαρξιακά του προβλήματα που διογκώνονται, όπως και η γνωριμία του με έναν ντόπιο ψαρά, λίγο σαλεμένο, λίγο σοφό, ο οποίος με τις θεωρίες που αναπτύσσει αρχίζει να επηρεάζει τον Ρότζερ σε σημείο που εκείνος να αναθεωρήσει αρκετές από τις δεδομένες απόψεις του, συντελούν ώστε να έρθει σε κόντρα με την εταιρεία του.

Ο Δρόλιας δομεί το μυθιστόρημα του, ώστε τα κεφάλαια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Ρότζερ, να εναλλάσσονται με τα κεφάλαια της τριτοπρόσωπης αφήγησης για την Τζέσικα και τις πρωτοποριακές κατασκευές της, τις οποίες εμπνέεται από την γνωριμία της με τον Ρότζερ. Ενδιάμεσα, υπάρχουν οι ερωτικές αλλά και υπαρξιακά απελπισμένες, ανεπίδοτες επιστολές του Ρότζερ προς το αντικείμενο του έρωτά του. Πολύ σύντομα όμως το ενδιαφέρον γέρνει προς τις περιπέτειες του Ρότζερ, καθώς οι αφηγήσεις για την Τζέσικα δείχνουν αμήχανες και μετέωρες, ενώ οι προβληματισμοί για την ουσία της τέχνης δεν συντελούν στην ανάπτυξη της πλοκής.

Με το πνεύμα του Τζόζεφ Κόνραντ να διαποτίζει το βιβλίο, η ιστορία που αφηγείται ο Δρόλιας (δεινός αναγνώστης λογοτεχνίας και από τους παλαιότερους bloggers του διαδικτύου), είναι πολύ ενδιαφέρουσα και καίρια, ενώ είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη προσπάθεια του να αποφύγει τον (κάποιες φορές αναπόφευκτο) διδακτισμό. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η οικολογική καταστροφή, ο ρόλος των εταιρειών έρχονται στο προσκήνιο. και δίδουν πρόσθετο βάρος και ουσία στην ιστορία, από την άλλη είναι λίγο αδιέξοδη η υπαρξιακή περιπέτεια του ήρωα, δημιουργώντας ένα χάσμα στο συνολικό πνεύμα του βιβλίου. Σίγουρα όμως, το “Nyos” είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, που αφηγείται ένα γεγονός που οι περισσότεροι (όπως εγώ) δεν γνώριζαν, το οποίο ξεφεύγει από την συνηθισμένη εγχώρια εσωστρέφεια.


Σε διαφορετικό πλαίσιο κινείται το μικρό μυθιστόρημα (περισσότερο νουβέλα θα έλεγα) του Νίκου Αδάμ Βουδούρη, με τίτλο “ΚΑΪΑΦΑΣ” (κι εδώ μια λίμνη στον τίτλο ως ένα έτερο στοιχείο “συγγένειας”, και όχι μόνο, με το βιβλίο του Δρόλια), ένα ιδιότυπο road novel (μυθιστόρημα δρόμου), υπαρξιακό και υπαινικτικό.

Ένας νεαρός άνδρας (του οποίου δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομα), στέλεχος εταιρείας, κατά τη διάρκεια ενός συμβουλίου, φεύγει (δραπετεύει) απ' όλους και απ' όλα, ένα καυτό καλοκαιρινό πρωινό. Μπαίνει στο αυτοκίνητό του και οδηγεί προς την δυτική Πελοπόννησο χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σε μια παραλία που σταματάει, βρίσκει έναν σκύλο, τον Σαμψών, όπως γράφει το νικελένιο ταμπελάκι που είχε στον λαιμό του (μαζί με ένα άλλο που είχε έναν αριθμό κινητού). Τον παίρνει μαζί του και συνεχίζουν το ταξίδι τους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, ο άνδρας πηγαίνει από μέρος σε μέρος, από παραλία σε παραλία, μιλώντας με αγνώστους, λέγοντάς τους ελαφρώς παράλογες ιστορίες για τον σκύλο και τον εαυτό του. Θα βρει καταφύγιο τελικά σε ένα παραλιακό χωριό, κοντά στη λίμνη Καϊάφα (με τα περίφημα λουτρά), και πιο συγκεκριμένα σε μια ταβέρνα όπου θα αυτοπροταθεί και θα προσληφθεί ως σερβιτόρος.

Η σωματική εργασία τον αλλάζει, νιώθει σαν να κάνει μια δουλειά που του ταιριάζει επιτέλους, ταυτόχρονα η σχέση του με τον σκύλο τον ηρεμεί – νιώθει περισσότερο κοντά του απ' ότι με οποιοδήποτε άνθρωπο, ενώ η δεδομένη ασθένεια του Σαμψών (κάτι που δεν έβλεπε ή δεν διέκρινε όσο οδηγούσε), τον κάνει πιο υπεύθυνο, πιο συνειδητοποιημένο. Ο άνδρας αισθάνεται ότι είναι η πρώτη φορά που νοιάζεται για κάποιον και αυτή η αίσθηση τον ωριμάζει κατά κάποιο τρόπο.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε μικρά κεφάλαια, σαν κινηματογραφικά fade-outs και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εξελίσσεται γραμμικά. Το ύφος είναι αποστασιοποιημένο και εγκεφαλικό, ενώ το αρχικό ελαφρώς πικαρέσκο στυλ με τις φάρσες και την “τρέλα” του ήρωα, διαδέχεται μετά την συνειδητοποίηση της μοναξιάς του, και της σχέσης του με τον Σαμψών, η αλλαγή και στο στυλ του βιβλίου.

Ώριμη και δουλεμένη γραφή αλλά η ιστορία παραμένει αδιέξοδη, όπως και ο ήρωας του βιβλίου. Εξαιρετικές περιγραφές του δρόμου και της φύσης, της καταστροφής από τις πυρκαϊές, της παρακμής των λουτρών στη λίμνη, ενώ η επιλογή της εποχής και πιο συγκεκριμένα η υπερβολική ζέστη του καλοκαιριού ταιριάζει απόλυτα με το αίσθημα της ασφυξίας του ήρωα.

Το βιβλίο έχει καλό ρυθμό αλλά το Μπεκετικό ύφος που προσπαθεί να υιοθετήσει ο συγγραφέας, έχει ωραίες στιγμές αλλά και κάποιες αμήχανες, ενώ θεωρώ ότι ακόμα και οι 150 σελίδες του μυθιστορήματος φαίνονται πολλές, ίσως λειτουργούσε καλύτερα ως διήγημα. Μια ωραία και έντιμη προσπάθεια σε ένα πολύ δύσκολο μυθιστορηματικό στυλ.


Βαθμολογία και των δύο βιβλίων: 73/100




 
Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017 | Permalink
Λίγη ζωή
Νιώθω ότι γι' αυτό το μυθιστόρημα, θα έπρεπε να κάτσω να γράψω μόλις ολοκλήρωνα την ανάγνωσή του, όταν διάβασα την τελευταία του σελίδα. Αισθάνομαι ότι, αφήνοντας να περάσουν μερικές ημέρες και διαβάζοντας άλλα δύο βιβλία στο ενδιάμεσο, αποστασιοποιήθηκα και δεν γνωρίζω αν, αυτό με βοηθήσει στο κείμενο που θα παραθέσω. Μου φαίνεται ότι, θα αδικήσω ένα τόσο συναισθηματικό βιβλίο εξετάζοντάς το ψύχραιμα, γιατί θα εστιάσω στα (αρκετά) μειονεκτήματά του και μάλλον θα χάσω την ουσία. Είμαι σίγουρος ότι, αυτό το κείμενο δεν θα μπορέσει να μεταφέρει στον αναγνώστη του, αυτό που βίωσα.

Ο λόγος για το συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Αμερικανίδας (με καταγωγή από την Χαβάη), Hanya Yanagihara (1974, Los Angeles), με τίτλο “ΛΙΓΗ ΖΩΗ” (“A little life”), (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Μ.Ξυλούρη, σελ. 891), ένα βιβλίο, ιδιαίτερα δημοφιλές στη χώρα μας, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά, και που έχει φανατικούς οπαδούς, αλλά και ορκισμένους εχθρούς – τους καταλαβαίνω και τους δύο (εξάλλου κάθε έργο τέχνης που αξίζει, προκαλεί εντάσεις). Τι είναι όμως αυτό που κάνει, ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, που δεν έχει καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία υφολογικά, και με εμφανή προβλήματα ρυθμού, να είναι τόσο σαγηνευτικό και όπου η (πιο) κλισέ έκφραση (στον χώρο των βιβλιόφιλων), “δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου” να εφαρμόζει απόλυτα;

Ένας Αμερικανός κριτικός έγραψε ότι η “Λίγη ζωή” “σε αποπλανά, την ίδια στιγμή που σε αηδιάζει, σε φοβίζει, σε εξαντλεί”. Ο μέσος άνθρωπος του πρώτου ή/και του δεύτερου κόσμου, είναι εξοικειωμένος με τις σκηνές βίας, με την κακοποίηση, την παιδοφιλία μέσα από (τις υπερβολικά πολλές) εικόνες στους τηλεοπτικούς του δέκτες, είναι όμως η δύναμη της λογοτεχνίας, η δύναμη του γραπτού λόγου που μετατρέπει αυτές τις εικόνες σε κάτι εφιαλτικό και αποτρόπαιο, σε κάτι που μπορεί να σε κάνει να χάσεις τον ύπνο σου. Είναι η δύναμη της λογοτεχνίας που μπορεί να συνδυάσει με τον καλύτερο τρόπο την απανθρωπιά και την σκληρότητα, με σελίδες γεμάτες απλή και ανιδιοτελή αγάπη, αφοσίωση και αληθινή φιλία.

“Τελευταία, αναρωτιόταν αν η συνεξάρτηση ήταν τόσο κακό πράγμα. Ευχαριστιόταν τις φιλίες του και δεν έβλαπτε κανέναν, οπότε ποιον ένοιαζε αν ήταν συνεξαρτημένος ή όχι. Και τέλος πάντων, από πού κι ως πού η φιλία είχε περισσότερη συνεξάρτηση από μια σχέση; Γιατί είναι αξιοθαύμαστη όταν είσαι είκοσι επτά μα ανατριχιαστική όταν είσαι τριάντα επτά; Γιατί δεν είναι η φιλία εξίσου καλή με μια σχέση; Γιατί δεν είναι ακόμα καλύτερη; Ήταν δύο άνθρωποι που έμεναν μαζί, κάθε μέρα, ενωμένοι όχι από το σεξ ή τη σωματική έλξη ή τα χρήματα ή τα παιδιά ή την ακίνητη περιουσία, μα μονάχα από την κοινή συμφωνία να συνεχίσουν την αμοιβαία αφοσίωση σε μια ένωση που ποτέ δεν θα κωδικοποιούνταν. Φιλία είναι να παρίστασαι στην αργή ροή των δυστυχιών ενός άλλου, και σε μεγάλα διαστήματα βαρεμάρας, και περιστασιακούς θριάμβους. Είναι να αισθάνεσαι τιμή για το προνόμιο να είσαι παρών στις πιο κακές στιγμές ενός άλλου ανθρώπου, και να ξέρεις ότι μπορείς κι εσύ να είσαι στις κακές σου μπροστά του σε αντάλλαγμα.”

Η αφήγηση εστιάζεται στη ζωή τεσσάρων κολλητών φίλων κατά τη διάρκεια τριών (και βάλε) δεκαετιών της ζωής τους. Φοιτητές σε ένα επιφανές κολλέγιο, ο πανέμορφος Γουίλεμ, παιδί Σκανδιναβών γονιών που στρέφεται αργά αλλά σταθερά, προς το θέατρο και τον κινηματογράφο, ο έγχρωμος εγωκεντρικός ζωγράφος Τζέι Μπι, ο ευαίσθητος αρχιτέκτονας Μάλκολμ και τέλος, ο Τζουντ, ο ήρεμος και γοητευτικός υπότροφος στη Νομική που προσλαμβάνεται στην εισαγγελία της Ν.Υόρκης μετά την αποφοίτησή του. Παρακολουθούμε για αρκετές (πολλές μάλλον) σελίδες την παρέα πανοραμικά, να τρώνε γκουρμέ ή μη φαγητά, να περιδιαβαίνουν, να μιλάνε για τα φοιτητικά τους χρόνια - είναι ενδεικτικό ότι αυτή η εισαγωγή κρατάει γύρω στις 100 σελίδες, μέχρι η πένα της συγγραφέως εστιάσει κατά κύριο λόγο στον Τζουντ, τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου και τη ζωή του, καθώς και την σχέση του με τον Γουίλεμ, τον πιο κοντινό του άνθρωπο, αυτόν που ήρθε πιο κοντά του από τον καθένα.

Η συγγραφέας τοποθετεί τη δράση του βιβλίου της σε ένα άχρονο πλαίσιο, όπου τα εξωτερικά στοιχεία δεν παίζουν κανένα ρόλο. Δεν καταλαβαίνουμε σε ποιες δεκαετίες αναφέρεται, οι ήρωες μεγαλώνουν, ωριμάζουν αλλά όπως στα παραμύθια, τίποτα εξωτερικά δεν συμβαίνει, η κοινωνία παραμένει η ίδια, λες και όλη η ιστορία (μάλλον οι ιστορίες) που αφηγείται συμβαίνουν στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Με αυτό το τρικ, ο αναγνώστης προσηλώνεται στην αφήγηση της ιστορίας, χωρίς περισπασμούς με κοινωνικοπολιτικά γεγονότα.

Ο ήρωας του βιβλίου και αναμφίβολα, το πρόσωπο που σχεδόν εξαναγκάζεται συναισθηματικά να ταυτιστεί ο αναγνώστης, είναι ο Τζουντ. Ένας άνθρωπος με κινητικά προβλήματα λόγω της ταλαιπωρίας που έχουν υποστεί τα άκρα του, ένας άνθρωπος που κόβεται/χαρακώνεται με μανία, καθημερινά, στα χέρια και στα πόδια, ένας άνθρωπος που η πλάτη του είναι γεμάτη βαθιές χαρακιές, ένας άνθρωπος που αποπνέει μυστήριο για τους γύρω του, ενώ ακόμα και οι φίλοι του δεν γνωρίζουν τίποτα για το παρελθόν του.

"“Η ζωή ήταν τρομακτική· ήταν άδηλη. Ακόμα και τα χρήματα του Μάλκολμ δεν θα τον προστάτευαν πλήρως. Η ζωή θα του συνέβαινε, και θα έπρεπε να προσπαθήσει να της αποκριθεί, ακριβώς όπως κι εκείνοι. Όλοι - ο Μάλκολμ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτό με τα ξυράφια του - αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολόδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.”

Το παρελθόν του Τζουντ ξετυλίγεται αργά και μας δίδεται σε μικρές δόσεις. Ορφανός που εγκαταλείπεται σε μοναστήρι και μετά το σκάει με έναν από τους καλόγερους, ενώ η αναφορά σε κάποιον γιατρό που τον κατέστρεψε είναι συνεχής. Πως κατορθώνει αυτός ο άνθρωπος να πάρει υποτροφία σε ένα εξαίρετο κολλέγιο, να αποφοιτήσει με επαίνους, να προσληφθεί στην εισαγγελία της Νέας Υόρκης, απ' όπου θα φύγει μετά από μερικά χρόνια καθώς προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη δικηγορική εταιρία όπου αναδεικνύεται ως ο σούπερ και αδίστακτος δικηγόρος, που για ένα 12ωρο είναι ο άψογος και ζηλευτός επαγγελματίας, γυρίζοντας όμως σπίτι είναι ο έφηβος Τζουντ που αναζητά μετά μανίας το ξυράφι;

Ο Τζουντ είναι ένας πολύ άτυχος άνθρωπος, ο οποίος όμως από την άλλη είναι και αφάνταστα τυχερός. Από την ώρα που θα αρχίσει τις σπουδές του, βρίσκονται δίπλα του, ή, γύρω του, άνθρωποι που θα τον αγαπήσουν και θα τον αγκαλιάσουν. Ο καθηγητής και μέντοράς του, ο Χάρολντ που θα τον υιοθετήσει, ο Γουίλεμ, ο κολλητός του, που θα είναι πάντα δίπλα του, ο γιατρός του ο Άντι που θα είναι πάντα έτοιμος για κάθε στραβοτιμονιά, ο Μάλκολμ που θα τον θαυμάζει και ο Τζέι Μπι που πάντα θα αποζητάει ένα νεύμα, μια χειρονομία του. Κανείς όμως από αυτούς δεν φαντάζεται την έκταση της κακοποίησης, κανείς δεν ρωτάει γιατί φοβάται την απάντηση.

 Οι τέσσερις φίλοι αργά αλλά σταθερά χτίζουν την καριέρα τους, την πορεία τους στη ζωή. Όλοι προοδεύουν, ο Γουίλεμ γίνεται ηθοποιός παγκόσμιας κλάσης, ο Μάλκολμ αρχιτέκτονας περιζήτητος, ο Τζέι Μπι διάσημος ζωγράφος. Η σχέση τους δοκιμάζεται, περνάει διάφορα στάδια, ακόμα και ο σεξουαλικός προσανατολισμός των δυο, του Γουίλεμ και του Μάλκολμ θα αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών – μόνο ο Τζει Μπι θα μείνει σεξουαλικά σταθερός στις προτιμήσεις του.
Όμως όλα αυτά περνάνε σε δεύτερο πλάνο καθώς, η ιστορία του Τζουντ κυριαρχεί στο βιβλίο – θα φτάσουμε στη μέση μέχρι να μάθουμε τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα, να καταλάβουμε μέσα από την ιστορία, τι ακριβώς έχει γίνει στη ζωή του Τζουντ μέχρι τα 15 του χρόνια, μέχρι να αρχίσει η φρίκη που πιάνει τον αναγνώστη (όπως άλλωστε κι εμένα), από τον λαιμό και δεν θα τον αφήνει να κοιμηθεί τα βράδια. Η Γιαναγκιχάρα αφηγείται με θαυμαστό τρόπο, τα τραύματα του Τζουντ, την απέχθεια προς τον εαυτό του, την αυτοκαταστροφική του μανία που παρασέρνει τα πάντα, την ανάγκη του για αγάπη και τρυφερότητα που κρύβει τόσο καλά, την δισυπόστατη προσωπικότητά του, που ξαφνιάζει όσους τον ξέρουν καλά, καθώς παρακολουθούν αυτόν τον εύθραυστο και τρυφερό άνθρωπο να μετατρέπεται σε ύαινα στο δικαστήριο, έτοιμος να κατασπαράξει τον ατυχή του αντίπαλο.

“ “Τζουντ” του λέει ο Χάρολντ, χαμηλόφωνα. “Καημένε Τζουντ. Γλυκέ μου”. Και με αυτό βάζει τα κλάματα, γιατί κανένας δεν τον έχει πει ποτέ γλυκό του, όχι από τον αδελφό Λουκ. Μερικές φορές ο Γουίλεμ προσπαθούσε – γλυκέ μου ,προσπαθούσε να τον φωνάξει ο Γουίλεμ, καρδιά μου - , και τον ανάγκαζε να το κόψει· το γλυκόλογο για κείνον ήταν βρομερό, μια λέξη εξευτελιστική και ακόλαστη. “Γλυκέ μου” λέει πάλι ο Χάρολντ, και θέλει να σταματήσει· θέλει να μη σταματήσει ποτέ. “Μωρό μου”. Και κλαίει και κλαίει, κλαίει για όσα έχει υπάρξει, για όσα θα μπορούσε να είχε γίνει, για κάθε παλιό πόνο, για κάθε παλιά ευτυχία, κλαίει για την ντροπή και τη χαρά του να μπορεί επιτέλους να είναι παιδί, με όλα τα καπρίτσια και τις επιθυμίες και τις ανασφάλειες ενός παιδιού, για το προνόμιο να φέρεται άσχημα και να τον συγχωρούν, για την πολυτέλεια της τρυφερότητας, της στοργής, του να του σερβίρουν ένα γεύμα και να τον αναγκάζουν να το φάει, για την ικανότητα, επιτέλους, επιτέλους να πιστέψει τις διαβεβαιώσεις ενός γονιού, να πιστέψει ότι για κάποιον είναι ξεχωριστός παρά τα λάθη του και το μίσος του, εξαιτίας των λαθών του και του μίσους του.”

Είναι όλα δοσμένα σε υπερβολικό βαθμό, στο πληθωρικότατο αυτό μυθιστόρημα. Η βία και η σκληρότητα θα μπορούσαν να αποτελούν στοιχείο μιας σαδομαζό ταινίας, η αγάπη και η τρυφερότητα φτάνουν σε μελοδραματικά πλαίσια. Η συγγραφέας έχει αφομοιώσει εξαιρετικά, όλη τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Η παρουσία του Ντίκενς είναι ιδιαίτερα αισθητή, όπως και οι επιρροές από την Γκόθικ λογοτεχνική σκηνή, ενώ το βιβλίο δομείται ως “μυθιστόρημα μαθητείας” (bildungsroman). Η Γιαναγκιχάρα ενώνει όλα αυτά με την λογοτεχνία του Bret Easton Ellis (που προκάλεσε αίσθηση την δεκαετία του '90 χωρίς όμως συνέχεια) και του κινηματογράφου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, των οραμάτων για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.


Η "Λίγη ζωή" είναι ένα βιβλίο για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, για την αγάπη και το μίσος, για την σεξουαλική κακοποίηση, τον αγώνα για τη ζωή, την αγνή και ανιδιοτελή φιλία, την αντιφατικότητα του ανθρώπου και την ανάγκη του για τρυφερότητα και αγάπη. Άνισο αλλά θαυμάσιο, υπερβολικό αλλά γοητευτικό, φλύαρο αλλά μεθυστικό, το μυθιστόρημα αυτό, για τους ίδιους λόγους που μπορείς να το μισήσεις, μπορείς να το αγαπήσεις.
Ναι, θα ήταν καλύτερα να ήταν πιο σφιχτοδεμένο, ίσως, θα ήταν καλύτερα να ήταν ίσως το μισό σε έκταση, αφού δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή και η συγγραφέας δείχνει να στριφογυρίζει γύρω από το ίδιο θέμα, σίγουρα, κάποιες καταστάσεις δείχνουν εξωφρενικές μέσα σε αυτό το ρεαλιστικό πλαίσιο, αλλά (εδώ υπάρχει ένα τεράστιο “αλλά”...), η αφήγηση είναι τόσο ζωντανή και διαυγής, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων, κυρίως του Τζουντ και του Γουίλεμ, τόσο εξαιρετική, η δύναμη της ιστορίας τόσο μεγάλη, που θέλεις να τα συγχωρήσεις όλα, να τα αφήσεις πίσω και να απολαύσεις αυτό το σπουδαίο πραγματικά μυθιστόρημα που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά και στο συναίσθημα, αυτό το συναρπαστικό page-turner που δονείται από πάθος. Στην απόλαυση του βιβλίου συντελεί η εξαιρετική μεταφορά του στα ελληνικά από την πάντα δημιουργική Μαρία Ξυλούρη.

_______________________________________________________

Βαθμολογία: 85/100




 
Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2017 | Permalink
Ο κήπος της αγάπης
Εγκεφαλικό και με ιδιαίτερα νοσηρή ατμόσφαιρα, το ψυχολογικό νουάρ του πολύ καλού Γάλλου συγγραφέα Marcus Malte (1967, Seyne-sur-Mer), με τίτλο “Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ”, (“Garden of love”), (Εκδόσεις Opera, μετάφρ. Μαρ. Κουτάλου, σελ.301), είναι (κυρίως) ένα υπέροχο, ψυχολογικό και σκοτεινό μυθιστόρημα (πέρα από λογοτεχνικά είδη και λοιπές κατατάξεις), το οποίο παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι μέσα στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής.

Με το ποίημα του William BlakeGarden of love, και την μουσική του Serge Gainsbourg, να δίνουν τον τόνο στο βιβλίο, ο Malte με μια αποσπασματική αφήγηση εισάγει τα πρόσωπα στην δραματική ιστορία που αφηγείται.

Μια πολύ περιποιητική και ευφάνταστη πόρνη, που ψυχαγωγεί τους πελάτες της, ένας πατέρας που ξαναβρίσκει μετά από χρόνια τον εξαφανισμένο παιδικό του φίλο και στην ιδέα ότι πρέπει να τον ξαναδεί, πανικοβάλλεται αυτός και η σύζυγός του, ένας έφηβος που σαγηνεύεται από τον χαρισματικό συμμαθητή του και κάνει τα πάντα για να τον δεχτεί ο τελευταίος, ως φίλο του, ένας τελειωμένος αστυνομικός λίγο πριν την σύνταξη λαμβάνει ένα ανώνυμο χειρόγραφο με τίτλο “Ο κήπος της αγάπης”. Διατρέχοντάς το, αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας του γνωρίζει πολύ καλά πρόσωπα και καταστάσεις της προσωπικής του ζωής.

Το χειρόγραφο των 150 σελίδων περιγράφει τα πάντα και είναι σταλμένο από ένα μέρος που ο αστυνόμος Αστρίντ γνωρίζει πολύ καλά. Μπορεί να φανταστεί ποιος του το έστειλε, είναι ένα άτομο που κυνηγάει καιρό τώρα σε ένα παιχνίδι διανοητικό, όπου συνήθως είναι χαμένος. Διαβάζοντας το χειρόγραφο βλέπει ότι και πάλι ο ίδιος άνθρωπος παίζει μαζί του, ξέρει που θα τον βρει και το θέαμα που αντικρύζει μπροστά του θα τον σημαδέψει για πάντα:

“Όχι δεν είχα κάνει λάθος. Για μια φορά, αυτός ο μαλάκας δεν με ξάφνιασε. Ήταν ξαπλωμένος κάτω, ανάσκελα. Ο κορμός του ήταν γυμνός και γεμάτος τούφες από κομμένα ανοιχτόχρωμα μαλλιά. Τον σκέπαζαν ολόκληρο. Το πρόσωπό του ήταν ελαφρά στραμμένο προς τ' αριστερά. Τουλάχιστον ό,τι είχε απομείνει απ' αυτό. Το πάνω μέρος του κρανίου του έλειπε, ανοιγμένο από μια σφαίρα ρεβόλβερ. Διαμέτρημα 38 σπέσιαλ. Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού ήταν ακόμα γαντζωμένα στη λαβή του παλιού Ruger.

Έμεινα για λίγο καρφωμένος στη θέση μου. Έπειτα προχώρησα, με το όπλο πάντα τεντωμένο, σημαδεύοντας το πτώμα. Έσκυψα από πάνω του. Αυτό το κάθαρμα είχε κρατήσει τα μάτια ανοιχτά. Φωτισμένα απ' το τετράγωνο του φεγγίτη. Ήταν ωραίος. Παρά τις μοβ πλάκες στο δέρμα του, παρά το φωτοστέφανο του αίματος και το μάγμα από μυαλά και κόκαλα. Τι βλέπεις; Τι σε κάνει να διασκεδάζεις; Θα ορκιζόμουν ότι ένα χαμόγελο έπαιζε στα χείλη του. 

Χαμήλωσα την κάννη της Beretta ως τη γωνία του στόματός του. Άρχισα να τρέμω ολόκληρος. Από ανημπόρια, από οργή. Δεν μου' χε αφήσει ούτε τη μικρή παρηγοριά να του δώσω τη χαριστική βολή. Αισθάνθηκα τον δείκτη μου να σφίγγεται στη σκανδάλη, το ίδιο και τα σαγόνια μου, και όλο το υπόλοιπο σώμα μου, φορτωμένο ως τα μπούνια, συμπιεσμένο, όλη μου την ύπαρξη να κρέμεται απ' αυτό το κομματάκι σάρκα πάνω στο κομματάκι μέταλλο που πάει να σκάσει.
Μόνο δάκρυα ανέβλυσαν από τα βλέφαρά μου. Ανασηκώθηκα μ' ένα ρόγχο, ένα βραχνό μούγκρισμα βγαλμένο από το στήθος μου. Τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα είχα ήδη στερέψει. Όρθιος μπρος στα πόδια του, κοίταζα το πτώμα και το ξύλινο κουτί στο πλάι. Το κουτί των πούρων. Ώστε έτσι λοιπόν: υπήρχε πραγματικά. Το κουτί του θησαυρού, το κουτί των μυστικών. Άδειο.

Πίσω μου, το μεταλλικό κροτάλισμα επέμενε· προερχόταν από ένα εκκρεμές με μεταλλικές μπίλιες που χτυπούσαν η μία πάνω στην άλλη. Αέναη κίνηση. Το ήξερα αυτό το αντικείμενο. Ήταν τοποθετημένο σ' ένα ράφι στον τοίχο.
Τέλεια σκηνοθεσία...Αρρωστημένε καριόλη!

Γύρισα απότομα κι έριξα έξι σφαίρες απανωτά, στο περίπου. Ο θόρυβος ήταν τρομακτικός. Θραύσματα ξύλου και σοβά εκτοξεύτηκαν ψηλά. Το εκκρεμές έγινε σκόνη από τη δεύτερη βολή. Ο χρόνος σταμάτησε.

Μετά απ' αυτό, έμειναν μόνο η σκόνη στον αέρα και το σφύριγμα στα τύμπανά μου. Έριξα μια τελευταία ματιά στο πτώμα. Δε σήμαινε τίποτα πια. Βγήκα έξω κι ούτε που γύρισα να τον φτύσω.”

Έτσι αρχίζουν όλα ή μήπως τελειώνουν; Ο αναγνώστης το μόνο που έχει να κάνει είναι να σχηματίσει το παζλ της ιστορίας. Να βάλει τα πρόσωπα στη θέση τους. Να καταλάβει πως τοποθετούνται οι χαρακτήρες μέσα στην ιστορία. Δεν υπάρχει αστυνομικό αίνιγμα ή παιχνίδι ανεύρεσης κάποιου δολοφόνου. Ο Μαλτ, όπως και στο πολύ καλό  “Μπλε νότες σε κόκκινο φόντο” που είχε βγει πριν λίγα χρόνια, είναι εκπληκτικός στην δημιουργία μαύρης ατμόσφαιρας, να εισδύει στην “καρδιά του σκότους” και να καλλιεργεί ένα κλίμα άγχους και ασφυξίας.


Με πινελιές λυρισμού που διαδέχονται οι σκληρές ρεαλιστικές σκηνές, το μυθιστόρημα είναι άψογα χορογραφημένο και με φοβερή αίσθηση του ρυθμού καθώς πίσω από κάθε σελίδα περιμένεις να γίνει κάτι φρικιαστικό και απάνθρωπο. Γοτθική ατμόσφαιρα, σκοτεινή και καταθλιπτική σε ένα ψυχαναλυτικό θρίλερ, σαγηνευτικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον, που μπορεί να ξεκινάει ιδανικά αλλά δεν ολοκληρώνεται έτσι, καθώς το φινάλε ελαφρώς απογοητεύει.

Κανείς δεν είναι αθώος στην ιστορία που αφηγείται ο Μαλτ, θύτης και θύμα αλλάζουν ρόλους και το παιχνίδι μεταξύ τους συνεχίζεται μέχρι τέλους. Ο ένας θα ζήσει – ένας ζωντανός νεκρός, ο άλλος θα αυτοκτονήσει (όπως βλέπουμε παραπάνω). “Ο κήπος της αγάπης” είναι ένα πολύ ωραίο ψυχολογικό θρίλερ, με υπέροχες εικόνες και μια πολύ δυνατή ιστορία, που μιλάει για το παρελθόν, την αγάπη, την συγχώρεση, την παράνοια, τις μικρές εκείνες λεπτομέρειες που καθορίζουν τη ζωή μας, τη σχετικότητα των επιλογών μας. Ο Μαλτ έχει στυλ και προσωπική ματιά, θυμίζοντας τους μεγάλους συμπατριώτες του, κλασσικούς του είδους.

"Εσύ που λες πως μ'αγαπάς, σκέφτηκε, εσύ που λες πως μ'αγαπάς, εκπλήρωσε τις επιθυμίες μου."



______________________________________________________________

Βαθμολογία 77/100

__________________________________________________________


Η βαθμολογία (παλιά αγαπημένη συνήθεια), επανέρχεται από αυτό το ποστ. Βιβλία που συγκεντρώνουν κάτω από 70/100 δεν θα αναρτώνται (όπως εξάλλου δεν γράφω για βιβλία που με αφήνουν αδιάφορο μετά την ανάγνωσή τους), παρά μόνο αν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτά.
 
Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017 | Permalink
Η ώρα του Αστεριού
“Αυτή η ιστορία λαμβάνει χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και δημόσιας συμφοράς” γράφει η Βραζιλιάνα (Ουκρανικής καταγωγής) συγγραφέας Clarice Lispector (1920-1977), στην εισαγωγή της εξαιρετικής νουβέλας της, με τίτλο “Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΙΟΥ” (“A hora da Estrella”) - (εκδ. Αντίποδες, μετάφρ. Μ.Χατζηπροκοπίου, επίμετρο Έλεν Σιξού, σελ. 146). Μια νουβέλα που έμελλε να είναι η τελευταία που εξέδωσε εν ζωή, η σπουδαία αυτή συγγραφέας και θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα έργα της. Μια νουβέλα αυτοαναφορική και ιδιαίτερη που είτε τη λατρεύεις, είτε την απορρίπτεις· μέση οδός δεν υπάρχει.

Η “Ώρα του αστεριού” (λογοτεχνία με Λ κεφαλαίο), θα μπορούσε να έχει 13 τίτλους, τους παραθέτει όλους στην αρχή του βιβλίου η συγγραφέας – ανάμεσά τους και το ονοματεπώνυμό της, ως τίτλος, σαν σημάδι, σφραγίδα, όπως θέλεις πες το, και στην δεύτερη σελίδα της ιστορίας, η επισήμανση: ο συγγραφέας που θα είναι ο αφηγητής της νουβέλας, “θα έπρεπε να είναι άντρας γιατί γυναίκα συγγραφέας μπορεί να αρχίσει τις γλυκανάλατες κλάψες”.

Ο αναγνώστης αφήνεται να επιλέξει όποιον τίτλο θέλει: “Δικό μου το φταίξιμο – Η ώρα του αστεριού – Να τα βγάλει πέρα μόνη της – Το δικαίωμα στην κραυγή – Clarice Lispector - .Ως προς το μέλλον – Θρηνητικό μπλουζ – Αυτή δεν ξέρει να κραυγάζει – Μια αίσθηση απώλειας – Σφύριγμα στον σκοτεινό άνεμο – Δεν μπορώ να κάνω τίποτα – Καταγραφή προηγηθέντων γεγονότων – Δακρύβρεχτο μελό – Βγαίνοντας διακριτικά από την πίσω πόρτα”. Μοιάζουν με τίτλους ποιημάτων του Ν.Δ.Καρούζου που πολλές φορές αποτελούν ένα ποίημα από μόνοι τους και στο κάτω-κάτω, τι σημαίνει ένας τίτλος; Το ερώτημα τίθεται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου, από τον αφηγητή αλλά και από τον αναγνώστη.

Είναι μια ιστορία μπανάλ, κοινότοπη όσο δεν παίρνει. Η ζωή μιας ασήμαντης γυναίκας, μιας πάμπτωχης κοπέλας από την επαρχία που προσπαθεί να ζήσει αξιοπρεπώς στη μεγάλη πόλη (στην συγκεκριμένη περίπτωση, στο Ρίο ντε Τζανέιρο). Η Μακκαμπέα με “όνομα βαρύ σαν ιστορία”, δεν έχει μόρφωση, δεν έχει εμφάνιση, δεν έχει δυνατή προσωπικότητα. Είναι αφελής και αμόρφωτη, αλλά έχει δίψα για ζωή. Ζει με άλλες 4 κοπέλες σε ένα ταπεινό δωμάτιο και εργάζεται ως δακτυλογράφος σε μια επιχείρηση, χωρίς όμως να τα καταφέρνει καλά, γι' αυτό και πρόκειται να απολυθεί. Ακούει στον ελεύθερο χρόνο της το “Ράδιο ρολόι” που μεταδίδει διάφορες χρήσιμες ή παντελώς άχρηστες πληροφορίες εγκυκλοπαιδικού περιεχομένου. Ευαίσθητη και τρυφερή, με μια σεξουαλικότητα που εκδηλώνεται υποδόρια, προσπαθώντας να βρει διέξοδο. Αποπειράται να κάνει μια σχέση με έναν αλητάκο, αλλά ούτε κι εκεί τα καταφέρνει. Ονειρεύεται πως θα γίνει όμορφη και πλούσια αλλά δεν ξέρει τον τρόπο, δυστυχώς γι' αυτήν δεν θα τον μάθει ποτέ.

“Με την ιστορία αυτή θα ευαισθητοποιηθώ, και ξέρω καλά πως κάθε μέρα είναι μέρα κλεμμένη από το θάνατο. Δεν είμαι διανοούμενος, γράφω με το σώμα. Και αυτό που γράφω είναι υγρή ομίχλη. Οι λέξεις είναι ήχοι μεταγγισμένοι από σκιές που διασταυρώνονται ανόμοιες, σταλακτίτες, δαντέλα, μετουσιωμένη μουσική εκκλησιαστικού οργάνου. Σχεδόν δεν τολμώ να κραυγάσω λέξεις σ' αυτό το παλλόμενο πλούσιο δίχτυ, το νοσηρό και σκοτεινό που έχει για αντίστιξη το τραχύ μπάσο του πόνου. Allegro con brio. Θα προσπαθήσω να βγάλω από το κάρβουνο χρυσάφι. Ξέρω πως αναβάλλω την ιστορία και πως παίζω μπάλα δίχως μπάλα. Το γεγονός είναι πράξη; Ορκίζομαι πως αυτό το βιβλίο είναι φτιαγμένο δίχως λέξεις. Είναι βουβή φωτογραφία. Το βιβλίο αυτό είναι σιωπή. Το βιβλίο αυτό είναι ερώτημα.”

Ο έτερος πρωταγωνιστής της νουβέλας είναι ο Ροντρίγκο Σ.Μ., ο συγγραφέας, ο ανελέητος και πανίσχυρος αφηγητής. Από τη μια σίγουρος και αυτάρεσκος, με πλήρη αυτοπεποίθηση, από την άλλη ανασφαλής και φοβισμένος μπροστά στις λέξεις, στις προτάσεις, στην ιστορία που θέλει να αφηγηθεί και συνεχώς καθυστερεί, και συνεχώς κάνει κύκλους γύρω της. Ο αφηγητής περιγράφει την Μακκαμπέα και την άτυχή της ύπαρξη και ταυτόχρονα περιγράφει τον εαυτό του χωρίς όμως να ξενίζει ή να αποδιώχνει τον αναγνώστη αυτή η επιλογή. Αντίθετα εισβάλλει όλο και περισσότερο μέσα στη θαυμάσια νουβέλα, συμπάσχει και με τους δύο, γίνεται ένα με την ιστορία.

Διαβάζοντας αυτό το πολύτιμο βιβλίο, ο αναγνώστης αισθάνεται σαν να παρακολουθεί από ψηλά, όλη τη διαδικασία ενός κινηματογραφικού έργου. Από τη μια αυτό που θα δει ο θεατής στην οθόνη, από την άλλη, το συνεργείο με τα προβλήματά του. Τεχνική που έχει κινηματογραφηθεί σε πλείστες όσες ταινίες, όπως η “Αμερικάνικη νύχτα” του Τρυφό, το “Birdman” του Ιναρίτου και άλλες που δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να θυμηθώ.

“Ναι, είμαι ερωτευμένος με τη Μακκαμπέα, την αγαπημένη μου τη Μάκκα, ερωτευμένος με την ασχήμια της και την ολοκληρωτική της ανωνυμία, καθώς αυτή δεν είναι για κανέναν. Ερωτευμένος με τα εύθραυστα πνευμόνια της, την κοκαλιάρα. Πόσο θα' θελα να ανοίξει το στόμα της και να πει:
- Είμαι μόνη στον κόσμο και δεν πιστεύω κανέναν, όλοι λένε ψέματα, καμιά φορά μέχρι και τη στιγμή του έρωτα, δεν νομίζω πως ένα ον μιλάει με το άλλο, η αλήθεια με βρίσκει μονάχα όταν είμαι μόνη.
Η Μάκκα όμως ποτέ δεν είπε φράσεις, κατ' αρχήν επειδή ήταν λιγομίλητη. Και είναι αλήθεια πως δεν είχε συνείδηση του εαυτού της και παράπονο κανένα, μέχρι που πίστευε πως ήταν ευτυχισμένη. Ανόητη δεν ήταν μα είχε την καθαρή ευτυχία των ανόητων. Και επίσης δεν έδινε προσοχή στον εαυτό της: δεν ήξερε.
(Βλέωπ ότι προσπάθησα να προσδώσω στη Μάκκα μια δική μου κατάσταση: χρειάζομαι μερικές ώρες μοναξιάς τη μέρα, ειδάλλως “me muero”.)
Όσο για μένα, είμαι αληθινός μονάχα όταν είμαι μόνος. Μικρός σκεφτόμουν πως από τη μια στιγμή στην άλλη θα έπεφτα έξω από τον κόσμο. Γιατί τα σύννεφα δεν πέφτουν, αφού όλα πέφτουν; Γιατί η βαρύτητα είναι μικρότερη από την πίεση του αέρα που τα ανυψώνει. Έξυπνο ε; Ναι, όμως πέφτουν μια μέρα σε βροχή. Είναι η δική μου εκδίκηση.”



Το χιούμορ αλλά και η σκληρότητα, η ειρωνεία και τα απότομα διαλείμματα στον αφηγηματικό ρυθμό θυμίζουν τον τρόπο του Μπέκετ και άλλων μεταμοντέρνων συγγραφέων αλλά εδώ υπάρχει ένα ιδιαίτερο "άγγιγμα", μια φωνή αυτόνομη και εξόχως λογοτεχνική. Το σίγουρο είναι ότι η Λισπέκτορ είναι μια κατηγορία από μόνη της, δύσκολα μπορεί να την κατατάξεις σε κάποιο πλαίσιο. Η “Ωρα του αστεριού” θεωρείται ένα από τα καλύτερα της έργα, και η επιτυχημένη διαδρομή του στη χώρα μας, σίγουρα θα φέρει και άλλες μεταφράσεις βιβλίων της. Το επίμετρο της δοκιμιογράφου Έλεν Σιξού είναι έξοχο και κατατοπιστικότατο, σ' αυτή την υπέροχη έκδοση των “Αντιπόδων”.


 
Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2017 | Permalink
Κι όμως γίνονται...
Ένα βιβλίο που ξεκινάει σαν σατυρικό μυθιστόρημα και ολοκληρώνεται ως δραματική περιπέτεια, είναι η εκπληκτική πολιτική δυστοπία του μεγάλου Αμερικανού (βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1930) συγγραφέα Sinclair Lewis (1885 – 1951), “ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΥΤΑ ΕΔΩ” (“It can't happen here”) - (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Ν.Μάντη, σελ. 513). Χρησιμοποιώντας γραμμική αφήγηση, ο (σχεδόν άγνωστος στη χώρα μας) συγγραφέας, παρακολουθεί την πορεία ενός ισχυρού και μεγάλου κράτους προς τον μιλιταρισμό και τον φασισμό, καταδεικνύοντας ότι “κι όμως όλα μπορούν να γίνουν εδώ” αρκεί να υπάρξει το κατάλληλο πολιτικοοικονομικό κλίμα.

Η ιστορία που περιγράφει ο Σίνκλερ Λιούις εκτυλίσσεται ουσιαστικά από το 1936 έως το 1938 και έχει ως ήρωα έναν βετεράνο δημοσιογράφο, τον Ντορέμους Τζέσαπ που ζει με την οικογένειά του σε μια μικρή πόλη του Βερμόντ, όπου διατηρεί και μια εφημερίδα. Ο Ντορέμους 60άρης πλέον και βαθιά φιλελεύθερος  ήταν ανέκαθεν ένας δημοσιογράφος που δεν μασούσε τα λόγια του, δεν δίσταζε να πάει κόντρα στους οικονομικούς παράγοντες του τόπου όταν έβλεπε το δίκιο σε οποιαδήποτε πλευρά. Διαβλέπει γρήγορα την ανοδική δημοτικότητα ενός επαρχιώτη γερουσιαστή, του δημαγωγού Μπαζ Γουίντριπ ο οποίος με την βοήθεια του Λη Σάρασον, του υποχθόνιου γραμματέα του, έχτιζε σιγά σιγά την καριέρα του προς την κορυφή.

Οι ενδείξεις είναι ανησυχητικές στην κοινωνία. Ο κόσμος είναι απογοητευμένος από το “νιού ντιλ”, την οικονομική πολιτική του Φραγκλίνου Ρούσβελτ και η ανεργία έχει ανέβει θεαματικά όπως άλλωστε και τα τεράστια οικονομικά προβλήματα ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Οι αυξανόμενες απεργίες, η μακροχρόνια οικονομική αστάθεια, έχουν δημιουργήσει δυσαρέσκεια και στους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της χώρας. Από την άλλη, η άνοδος των πανίσχυρων δικτατόρων σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, με κυριότερο εκφραστή τους τον Χίτλερ και το πολυδιαφημισμένο “Γερμανικό θαύμα” αποτελεί μπούσουλα για ενδεχόμενες εξελίξεις ακόμα στην δημοκρατικότερη (όπως θέλει να αποκαλείται) χώρα με το ισχυρότερο σύνταγμα.

Ο Μπαζ Γουίντριπ δεν δυσκολεύεται να πάρει το χρίσμα των Δημοκρατικών. Ήδη έχει πίσω του, διάφορους τύπους που επηρεάζουν περισσότερο ή λιγότερο το κοινωνικό σύνολο. Έναν ιεροκήρυκα, ο οποίος έχει μια επιτυχημένη ραδιοφωνική εκπομπή, μια συντηρητική κυρία που ηγείται μιας ένωσης γυναικών, η οποία υποστηρίζει ότι η θέση των γυναικών είναι στο σπίτι, ενώ η βιογραφία που έχει γράψει με τίτλο “Ώρα μηδέν” αποτελεί την “Βίβλο” των οπαδών του. Στο μανιφέστο του ο Γουίντριπ ουσιαστικά προαναγγέλει την πολιτική του. Θα διαλύσει τα συνδικάτα (ως υποκινούμενα από τους κομμουνιστές) δημιουργώντας την “Λεγεώνα των Ξεχασμένων Ανθρώπων” στην οποία θα πρέπει να ενταχθούν όλοι οι εργαζόμενοι. Θα δώσει επίδομα 5.000 δολλαρίων σε κάθε Αμερικανό ως οικονομική βοήθεια, ενώ θα δημιουργήσει ένα σώμα Πολιτοφυλακής, τους “Minute Men” (τους ανθρώπους της “στιγμής”-που παραπέμπει σε ένα αντίστοιχο σώμα που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής επανάστασης). Οι μαύροι απαγορεύεται να ψηφίζουν, ενώ οι γυναίκες θα πρέπει να απολυθούν ή να διακόψουν οποιαδήποτε επαγγελματική απασχόλησή τους εκτός από ορισμένες για να αφοσιωθούν στις οικογένειές τους και στην ανατροφή των παιδιών τους.

Αντίπαλο δέος στις εθνικές εκλογές είναι ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Γουώλτ Τράουμπριτζ, ένας ήπιος πολιτικός, ο οποίος μπροστά στον Γουίντριπ φαινόταν διανοούμενος, ενώ ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ μη δεχόμενος ότι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών θα ήταν τέτοιου επιπέδου, δημιούργησε το Τζεφερσονιανό κόμμα  που περισσότερο μπέρδεψε παρά βοήθησε τον αγώνα κατά του Γουίντριπ.

Ο Ντορέμους Τζέσαπ, τόσο αφανής ως παρατηρητής, παρακολουθώντας τον γερουσιαστή Γουίντριπ από την ταπεινή του Βοιωτία, δεν μπορούσε να εξηγήσει την ικανότητά του να μαγεύει πολυπληθή ακροατήρια. Ο γερουσιαστής ήταν χυδαίος, σχεδόν αναλφάβητος, ένας δημόσιος τσαρλατάνος που εύκολα θα μπορούσε να ξεσκεπαστεί, και οι “ιδέες” του ηλίθιες, ενώ η εγνωσμένη σεμνότητά του αντιστοιχούσε σ' εκείνη ενός περιοδεύοντος πωλητή εκκλησιαστικών αντικειμένων, και το ακόμα πιο διάσημο χιούμορ του στον ύπουλο κυνισμό ενός επαρχιώτικου μικρομάγαζου.
Σίγουρα δεν υπήρχε τίποτα το συναρπαστικό στα λόγια των ομιλιών του ούτε κάτι πειστικό στη φιλοσοφία του. Οι πολιτικές του αξιώσεις δεν ήταν παρά τα φτερά ενός ανεμόμυλου. Εφτά χρόνια πριν από το σημερινό του Πιστεύω – αντλημένο από τον Λη Σάρασον, τον Χίτλερ, τον Γκότφριντ Φέντερ, τον Ρόκο, και πιθανότατα την επιθεώρηση Για σένα τραγουδώ – ο μικρός Μπαζ, πίσω στην πατρίδα, δεν είχε εισηγηθεί τίποτα πιο επαναστατικό απ' τη βελτίωση του στιφάδου στα πτωχοκομεία της περιφέρειας και αρκετά λαδώματα για τους έμπιστους τοπικούς κομματάρχες, δουλειές για τους γαμπρούς τους, τους ανιψιούς τους, τους συνεταίρους τους και τους πιστωτές τους.
....
Υπήρχαν δύο πράγματα, έλεγαν στον Ντορέμους, που αναδείκνυαν τούτο τον Δημοσθένη των αγρών. Ήταν ιδιοφυής ηθοποιός. Δεν υπήρχε πιο χειμαρρώδης θεατρίνος στη σκηνή, στις κινηματογραφικές ταινίες ούτε καν στον άμβωνα. Κουνούσε τα χέρια, χτυπούσε τραπέζια, στύλωνε τα μάτια με τρελό βλέμμα, ξερνούσε βιβλική οργή από το ορθάνοιχτο στόμα του· παρ' όλα αυτά μπορούσε να κανακέψει σαν στοργική μητέρα, να ικετέψει σαν πονεμένος εραστής, και ανάμεσα στα κόλπα του, μπορούσε να καρφώσει ψυχρά και σχεδόν περιφρονητικά το κοινό του με ενέσεις αριθμών και στοιχείων – αριθμούς και στοιχεία που ήταν αναπόφευκτα ακόμα κι αν, όπως συνέβαινε συχνά, ήταν απολύτως εσφαλμένα.”

Ο Ντορέμους δεν αργεί να ταχθεί υπέρ του Ρεπουμπλικανικού κόμματος για πρώτη φορά στη ζωή του, βλέποντας το αδιέξοδο που δημιουργείτο, και την προέλαση του Γουίντριπ προς την εξουσία. Ο αγώνας του όμως είναι μάταιος, ακόμα και άνθρωποι κοντινοί του, όπως ο μεγαλύτερος γιος του που είναι δικηγόρος, έλκονται από την πυγμή και την “αποφασιστικότητα” του δημαγωγού πολιτικού. Ελάχιστοι είναι δίπλα του, όπως η Λορίντα Πάικ, μια αρκετά νεότερή του ιδιοκτήτρια ταβέρνας με την οποία εκτός από φιλική έχει και ερωτική σχέση, η μικρή του κόρη του Σίς, ή δυο-τρεις άνθρωποι που ήταν κοντά του απ' όταν ήταν παιδιά.

Ο Γουίντριπ θα νικήσει στις εκλογές και πολύ σύντομα θα εφαρμόσει την πολιτική του, επιβάλλοντας σχεδόν αμέσως στρατιωτικό νόμο στη χώρα, καταδιώκοντας και συλλαμβάνοντας οποιονδήποτε δεν συμφωνούσε με τις ενέργειές του. Πολιτικοί αντίπαλοι, μαύροι, κομμουνιστές ενώ το κόμμα μετονομάζεται σε “Κορπορατικό” και η περίφημη “Λεγεώνα των Ξεχασμένων ανθρώπων” σε “κόρπο” - ένα σώμα που είναι υπεράνω νόμου και ασκεί εξουσία χωρίς όρια.
Ο Ντορέμους θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να μην εμπλακεί αλλά αυτό είναι αδύνατο. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Γουίντριπ – όσοι πρόλαβαν τουλάχιστον – έχουν καταφύγει στον Καναδά, αλλά τα περάσματα σιγά σιγά κλείνουν. Ο Ντορέμους βρίσκεται σε δίλημμα, είναι ένας επαρχιώτης διανοούμενος που επηρεάζει κάποιους ανθρώπους. Να προσπαθήσει κι αυτός να διαφύγει στον Καναδά; Τι θα κάνει; Τι μπορεί να προσφέρει σε έναν αγώνα που δείχνει μάταιος; Η αφύπνιση θα φέρει την αντίσταση και από εκεί την σύλληψη και τα βασανιστήρια, αλλά μια ελπίδα αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα.

Όμως τι θα μπορούσε να περιμένει ένας καθημερινός εφημεριδάς, ειδικά εφόσον ήταν άνω των σαράντα πέντε, από μια ξένη χώρα – και πιο συγκεκριμένα αν είχε μια γυναίκα που την έλεγαν Έμα (ή Καρολίνα ή Νάνσι ή Γκριζέλντα ή οτιδήποτε άλλο), η οποία δεν θα ενθουσιαζόταν καθόλου με την ιδέα να μετακομίσει σε μια καλύβα, εις το όνομα της ελευθερίας και της τιμιότητας.
Έτσι επιχειρηματολογούσε ο Ντορέμους, όπως και μερικές ακόμα εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες, δάσκαλοι, δικηγόροι, και τα λοιπά, σε μερικές δεκάδες χώρες υπό δικτατορία, άνθρωποι που είχαν αρκετή συνείδηση για να αντιτίθενται στο καθεστώς και αξιοπρέπεια ώστε να μην εξαγοράζονται, αλλά χωρίς να είναι τόσο υπερφυσικά θαρραλέοι, ώστε να εξοριστούν με τη θέλησή τους ή να μπουν στο μπουντρούμι ή και στο ίδιο το σφαγείο εντέλει – ιδίως αν είχαν “συζύγους και οικογένειες να θρέψουν”.”

Το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Σίνκλερ Λιούις, είναι μια κλασσική πολιτική δυστοπία, στο είδος του “what if” βιβλίου, προπομπός του εκπληκτικού βιβλίου του σπουδαίου Φίλιπ Ροθ “Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ”, όπου (σε μια ακόμα εφιαλτική υπόθεση, ενός συναρπαστικού "what if", ο Τσαρλς Λίντμπεργκ κερδίζει τις εκλογές του 1940 στρέφοντας τη χώρα προς τον ναζισμό). Ο συγγραφέας με καταιγιστικό τρόπο αφηγείται πως μπορεί ένας ολόκληρος λαός να παρασυρθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία από κάποιους δημαγωγούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία για να υλοποιήσουν τους στόχους τους. Είναι ανατριχιαστικές (αλλά και τόσο ρεαλιστικές) οι περιγραφές των συζητήσεων, όταν ακόμα και φιλελεύθεροι άνθρωποι βρίσκουν γοητεία στις υποσχέσεις και στις λαϊκιστικές διακηρύξεις του Γουίντριπ.

Μόνιμα χαραγμένη η φράση στα χείλη των ανυποψίαστων δημοκρατικών πολιτών, που πιστεύουν στις κλασσικές Αμερικανικές αρχές, της Δημοκρατίας και της πίστης στο Σύνταγμα: “Δεν γίνονται αυτά εδώ” - “εδώ είναι Αμερική” κλπ. Πόσο εύκολα όμως μπορούν όλες οι βεβαιότητες να καταρριφθούν και πόσο εύκολα να βρεθείς κάτω από ένα ασφυκτικό καθεστώς που σε καταπιέζει όλο και περισσότερο, σε σημείο να λες ότι “είμαι τυχερός που την βγάζω ακόμα καθαρή” ή ότι “μπήκε λίγη τάξη επιτέλους”.

Κάθε κεφάλαιο, κάθε σελίδα του βιβλίου ωθεί τον αναγνώστη σε πολιτικό προβληματισμό. Το σάστισμα του Ντορέμους μπροστά στις εξελίξεις, η πίστη του στην Δημοκρατία και στη φιλοσοφία όταν το μοναδικό βιβλίο που επιλέγει να τον συντροφεύει είναι “Η παρακμή της Δύσηςτου Σπένγκλερ, η συμμαχία του με τους Κομμουνιστές για να έρθει η αλλαγή, ξέροντας όμως ότι εάν εκείνοι αναλάβουν την εξουσία μπορεί να κάνουν και χειρότερα, η στάση της οικογένειάς του, η σταδιακή απομόνωσή του, το κάψιμο των βιβλίων της βιβλιοθήκης του, όταν ακόμα και ο Κάρολος Ντίκενς μπορεί να είναι επικίνδυνος για το καθεστώς.

Σίγουρα το μυθιστόρημα του Σινκλέρ Λιούις είναι επίκαιρο, λόγω της ανόδου του Ντ. Τραμπ στην εξουσία με τις θολές και αρκετά επικίνδυνες διακηρύξεις του, λόγω της ανόδου σε παγκόσμιο επίπεδο του εθνολαϊκισμού, και της δημαγωγίας. Αναρωτιέμαι όμως και πότε δεν ήταν επίκαιρο ένα τέτοιο βιβλίο, που γράφτηκε κατά την περίοδο της γοητείας που ασκούσαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Λιούις στήριξε την μυθοπλασία του σε συγκεκριμένους πολιτικούς χαρακτήρες της εποχής, διότι την δεκαετία του '30, οι ολοκληρωτικές ιδέες ήταν πολύ δημοφιλείς στις Η.Π.Α. όπως και παντού, το μυθιστόρημά του όμως δείχνει περίτρανα ότι, η λογοτεχνία μπορεί να είναι η διορατικότερη και η πιο επαναστατική μορφή τέχνης και έκφρασης απέναντι σε κάθε σχέδιο γι' αυτό και ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνει κάθε δικτατορικό καθεστώς είναι να κάψει βιβλία. Το “Δεν γίνονται αυτά εδώ” εκτός από ένα σχεδόν αριστουργηματικό μυθιστόρημα με ιδιαίτερο στυλ και χιούμορ, είναι ένα βιβλίο που μπορεί να είναι χρήσιμο σε όλους ως "τροφή για σκέψη" και ευρύτερο προβληματισμό, στο πόσο σχετικές είναι όλες οι έννοιες (πολιτικές και φιλοσοφικές), και στο πως πανεύκολα "γίνονται όλα εδώ, όπως κι αλλού".