Τρίτη, Σεπτεμβρίου 20, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 20, 2016 | Permalink
Μαγεμένος τόπος
“Οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι πιο επικίνδυνοι από τους άλλους.”

Ένα βιβλίο σκληρό, ταυτόχρονα όμως, ιδιαίτερα λυρικό, με πολλή βία αλλά και συναίσθημα. Το συγκλονιστικό και θαυμάσιο “ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ ΤΟΠΟΣ” (“The Enchanted”), πρώτο βιβλίο μυθοπλασίας της Αμερικανίδας συγγραφέως, δημοσιογράφου και ερευνήτριας υποθέσεων θανατοποινιτών, Rene Denfeld (Εκδ.Μεταίχμιο, μετάφρ. Χ.Παπαδημητρίου, σελ.319), είναι ένα περίεργο και πολύ εσωτερικό βιβλίο "φυλακής", που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου και όταν το ολοκληρώσεις μένει βαθιά μέσα σου και το σκέπτεσαι για μέρες

Όταν άρχισα να διαβάζω, δεν ήξερα τι σημαίνουν κάποιες λέξεις. Τις ψιθύριζα μέσα στο κεφάλι μου. Απαρχαιωμένος, δικλίδα, καίριο. Ποιο είναι το νόημα αυτών των λέξεων; Άραγε οι άλλοι τις καταλαβαίνουν; Είναι το ίδιο όμορφες όπως ακούγονται μέσα στο κεφάλι μου;
Μια φορά, στις αρχές, δοκίμασα να επαναλαμβάνω ασταμάτητα τη λέξη “Σιου” μέσα στο κεφάλι μου. Ακόμη δεν είμαι σίγουρος πως ακούγεται. Είναι μία ή δύο συλλαβές; Για ώρες πολλές σκεφτόμουν πόσο περίεργο είναι ότι μερικά κομμάτια των λέξεων είναι σιωπηλά, όπως μερικά κομμάτια της ζωής μας. Άραγε οι άνθρωποι που έγραψαν τα λεξικά αποφάσισαν να αναπαραστήσουν με τη γλώσσα τη ζωή μας ή συνέβη τυχαία έτσι;
Αποφάσισα ότι δεν έχει σημασία, τελικά. Μέσα στο μυαλό μου οι λέξεις ακούγονται σωστά. Κυνηγούν η μία την άλλη σαν βάρκες σε μια λίμνη μετά το σούρουπ και ποιος νοιάζεται αν είναι σωστές οι παρομοιώσεις μου, οι άνω τελείες ή ότι άλλο.
Τα βιβλία φώτιζαν τη ζωή μου και μ'έκαναν να καταλάβω κάτι: Η ζωή είναι μια ιστορία. Όλα όσα μου έχουν συμβεί και θα μου συμβούν είναι κομμάτι της ιστορίας αυτού του μαγεμένου τόπου – όλα τα όνειρα και τα οράματα που βλέπω, τα πράγματα που καταλαβαίνω ξαφνικά μέσα στο κελί μου, σ'αυτό το μπουντρούμι. Τα βιβλία με βοήθησαν να δω ότι η αλήθεια δεν είναι στο άγγιγμα της πέτρας αλλά σ'αυτό που σου λέει η πέτρα.
Και οι πέτρες μου λένε πάρα πολλά. Αλλά, αν καταλαβαίνω μερικά πράγματα λάθος, τότε παρακαλώ συγχωρέστε με. Αυτός ο τόπος είναι τόσο μαγεμένος, που δεν μπορώ να μη πω την ιστορία του.”

Μια φυλακή παλαιού τύπου, όχι σαν τις υπερσύγχρονες ιδιωτικές που χτίζονται πλέον στις ΗΠΑ. Γεμάτη καταδικασμένους σε θάνατο, και την αίθουσα εκτελέσεων να δουλεύει εντατικά. Ο μελλοθάνατος αφηγητής της ιστορίας, που το όνομα του θα το μάθουμε μόνο στο τέλος του βιβλίου, το ονομάζει “μαγεμένο τόπο” γεμάτο με τις στάχτες των εκτελεσμένων “κρυμμένες μέσα στις τεφροδόχους”, και το οποίο τραντάζεται όποτε γίνεται κάτι σημαντικό μέσα στους τοίχους της φυλακής από την επέλαση των “χρυσαφένιων αλόγων που καλπάζουν βαθιά κάτω από τη γη”.
Σ' αυτόν τον τόπο που είναι όλα στο φως και στο σκοτάδι, όπου θεωρητικά δεν υπάρχουν μυστικά αλλά ουσιαστικά κανείς δεν ξέρει τίποτα για κανέναν, ο αφηγητής άλαλλος από τα 6 του, φυλακίζεται για ένα στυγερό έγκλημα για το οποίο ντρέπεται να μιλήσει και την πολυετή φυλάκιση στην οποία καταδικάζετα, την διαδέχεται η εσχάτη των ποινών για ένα φόνο που διαπράττει μέσα στη φυλακή. Ο αφηγητής μέσα στη φυλακή μαθαίνει να διαβάζει και περνάει τον περισσότερο χρόνο του στη βιβλιοθήκη όπου νιώθει “ελεύθερος” ενώ τα γεγονότα διυλίζονται μέσα από ένα μεταφυσικό φακό. Μέσα στη φαντασία του, όποτε γίνεται σεισμός άλογα επελαύνουν, όταν βρέχει νιώθει τον ποταμό να “αγριεύει και τα νερά να κατακλύζουν τα κελιά”, ανθρωπάκια με σφυριά να είναι μέσα στους τοίχους του κελιού του.

Ο αφηγητής όμως θα μείνει κυρίως στη σκιά, λίγα πράγματα θα μάθουμε γι' αυτόν. Περισσότερα θα μας πει για την τραγική ιστορία του συγκρατούμενού του και επόμενου στη λίστα των μελλοθανάτων, του στυγερού εγκληματία Γιορκ. Οι δικηγόροι του, κάνουν μια τελευταία προσπάθεια για αναψηλάφηση της δίκης και έχουν αναθέσει σε μια ερευνήτρια να βρει τυχόν παραλείψεις ή στοιχεία που θα επιτρέψουν κάτι τέτοιο. Ο ρόλος της είναι να ψάξει την ιστορία του καταδικασμένου, τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες μεγάλωσε, τι υπάρχει δηλαδή κάτω από την επιφάνεια. Η “Κυρία” (η ερευνήτρια) όπως αναφέρεται στο βιβλίο, θα δουλέψει κάτω από ισχυρή πίεση λόγω του περιορισμένου χρονοδιαγράμματος καθώς η ημερομηνία εκτέλεσης έχει οριστεί, ενώ κι ο Γιορκ επιθυμεί να πεθάνει κουρασμένος από τη φυλακή. Καταδικασμένος για φόνους μικρών κοριτσιών, λεπτομέρειες των οποίων δεν θα μάθουμε, αρνείται ουσιαστικά να συνεργαστεί με την Κυρία. Εκείνη μεθοδικά θα ανακαλύψει κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την υπόθεση.

Θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα αγωνίας αλλά η Ντένφελντ δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Επιλέγει να εστιάσει ως προς το ερευνητικό στοιχείο πάνω στην Κυρία και την προσπάθειά της, στις συνομιλίες της με τους “μάρτυρες”, στη μοναχική της ζωή, την έλλειψη τρυφερότητας που νιώθει από μικρή – θύμα κι εκείνη μιας προβληματικής παιδικής ηλικίας, στην ψυχική συγγένεια (δέσιμο) που νιώθει για τον ιερέα της φυλακής. Εκείνη και ο Γιορκ, ο ανελέητος φονιάς τον οποίο υπερασπίζεται είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, η αντεστραμμένη αντανάκλαση του ίδιου καθρέφτη.

Η συγγραφέας, η οποία εργάζεται ως ερευνήτρια όπως η ηρωίδα (η “Κυρία”), περνάει μέσα από την αφήγηση της ιστορίας της, όλη την κουλτούρα της φυλακής, τους διεφθαρμένους δεσμοφύλακες, τον ισχυρό κρατούμενο που του πάνε τους πιο νέους και όμορφους φυλακισμένους για να τους “γλεντήσει”, τον διευθυντή που είναι πιο ανθρώπινος αλλά ανίκανος να κατανοήσει το τι ακριβώς συμβαίνει στη φυλακή του, τους μεταφορείς πτωμάτων στους φούρνους, την διάχυτη βία της καθημερινότητας στη φυλακή.

Μπορεί η ανάπτυξη των χαρακτήρων να μην είναι ενδελεχής και όλοι να μένουν σε ένα θολό φόντο αλλά ο “μαγεμένος τόπος” είναι ένα βιβλίο που σε καθηλώνει και σε σαγηνεύει. Σε αιχμαλωτίζει με τον ρυθμό του όπου την βίαιη καθημερινότητα της φυλακής, την αγριότητα των ανθρώπων, διαδέχονται σουρεαλιστικές σκηνές και επεισόδια περίεργα που θα ταίριαζαν σε ένα μυθιστόρημα της λογοτεχνίας του Φανταστικού. Περνάς υπέροχα με το βιβλίο αυτό (το οποίο μεταφέρθηκε ήδη στο θέατρο), όπου ο λυρισμός διαδέχεται ή συμπορεύεται με την φρίκη και η γοητεία με την απώθηση, ένα εξαιρετικό δείγμα λογοτεχνίας που σε μαγεύει και σε συναρπάζει.


 
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2016 | Permalink
Πόλη στις φλόγες
Ο θόρυβος γύρω από το μυθιστόρημα “ΠΟΛΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ” (“City on fire”), είχε ξεκινήσει προτού ακόμα εκδοθεί. Το τεράστιο χρηματικό ποσό που δόθηκε για την αγορά των δικαιωμάτων του στον πρωτοεμφανιζόμενο Αμερικανό συγγραφέα Garth Risk Hallberg (Baton Rouge,Louisiana 1978),η αναμονή για κάτι “σπουδαίο που έρχεται”, η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία του βιβλίου σε όλο τον δυτικό κόσμο, δημιούργησαν ένα τεράστιο βιβλιοφιλικό (και όχι μόνο) hype που εμπορικά έκανε σίγουρα καλό στον εκδοτικό οίκο, δεν ξέρω όμως πόσο καλό έκανε στην ψύχραιμη αποτίμηση του βιβλίου και στην διαχρονική του αξία, διότι το βιβλίο είναι εξαιρετικό και θα ήταν άδικο να κριθεί μόνο από τη διαφημιστική καμπάνιά του.

Για τι είδους βιβλίο ακριβώς μιλάμε λοιπόν; Η “Πόλη στις φλόγες” (Εκδ. Κέδρος, (πολύ καλή) μετάφρ. Γ.Κυριαζής, σελ.1024), είναι ένα ογκώδες χορταστικό και πολυσύνθετο μυθιστόρημα που εμπεριέχει εντός του πολλά είδη. Αστυνομική πλοκή, μυθιστόρημα μαθητείας και ενηλικίωσης, οικογενειακό δράμα, κοινωνικό σχόλιο. Πολυπρόσωπο και δαιδαλώδες αλλά καθόλου χαοτικό, μας μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του 77, μια πόλη πολύ διαφορετική από αυτή που διαμορφώθηκε μετά την δημαρχία Τζουλιάνι (την δεκαετία του '90), μια μεγαλούπολη σε παρακμή, όπου δεν αισθανόσουν ασφαλής μετά τη δύση του ήλιου, με την εγκληματικότητα και την παραβατικότητα σε έξαρση όπου όλα δείχνουν να καταρρέουν, να διαλύονται. Η χρονική περίοδος που καλύπτει το μυθιστόρημα είναι από τον Δεκέμβριο του 1976 μέχρι το μεγάλο black-out του Ιουλίου του 1977 με αρκετά flash-backs στην πλοκή.

Ο Hallberg χρησιμοποιεί παλιά και δοκιμασμένα υλικά για να πλάσει την ιστορία του. Ξεκινάει ουσιαστικά με ένα κλασσικότροπο τρικ (του είδους που θα άρεσε στον Chesterton και στον Wilkie Collins), ένα σχεδόν τυχαίο (όπως αρχικά παρουσιάζεται) γεγονός, ο πυροβολισμός της Σαμ, μιας πανκ φοιτήτριας σε ένα πάρκο της Νέας Υόρκης, ξετυλίγει το κουβάρι μιας υπόθεσης που περιλαμβάνει πολλές και διαφορετικές ιστορίες οι οποίες φαινομενικά ασύνδετες στην αρχή μεταξύ τους, κάπου λιγότερο ή περισσότερο, συνδέονται κατά την διάρκεια του βιβλίου.
Ένα γκέι ζευγάρι, ο έγχρωμος δάσκαλος Μέρσερ με τον “καλλιτέχνη” Γουίλιαμ Χάμιλτον Σουίνι τον τρίτο, γόνο αριστοκρατικής και πανίσχυρης οικονομικά οικογένειας, την οποία έχει εγκαταλείψει στην εφηβεία του, χαμένος στον κόσμο των ναρκωτικών, που έκανε και τον τραγουδιστή σε ένα πανκ συγκρότημα ενός δίσκου για λίγο. Τα μέλη του συγκροτήματος, ο μόνιμος ανταγωνιστής του Γουίλιαμ, ο “Νίκι Χάος” που αναλαμβάνει αρχηγός μετά την αποχώρηση του και οι υπόλοιποι, με τα ψευδώνυμα τους, “το κορίτσι του υπονόμου”, ο “Ντ.Τ.”, ο Σόλομον, που μένουν όλοι μαζί σε ένα ερειπωμένο σπίτι του Ιστ Βίλατζ. Η Σαμ που πέφτει θύμα του πυροβολισμού και βρίσκεται σε κώμα στο νοσοκομείο, ανήσυχη φοιτήτρια, πανέξυπνο και ατίθασο παιδί που εκδίδει ιδιοχείρως ένα φανζίν, το οποίο γράφει όλο μόνη της, φωτογράφος και γκρούπι του συγκροτήματος και ο κολλητός της (ή όχι και τόσο, αλλά ερωτευμένος τρελά μαζί της) Τσάρλι, παιδί των προαστίων, ένας υιοθετημένος έφηβος που κάνει την επανάστασή του και ονειρεύεται να ζήσει έντονα στη μεγάλη πόλη. Ο ιδιόρρυθμος, ανάπηρος επιθεωρητής Πουλάσκι που προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να επιλύσει το μυστήριο γύρω από την επίθεση στη Σαμ και ο φίλος του, δημοσιογράφος Ρίτσαρντ Γκρόσκοφ, που προσπαθεί να επανέλθει στην πρώτη γραμμή της δημοσιογραφίας, γράφοντας ένα άρθρο για τον πυροτεχνουργό πατέρα της Σαμ και χάνεται μέσα στα προσωπικά του προβλήματα.

Είναι όμως κι άλλοι εξίσου σημαντικοί στην ανέλιξη της πλοκής. Η Βιετναμέζα Τζένι Νουγιέν, η Ρέιγκαν Χάμιλτον Σουίνι, αδερφή του Γουίλιαμ και ο πρώην σύζυγός της ο Κιθ ο οποίος είχε μια θυελλώδη σχέση με την Σαμ και λόγω αυτού του γεγονότος τον εγκαταλείπει η Ρέιγκαν παίρνοντας μαζί τα παιδιά τους, τον Γουίλ και την Κέιτ. Ο Χάμιλτον Σουίνι πατήρ με την δεύτερη σύζυγό του Φελίσια που προκάλεσε το ρήγμα στην οικογένεια, μαζί με τον αδερφό της τον Έιμορι Γκουλντ τον αποκαλούμενο και “Δαίμονα-αδερφό”, έναν σκοτεινό και σατανικό τύπο, αντάξιο μυθιστορηματικό ήρωα των μεγάλων βιβλίων του 19ου αιώνα.

Άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο σε αυτόν τον ιδιότυπο πολυπρόσωπο θίασο χαρακτήρων θα δώσει τον δικό του τόνο σε μια saga, στην αφήγηση του Hallberg που αργά ξετυλίγεται με τον φόντο της Νέας Υόρκης από πίσω και τις ροκ μουσικές της δεκαετίας του 70 να αποτελούν το ιδανικό soundtrack στο βιβλίο, που είναι διάσπαρτο από τραγούδια της εποχής, ονόματα τραγουδιστών και συγκροτημάτων σε ένα ανελέητο name dropping. Ο συγγραφέας με ατελείωτα μπρος-πίσω στην πλοκή, περιγράφει τις ζωές (τόσο διαφορετικές, τόσο όμοιες) των χαρακτήρων του διανθίζοντας την αφήγησή του, με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία, όπως, σελίδες από το φανζίν που εξέδιδε η Σαμ, ένα μεγάλο κομμάτι από το άρθρο που έγραφε ο Ρίτσαρντ για τους πυροτεχνουργούς, μια επιστολή που βρέθηκε σε ένα συρτάρι, μια ημερολογιακή καταγραφή του γιού της Ρέιγκαν, του Γουίλ από το μέλλον. Μέσα σε όλο αυτό το “κοντρολαρισμένο χάος” αναδύονται οικογενειακές σχέσεις, ερωτικά απωθημένα, κοινωνικό σχόλιο – γραμμένα με νατουραλιστικό και στρωτό ύφος.

Στο μυθιστόρημα κυριαρχεί η υποκειμενική ματιά των χαρακτήρων. Τα περιστατικά περιγράφονται μέσα από τη ματιά του ήρωα που παρακολουθεί εκείνη τη δεδομένη στιγμή ο συγγραφέας. Η τεχνική αυτή, σαγηνευτική και άκρως λογοτεχνική, χρησιμοποιείται από τον Hallberg σε βαθμό υπερβολικό, ο αναγνώστης νιώθει την πλοκή να μη προχωράει, να κάνει κύκλους επανερχόμενη στα ίδια πλαίσια. Ορισμένοι από τους χαρακτήρες αναλύονται σε βάθος ενώ άλλοι (εξίσου ή και περισσότερο ενδιαφέροντες) μένουν στη σκιά. Ο συγγραφέας κάπου επηρεασμένος από τα Ντοστογιεφσκικά έπη, ακολουθεί τον ρυθμό του μεγάλου Ρώσου, και εστιάζει στον απόλυτο κακό όπως είναι ο δαιμονικός Έιμορι Γκουλντ (που ο κάθε αναγνώστης επιθυμεί να τσακιστεί στο τέλος) χωρίς όμως να του αφιερώσει περισσότερο βάθος όπως ίσως θα έπρεπε.

Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει στο έπος του Hallberg είναι η ατμόσφαιρα της παρακμάζουσας Νέας Υόρκης. Τα οικοδομικά τετράγωνα που κατεδαφίζονται, καθώς πίσω τους κρύβονται οικονομικά συμφέροντα, ο συνεχής θόρυβος των δρόμων, η ανασφάλεια των κατοίκων, η οικονομική κρίση συνέπεια της πετρελαϊκής κρίσης εκείνων των χρόνων, οι μουσικές σκηνές και οι πειραματισμοί πάνω σε μουσικά είδη, η οικονομική χρεοκοπία της πόλης που ήταν προ των πυλών, η εγκληματικότητα και η παραβατικότητα που αποτελούσαν την καθημερινότητά της, η τεράστια ανεργία που επικρατούσε στην πόλη, ενώ οι 150 περίπου σελίδες που εκτυλίσσεται το μεγάλο black-out (με τις λεηλασίες και τις φασαρίες που συνέβαιναν στη διάρκειά του), που αποτελεί την κορύφωση του βιβλίου, περιγράφονται εκπληκτικά. Όλα αυτά δίνονται αριστουργηματικά από τον συγγραφέα – ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω δεν είχε καν ακόμα γεννηθεί τότε – σε ένα υπέροχο λογοτεχνικό tour-de-force που θα παρασύρει τον αναγνώστη του βιβλίου.

Απόηχοι από Ντίκενς και Ντοστογιέφσκι, λίγο από Ντελίλο, Γουάλας, Λέθεμ, Φράνζεν αλλά και βαθύς επηρεασμός από τον “Βωμό της Ματαιοδοξίας” (“Bonfire of the Vanities”) του (φιγουρατζή αλλά καλού συγγραφέα) Τομ Γουλφ, που γράφτηκε την δεκαετία του '80 (και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τεράστια επιτυχία). Ο Hallberg έπεσε στα βαθιά και τα κατάφερε πολύ καλά - δεν είναι (ακόμα) Marra, ούτε Franzen, ούτε Safran-Foer στο μυθιστορηματικό του ντεμπούτο. Μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερος όμως, διότι οι δυνατότητές του είναι μεγάλες. Το βιβλίο δεν είναι αριστούργημα  - θα μπορούσε να ήταν αν έλειπαν περίπου 400 σελίδες -, είναι όμως ένα μυθιστόρημα μεγάλης πνοής (από αυτά που έλκουν τους βιβλιόφιλους), εξαιρετικό και ιδιαίτερα εντυπωσιακό ως σύνθεση και καταπληκτική αναπαράσταση της εποχής, το οποίο ευτύχησε στην ελληνική μεταφορά του με μια θαυμάσια έκδοση και μια υπέροχη μετάφραση.


Υ.Γ. Ο μεταφραστής Γιώργος Κυριαζής έχει δημιουργήσει στο Spotify μια λίστα των τραγουδιών που "ακούγονται" στο βιβλίο. 


 
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2016 | Permalink
Karl Ove Knausgård , Ο Αγώνας μου
Αναμφίβολα ο Νορβηγός συγγραφέας Karl Ove Knausgard (Όσλο,1968), αποτελεί το μεγαλύτερο εκδοτικό φαινόμενο των πρώτων χρόνων του 21ου αιώνα σε Ευρωπαϊκό και Βορειοαμερικανικό επίπεδο. Με το εξάτομο magnum opus του, “Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΟΥ” (“Min Kamp”), να προκαλεί μόνο και μόνο με τον τίτλο του θυμίζοντας το ομώνυμο έργο του Αδόλφου Χίτλερ, κερδίζει την κριτική αναγνώριση, προκαλεί συζητήσεις, έχει φανατικούς θαυμαστές αλλά και ορκισμένους εχθρούς (οι οποίοι απεχθάνονται το στυλ του) ενώ σκαρφαλώνει στη λίστα των best-sellers εκτοπίζοντας ευπώλητους (όπως τον πολύ James Paterson στις ΗΠΑ) συγγραφείς.

Οι έξι τόμοι του “Αγώνα μου”, είναι ουσιαστικά μια αυτοβιογραφία αν και ο όρος  αυτός έχει περιορισμούς, διότι εδώ δεν έχουμε περιγραφή της ζωής ενός ανθρώπου με “στρογγυλέματα” και εξιδανικευμένες καταστάσεις. Ούτε έχουμε να κάνουμε με την περιγραφή (από μέσα) μιας ζωής όπως έχει κάνει ο κινηματογράφος σε πλείστες περιπτώσεις με πιο χαρακτηριστική αυτή του (εξαιρετικού) “Boyhood”του Richard Linklater που παρακολουθήσαμε πριν μερικά χρόνια.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με κανονικό ξεγύμνωμα, με ένα ασεβές auto-da-fe, της καθημερινότητας ενός συγγραφέα. Ακόμα και οι πιο προσωπικές του στιγμές περιγράφονται εξαντλητικά, ακόμα και οι πιο βαρετές ώρες μιας ημέρας δίδονται με λεπτομέρειες.
Η μνήμη είναι διαρκώς παρούσα στα βιβλία, η μνήμη πρωταγωνιστεί και “κάνει παιχνίδι”, η μνήμη που λειτουργεί αυτόνομα και μπορεί να κάνει χρονικά άλματα. Δεν είναι ατυχής η σύγκριση με τον μεγάλο Μαρσέλ Προυστ, ούτε με τον Σελίν αλλά ούτε και με τον Τόμας Μαν για τους οποίους μιλάνε οι ξένοι λογοτεχνικοί κριτικοί. Ο Κνάουσγκορντ μιλάει για το παρελθόν του πολύ λεπτομερώς και του δίνει διαστάσεις, το πρώτο βιβλίο σε μερικά σημεία θυμίζει το "Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία" του Joyce, ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται όπως και στον Προυστ, ενώ είναι βλάσφημος και ανατρεπτικός στη γλώσσα όπως ο Σελίν, χωρίς να φοβάται και να διστάζει, ανατέμνει δε την αστική και μικροαστική νοοτροπία σε τέτοια λεπτομέρεια που ο Τόμας Μαν θα αναγνώριζε στοιχεία από το έργο του.

Στην Ελλάδα μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει οι τρεις πρώτοι τόμοι από τις εκδόσεις Καστανιώτη και σ'αυτούς αναφέρομαι στο σημερινό μου κείμενο. Τους διάβασα όλους μαζί, μια απόφαση που πήρα μετά από πολλή σκέψη, καθώς θεωρούσα ότι μόνο έτσι θα έχω μια σφαιρικότερη εικόνα της αξίας του συγγραφέα και θα κατανοήσω καλύτερα το έργο του. Μιλώντας με βιβλιόφιλους που εμπιστεύομαι, μετά την ανάγνωση από την πλευρά τους του πρώτου τόμου ένα χρόνο πριν, οι απόψεις διίσταντο σε βαθμό ανησυχητικό, μόνο και μόνο λοιπόν αυτή η ίντριγκα που προκαλούσε το βιβλίο αυτό σε παρακινεί να το διαβάσεις.
Προσωπικά, εντυπωσιάστηκα τουλάχιστον από τους δύο πρώτους τόμους, πολύ λιγότερο από τον τρίτο, αλλά ίσως έπαιξε ρόλο και η κόπωση μετά την ανάγνωση των δύο πρώτων. Οι τρεις τόμοι λοιπόν που έχουν κυκλοφορήσει (μέχρι το καλοκαίρι του 2016) είναι οι: “ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ” (σελ. 546), “ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΑΝΤΡΑΣ” (σελ. 733), και “ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ” (σελ. 537), όλα σε μετάφραση (από τα Νορβηγικά) του Σωτ. Σουλιώτη.


Στο πρώτο βιβλίο της εξαλογίας με τίτλο "Ένας θάνατος στην οικογένεια", ο Κνάουσγκορντ μετά από μια εκπληκτική εισαγωγή-δοκίμιο για τον θάνατο, στο πρώτο μέρος περιγράφει τη ζωή του στην μικρή επαρχιακή πόλη της Νορβηγίας, στον τελευταίο χρόνο του σχολείου. Γενικώς ο θάνατος αιωρείται και είναι το κεντρικό σημείο στο μυθιστόρημα, όπως είναι κι ο τίτλος του άλλωστε - απασχολεί δε ολόκληρο το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Στο πρώτο μέρος λοιπόν, ο έφηβος Καρλ Ούβε προετοιμάζεται για το Πρωτοχρονιάτικο πάρτυ. Ο συγγραφέας μιλάει για τα θέματα και τα προβλήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των εφήβων. Πως να ρίξουν γκόμενες, πως να προμηθευτούν μπίρες και αλκοόλ, την δυσκολία επικοινωνίας. Η μητέρα έχει φύγει από το σπίτι και είναι απούσα σε όλο το βιβλίο αυτό, καθώς και ο μεγαλύτερος αδερφός που σπουδάζει σε μια μακρινή πόλη.Τα άγχη και οι αγωνίες που μπορεί να φαίνονται επουσιώδη αλλά καθορίζουν χαρακτήρες περνάνε μέσα από, μια ανάλαφρη και έντονα λεπτομερειακή αφήγηση.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, αρκετά χρόνια αργότερα, ο Καρλ Ούβε είναι παντρεμένος με την Λίντα, την δεύτερη σύζυγο του, ζει στην Στοκχόλμη και ενημερώνεται ότι ο πατέρας του είναι νεκρός. Ο πατέρας, αυτός ο καταπιεστικός και σκληρός άνθρωπος, έχει ουσιαστικά αυτοκτονήσει. Αυτός ο αργός θάνατος του πλέον μισητού αλλά και πιο καθοριστικού ανθρώπου στη ζωή του κεντρικού ήρωα τι ρόλο θα παίξει και πόσο θα τον αλλάξει;

“Δεν ξέρεις πολλά, οπότε δεν  υπάρχουν. Ξέρεις πολλά, και πάλι δεν υπάρχουν. Γράφοντας, βγάζουμε την ουσία με την ουσία αυτών που ξέρουμε από τις σκιές. Αυτό είναι το γράψιμο. Όχι το τι συμβαίνει, όχι το τι γεγονότα διαδραματίζονται, αλλά το πως φτάνουν σε σένα. Εκεί πρέπει να πας, αυτός είναι ο τόπος και ο σκοπός της συγγραφής. Αλλά πως να φτάσεις εκεί;” (“Ένας θάνατος στην οικογένεια”)

 Στον δεύτερο τόμο με τίτλο "Ένας ερωτευμένος άντρας", ο Καρλ Ούβε είναι πατέρας τριών παιδιών και ζεί στη Σουηδία με την Λίντα. Ο γάμος τους δείχνει τελματωμένος, υπάρχει αρκετή γκρίνια και μιζέρια. Ο Καρλ Ούβε περιγράφει πως ξεκίνησε η σχέση του με την Λίντα, πόσο ερωτευμένος ήταν, την προσπάθεια που έκανε να την κατακτήσει, τη ερωτική τους σχέση, τον γάμο τους, τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, την αλλαγή στη ζωή του, την ωρίμανσή του ως άνθρωπο, την μετακίνησή τους στο Μάλμο από την Στοκχόλμη. Το βιβλίο είναι γεμάτο από τους διαλόγους του ήρωα με τον κολλητό του φίλο Γκάιρ, έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τύπο που λατρεύει το μποξ.
Ο Κνάουσγκορντ κριτικάρει τους Σουηδούς, την καθημερινή τους υποκρισία για το "πολιτικά σωστό" και "πρέπον", την καλογυαλισμένη ζωή στην επιφάνεια με τα προβλήματα να υποβόσκουν, την υπεροψία τους απέναντι σ'αυτόν τον "βλαχοΝορβηγό". Ο συγγραφέας αναλύει εξαντλητικά την προσπάθειά του να παράξει έργο, να γράψει το δεύτερο μυθιστόρημά του, ενώ οι σκηνές της καθημερινότητας διαδέχονται η μία την άλλη μονότονα και υπνωτιστικά.

“Ο Ίψεν είχε δίκιο. Όλα όσα έβλεπα γύρω μου, το επιβεβαίωναν. Οι σχέσεις υπήρχαν για να εξαλείψουν το ατομικό, να περιορίσουν την ελευθερία, να κρατήσουν χαμηλά αυτόν που θέλει ν' ανέβει ψηλά. Ποτέ δεν θύμωνε η μάνα μου περισσότερο, απ' όσο όταν συζητούσαμε για την έννοια της ελευθερίας. Όταν της έλεγα τη γνώμη μου, εκείνη κάγχαζε και έλεγε ότι αυτό δεν ήταν παρά αμερικάνικες τρίχες, μια ιδέα χωρίς περιεχόμενο, άδεια και ψεύτικη. Για τους άλλους υπάρχουμε, όμως, αυτή ήταν η σκέψη που είχε δημιουργήσει τον απόλυτα συστηματοποιημένο κόσμο που ζούμε, όπου το απρόβλεπτο έχει εξαφανιστεί τελείως, και μπορούσες να πας από τον βρεφονηπιακό στο σχολείο, απ' το σχολείο στο πανεπιστήμιο και από εκεί στην αγορά εργασίας, λες και ήταν τούνελ, σίγουρος ότι η επιλογή που έκανες ήταν ελεύθερη, ενώ στην πραγματικότητα σε φίλτραραν σαν κόκκο άμμου από την πρώτη κιόλας μέρα στο σχολείο.” (“Ένας ερωτευμένος άντρας”)


Στο τρίτο βιβλίο “Το νησί της εφηβείας”, ο ελληνικός τίτλος είναι εντελώς αποπροσανατολιστικός, καθώς ψάχνουμε που βρίσκεται η εφηβεία και δεν την βρίσκουμε! Σ' αυτό τον τόμο ο Καρλ Ούβε είναι στην παιδική ηλικία και η οικογένειά του, μετακομίζει στην άκρη ενός νησιού στη Νότια Νορβηγία. Οι δυσκολίες προσαρμογής στον καινούργιο τόπο, η σχέση του με τον μεγαλύτερο αδερφό του, ο οξύθυμος, αυστηρός και πολλές φορές εντελώς παράλογος πατέρας, η γλυκιά, ανεκτική και αιωνίως αφηρημένη μητέρα. Ο συγγραφέας παραθέτει καθημερινά επεισόδια, παιδικές αταξίες, τη ζωή στις σχολικές τάξεις, την σκληρότητα των παιδιών, την δυσκολία επικοινωνίας ενός ντροπαλού και δειλού παιδιού με τους συμμαθητές του που τον αποκαλούν “γυναικωτό” (“φέμι”), τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η ανακάλυψη του σώματος.
Πιο κοντά στην αμερικάνικη λογοτεχνία (Mark Twain, Stephen King), ο τόμος αυτός που είναι ένα καθαρό bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης), είναι ο πιο αδύναμος από τους τρεις, αλλά μπορεί να να διαβαστεί αυτόνομα από κάποιον που δεν έχει ξεκινήσει τη σειρά.

“Η μνήμη δεν είναι κάτι που μπορείς να βασίζεσαι στη ζωή. Και δεν είναι για τον απλούστατο λόγο ότι η μνήμη δεν βάζει την αλήθεια πάνω απ' όλα. Ποτέ δεν είναι η προϋπόθεση για την αλήθεια αυτό που καθορίζει αν η μνήμη αποδίδει σωστά η όχι ένα γεγονός, αλλά η ιδιοτέλεια. Η μνήμη είναι ρεαλιστική, ύπουλη και πονηρή, αλλά όχι με τρόπο εχθρικό ή κακόβουλο. Απεναντίας, κάνει τα πάντα για να ικανοποιήσει τον κύριό της. Μερικά πράγματα τα ωθεί στο μεγάλο κενό της λήθης, άλλα τα αλλάζει έτσι που γίνονται αγνώριστα, άλλα τα παρεξηγεί υπέρ το δέον, και άλλα, κι αυτά τα άλλα είναι σχεδόν τίποτα, τα θυμάται πολύ καλά, ξεκάθαρα και σωστά. Το τι θυμάται κανείς καλά, ε, μ' αυτό δεν θα βγάλεις ποτέ άκρη” (“Το νησί της εφηβείας”)

Από την πρώτη σελίδα του πρώτου τόμου, ο Κνάουσγκορντ σε πιάνει από τον λαιμό και δεν σ'αφήνει. Είναι τέτοια η λεπτομέρεια της κάθε σκηνής που περιγράφει που νιώθεις ότι παρακολουθείς μια ζωή σε αργό γύρισμα. Ο συγγραφέας παίζει με τον χρόνο και τον αναγνώστη δοκιμάζοντας τα όρια τα δικά του αλλά και του ανθρώπου που θα ανοίξει το βιβλίο και θα τον διαβάσει. Εάν υπάρχουν γκρίζες ζώνες μεταξύ του τι θεωρούμε λογοτεχνικό και τι όχι, εδώ έχουμε πέσει μέσα σε μια τρύπα. Διότι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο πανέξυπνος Νορβηγός παίζει και με αυτά τα όρια σαν να ισορροπεί πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί.

Από το πρώτο βιβλίο (και υποθέτω μέχρι το έκτο και τελευταίο), το θέμα του πατέρα κυριαρχεί πάνω στο έργο του Κνάουσγκορντ. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά ζητήματα για έναν ψυχολόγο που τίθενται καθώς περιγράφονται οι οικογενειακές σκηνές με κάθε λεπτομέρεια. Ο πατέρας από ένας δραστήριος πολιτικά δάσκαλος πως μεταμορφώνεται μέσα στην οικογένεια σε έναν σκληρό και βίαιο άνθρωπο, πως καταλήγει αλκοολικός, πως οδηγείται στην πτώση απομονωμένος και περιθωριοποιημένος.

“Η αγριάδα των ματιών του. Το τράβηγμα στο στόμα του, τα χείλια που χωρίζονταν ανεξέλεγκτα. Και η φωνή του.
Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα εδώ που κάθομαι και τον ανακαλώ στη σκέψη μου.
Η οργή του σαν κύμα, που σάρωνε όλα τα δωμάτια, έσκαγε πάνω μου, έσκαγε, έσκαγε έσκαγε και ξανάσκαγε επάνω μου κι έπειτα αποτραβιόταν. Μετά είχαμε ησυχία για βδομάδες ολόκληρες. Όμως, και πάλι δεν ησύχαζα, γιατί θα μπορούσε να ξανασυμβεί σε δύο λεπτά ή σε δύο μέρες. Δεν υπήρχε κάποια προειδοποίηση. Ξαφνικά, στα καλά καθούμενα, τον έβλεπες εκεί να έχει τελείως τρελαθεί. Είτε με έδερνε είτε όχι δεν είχε διαφορά, το ίδιο απαίσια ένιωθα και όταν με έπιανε απ' τ' αυτί και μου το γύριζε ή μ' έπιανε από το μπράτσο ή μ' έσερνε κάπου για να δω τι είχα κάνει, δεν φοβόμουν τον πόνο, αυτόν φοβόμουν, τη φωνή του, το πρόσωπό του, το σώμα του, την οργή που έβγαινε από αυτό, αυτά φοβόμουν, και ο τρόπος αυτός δεν μ' άφηνε ποτέ, τον είχα μέσα μου κάθε μέρα σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων” (“Το νησί της εφηβείας”)

Ο συγγραφέας στέκεται μπροστά στον καθρέφτη και παρατηρεί τον εαυτό του πως λειτουργεί κι ο ίδιος σαν πατέρας, σαν εραστής, σαν φίλος. Δεν χαρίζεται σε κανέναν και τα κείμενα του θα μπορούσαν να στείλουν την Λίντα (την δεύτερη σύζυγό του) κατ' ευθείαν στον γιατρό καθώς εκθέτει τις προσωπικές τους στιγμές, τις πιο μύχιες σκέψεις του, την ανία του στον οικογενειακό βίο, την αγανάκτησή του όταν δεν βρίσκει χρόνο και χώρο για να δουλέψει, την δυσφορία του με την αβάσταχτη καθημερινότητα, λίγες σελίδες αφότου έχει γράψει πόσο βαθιά ερωτευμένος μαζί της είναι, πόσο την έχει ανάγκη, πόσο λατρεύει την οικογένειά του. Όλο αυτό το συσσωρευμένο υλικό που οι περισσότεροι από τους συγγραφείς θα άφηναν απέξω, αυτός το εισάγει στην “πλοκή” στην ιστορία.


Ο Κνάουσγκορντ επιτίθεται στο Σουηδικό σύστημα, στην εφησυχασμένη και “προοδευτική” κοινωνία, στον μικροαστισμό των Νορβηγών, στις οικογενειακές δομές, σε συγγενείς και φίλους. Κρίνει πολύ αυστηρά τα μέλη της οικογένειάς του (κυρίως τον πατέρα και την γιαγιά του), τους φίλους του. Πολλές φορές ο αναγνώστης νιώθει σαν να διαβάζει ένα ημερολόγιο, τις πιο μύχιες σκέψεις κάποιου – από την άλλη θα μπορούσες να το πεις και θέαση μιας ζωής σε μια θεατρική σκηνή.

Θα μπορούσες να το πεις “υπερφίαλο κατασκεύασμα”, ή “εγωπαθές παραλήρημα”. Θα μπορούσες να σχολιάσεις λέγοντας ότι “αν θέλει ο Κνάουσγκορντ ψυχολόγο, εγώ τι φταίω”. Δεν θα έχεις κι άδικο, ούτε θα ήσουν μακριά από την πραγματικότητα. Από την άλλη όμως είναι τέτοια η γοητεία που ασκεί η γραφή του, που υπνωτίζεσαι και κολλάς. Παρακολουθείς μαγεμένος σκηνές αφόρητης ανίας, απίστευτες λεπτομέρειες ούτως ώστε ακόμα και όταν βαριέσαι (και το ξέρεις) δεν μπορείς να αφήσεις τα βιβλία αυτά από τα χέρια σου. Είναι μια αναγνωστική άσκηση που σου χαρίζει στιγμές απόλυτης απόλαυσης, στιγμές θαυμασμού, στιγμές που συναρπάζεσαι αλλά και στιγμές άκρατης ανίας και πλήξης.

Βρήκα τους δύο πρώτους τόμους εξαιρετικούς, τον τρίτο καλό αλλά όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Όπως αναφέρω παραπάνω, ίσως συνετέλεσε η κούραση από την ανάγνωση των δύο πρώτων, ίσως η σύγκριση μαζί τους το αδικεί. Γεγονός είναι ότι το κάθε βιβλίο διαβάζεται αυτόνομα, βεβαίως αν κάποιος δεν ικανοποιηθεί από τον πρώτο τόμο δεν υπάρχει νόημα να συνεχίσει την ανάγνωση.

Ο αγώνας μου” δεν είναι ένα έργο που μπορείς να το προσπεράσεις με ένα απλό ανασήκωμα των ώμων, ή με ένα “μ' άρεσε” ή “δεν μ' άρεσε” (αφορισμοί συνηθισμένοι στα social media στις μέρες μας), ή, θα το απορρίψεις αμέσως, ή θα το αγαπήσεις και θα το συνεχίσεις. Το μεταφραστικό έργο του κυρίου Σουλιώτη δύσκολο και ογκώδες, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί προτιμήθηκε η ελληνοποίηση πολλών όρων ή οργανισμών. “Πάει να πληρώσει την ΔΕΗ” , “Έπαιξα Προ-πο” κ.ο.κ. Ελπίζω αυτό να μη συνεχιστεί με τους τρεις επόμενους τόμους. Οι εκδόσεις Καστανιώτη επιτελούν έναν άθλο με την έκδοση αυτού του έργου σ'αυτούς τους δύσκολους καιρούς, με την ολοκλήρωσή του σε 2 περίπου χρόνια, τα ξαναλέμε έχοντας πλήρη εικόνα του έργου.




 
Δευτέρα, Αυγούστου 29, 2016
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 29, 2016 | Permalink
Τα φώτα
Πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο, εντυπωσιακό στη σύνθεση και εξαιρετικό στη δημιουργία, το “νεο-Βικτωριανό” μυθιστόρημα “ΤΑ ΦΩΤΑ” (“The Luminaries”), (Εκδ. Polaris, (ωραία) μετάφρ. Έ.Καλλιφατίδη), σελ.994), της γεννημένης στον Καναδά το 1985, Νεοζηλανδής Eleanor Catton, εντυπωσιάζει κατ'αρχήν με τον όγκο του. Σχεδόν 1000 πυκνογραμμένες σελίδες προδιαθέτουν για ένα χορταστικό βιβλίο αλλά και μια ανάγνωση που προϋποθέτει πολύ και άφθονο χρόνο. Εντυπωσιάζει όμως και με τα βραβεία που συνοδεύουν όχι μόνο το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και το προηγούμενο (το πρώτο, The Rehearsal) της νεότατης συγγραφέως. Τι είναι αυτό το μυθιστόρημα λοιπόν, που απέσπασε το σημαντικότατο βραβείο Man-Booker του 2013, μεταφέρεται στην τηλεόραση ως σειρά και προκάλεσε τόση συζήτηση στο Αγγλοσαξονικό λογοτεχνικό σύμπαν;


“Τα φώτα” διαδραματίζονται στη Νέα Ζηλανδία, πιο συγκεκριμένα στην δυτική ακτή του νησιού, το 1866. Η πόλη που συμβαίνουν τα γεγονότα που αφηγείται η συγγραφέας, είναι η Χοκιτίκα, μια πόλη χρυσοθήρων καθώς εκεί συρρέουν τυχοδιώκτες από όλο τον κόσμο για να δοκιμάσουν τη τύχη τους σκάβοντας στις κοντινές περιοχές για χρυσό. 12 άντρες έχουν μαζευτεί στο καπνιστήριο και σαλόνι ενός ήσυχου ξενοδοχείου στο κέντρο της πόλης για να συζητήσουν κάποια περίεργα συμβάντα που έχουν αναστατώσει τη ζωή της μικρής πόλης κατά τη διάρκεια του δεκαπενθημέρου. Στην ετερόκλιτη παρέα που έχει συγκεντρωθεί, εισβάλλει ο νεοφερμένος (μόλις το ίδιο απόγευμα) Βρετανός Γουόλτερ Μούντι που έχει φτάσει στον τόπο αυτόν με τον ίδιο σκοπό που φτάνουν όλοι, μόνο που εκείνος έχει έρθει τελείως απροετοίμαστος, σχεδόν τυχαία. Έχει φτάσει με το πλοίο ενός εκ των εμπλεκομένων στην παράλογη (όπως φαίνεται σε πρώτη ανάγνωση) ιστορία και καθώς το καθαρό του πρόσωπο και η αφελής ματιά του, κερδίζουν την εμπιστοσύνη των παρευρισκομένων, γίνεται μάρτυρας των αφηγήσεών τους και της διασταύρωσης στοιχείων που κάνουν γύρω από τα τραγικά συμβάντα.

Τι συνέβη λοιπόν, δεκαπέντε ημέρες πριν και τους έχει ταράξει όλους; Ο αποτυχημένος (όπως θεωρείτο από την τοπική κοινότητα) ερημίτης χρυσοθήρας Κρόσμπι Γουέλς, βρίσκεται νεκρός στην καλύβα του, ενώ την ίδια ώρα μια οπιομανής πόρνη, η Ανν Γουέδερελ κείτεται λιπόθυμη στη μέση του δρόμου που οδηγεί στην πόλη, συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στη φυλακή – όταν συνέρχεται δεν θυμάται τι συνέβη και κατέρρευσε, ενώ την ίδια ημέρα εξαφανίζεται από την πόλη ο πλούσιος και ιδιοκτήτης ενός κεντρικού ξενοδοχείου, ο νεότατος Έμερυ Στέινς που όλη η πόλη ζήλευε την καλή του τύχη. Το μυστήριο γίνεται ακόμα μεγαλύτερο, όταν στην καλύβα του χρυσοθήρα, ανακαλύπτεται η ύπαρξη ενός θησαυρού που είχε κρυμμένο ο μακαρίτης. Λίγες ημέρες αργότερα καταφθάνει στην πόλη μια γυναίκα που όλοι γνώριζαν ως ιδιοκτήτρια ενός πορνείου, η Λίντια Γκρίνγουεϊ, η οποία διατείνεται ότι είναι η χήρα του εκλιπόντος και ότι το κανονικό της όνομα είναι Λίντια Γουέλς, απαιτώντας να της αποδοθεί η έκταση και το χρυσάφι που βρέθηκε στην καλύβα. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο όταν η ανανήψασα Ανν Γουέδερελ, αναζητάει απεγνωσμένα τον Έμερυ Στέινς, διατείνεται ότι οι δυο τους είναι ερωτευμένοι και υποστηρίζει ότι είναι κάπου ζωντανός.

Οι 12 άνδρες που είναι συγκεντρωμένοι στο ξενοδοχείο εμπλέκονται ο καθένας με τον τρόπο του στην ιστορία, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο και αφηγούνται ο καθένας από τη πλευρά του, την δικιά του εκδοχή των γεγονότων  το πριν και το μετά. Ο Γουόλτερ Μούντι γίνεται έτσι ο ακροατής όλων των συνισταμένων που συντείνουν στην περίεργη εμπλοκή του καπετάνιου του πλοίου με το οποίο ο ίδιος έφθασε στην Χοκιτίκα, του Φράνσις Κάρβερ, ο οποίος όμως λίγο αργότερα βλέπει το καράβι του να βυθίζεται στα ανοιχτά του κόλπου. Η ιστορία μπερδεύεται όλο και περισσότερο, ενώ τα πολλά παρακλάδια της την εκτρέπουν σε αρκετές παράλληλες ιστορίες που όλες τελικά θα ενωθούν στην λύση του μυστηρίου.

Οι αφηγήσεις των 12 ανδρών γύρω από τα γεγονότα του δεκαπενθημέρου από την εύρεση του πτώματος του Κρόσμπι Γουέλς στην καλύβα, κρατάνε περίπου ως την μέση του βιβλίου. Για σχεδόν 500 σελίδες παρακολουθούμε ουσιαστικά μια κυκλική αφήγηση γύρω από την ίδια ιστορία. Βεβαίως όλο το βιβλίο ακολουθεί έναν κυκλικό αφηγηματικό τρόπο (που έκανε κάποιους να τον συγκρίνουν με τον τρόπο του Μπόρχες – καμία σχέση), ενώ στο δεύτερο μισό του βιβλίου γίνεται μια αναδρομή στο κοντινό παρελθόν έτσι ώστε να κατανοήσουμε πως φθάσαμε ως εδώ.

Η τεχνική της Κάτον είναι εντυπωσιακή και η δομή του βιβλίου εντυπωσιάζει ακόμα και τον πλέον δύσπιστο αναγνώστη. Μέσα από τις διαφορετικές φωνές των αφηγητών και των παράλληλων αλλά συνδεόμενων ιστοριών τους (ένας Κινέζος χρυσοχόος, ένας Μαορί ανιχνευτής, ένας φαρμακοποιός που εισάγει όπιο, ένας τραπεζικός υπάλληλος, ένας ιδιοκτήτης νυχτερινών κέντρων και προαγωγός, ένας ναυτιλιακός πράκτορας, ο εφημέριος των φυλακών, ένας δικαστικός κλητήρας, ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας, ένας εμπορικός αντιπρόσωπος, ένας Κινέζος που είχε τον τεκέ της περιοχής, ένας ξενοδόχος), η συγγραφέας μας δίνει ένα πανόραμα των κοινωνικών σχέσεων της κωμόπολης, του πυρετού του χρυσού, της διαφθοράς, των παιχνιδιών γύρω από τον χρυσό αλλά και της καταφυγής στο όπιο.

Οι περιγραφές της Κάτον συνδυάζονται και με αστρολογικά στοιχεία (που ουδόλως επηρεάζουν την ανάγνωση του ογκώδους κειμένου, απλά διευκολύνουν ή φωτίζουν κάποια πράγματα). Οι 12 αφηγητές αντιπροσωπεύουν τον ζωδιακό κύκλο – ο καθένας τους και ένα ζώδιο, ο αστρολογικός χάρτης για κάθε μήνα του 1866 χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον κάθε χαρακτήρα, την επίδραση του ενός στον άλλον - ενώ οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές της ιστορίας και από έναν πλανήτη με την αντίστοιχη επίδρασή του (π.χ.Γουόλτερ Μούντι=Λογική, Φράνσις Κάρβερ=Δύναμη, Λίντια Γουέλς=Πόθος κ.ο.κ.).

Η αφηγηματική δεινότητα της Κάτον κερδίζει τον αναγνώστη. Επηρεασμένη από τους μεγάλους συγγραφείς του 19ου αιώνα, Ντίκενς, Ρ.Λ.Στήβενσον (κυρίως) και με όλα τα τυπικά στοιχεία ενός “παλιομοδίτικου” μυθιστορήματος, τοποθετώντας στην αρχή του κάθε κεφαλαίου μια σύνοψη των πιο καίριων στοιχείων του, όπως ήταν η συνήθεια στα Βικτωριανά μυθιστορήματα, αυτόματα σε εισάγει σε ένα άλλο σύμπαν, το οποίο όμως το κάνει γοητευτικότερο βάζοντας μοντερνιστικά στοιχεία στην πλοκή. Δεν είναι παράξενο που στο σκεπτικό της βράβευσης αναφέρεται το βιβλίο ως ένα “Kiwi Twin Peaks”, διαβλέποντας την επίδραση της υπνωτιστικής ατμόσφαιρας που έχει στις κινηματογραφικές του ιστορίες ο μέγας David Lynch ενώ κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει την επιρροή στην ανέλιξη της ιστορίας, από τηλεοπτικές σειρές όπως το Breaking Bad και το Wire (το τελευταίο μετά από δήλωση της συγγραφέως!).

Είναι γεγονός βέβαια, ότι στο πρώτο μισό του βιβλίου, η φλυαρία είναι δεδομένη, όπως και οι πλατειασμοί στην αφήγηση – και είναι αναπόφευκτο αυτό, λόγω της επαναληπτικής δομής της ιστορίας. Κάποιες στιγμές ένιωσα ότι είχα φθάσει στα όριά μου, καθώς η ιστορία δεν προχωρούσε, και η συγγραφέας έκανε συνεχώς κύκλους. Στο δεύτερο μισό όμως αισθάνεσαι ότι αυτοί οι κύκλοι λειτουργούσαν ως στρόφιγγες και σε πετάνε με δύναμη μέσα στα γεγονότα για να στροβιλισθείς μαζί με τους ολοζώντανους ήρωες της σαγηνευτικής ιστορίας.

“Τα αληθινά συναισθήματα είναι πάντα κυκλικά – είτε κυκλικά είτε παράδοξα – απλούστατα επειδή τα αίτια και οι εκφράσεις τους είναι τα δυο μισά του ίδιου ακριβώς πράγματος! Η αγάπη δεν μπορεί να υποβαθμισθεί σε έναν κατάλογο των γιατί, και ένας κατάλογος των γιατί δεν μπορεί να συντεθεί σε αγάπη. Όποιος διαφωνεί μ' αυτό δεν υπήρξε ποτέ ερωτευμένος – όχι αληθινά.”


“Τα φώτα” είναι ένα έξοχο δείγμα αφηγηματικού μυθιστορήματος που πατάει πάνω στις κλασσικές λογοτεχνικές δομές. Αστυνομική ίντριγκα, ερωτική ιστορία, ρομαντισμός, κοινωνικό πλαίσιο, ωραίοι διάλογοι, συνεχείς ανατροπές, καλοί και κακοί, οικολογικά και κοινωνικά μηνύματα σε ένα ιδιαίτερα πολυπρόσωπο σκηνικό όπου ορισμένες μικρο-ιστορίες τονίζονται λιγότερο από τις άλλες (με αποτέλεσμα να σου μένουν αναπάντητα ερωτήματα στο τέλος παρά τις 1000 σελίδες για κάποιους από τους ήρωες), άλλες τονίζονται σε βαθμό κουραστικό. Παρά λοιπόν, τις επιμέρους ενστάσεις, οφείλω να πω ότι απόλαυσα την ανάγνωσή του, είναι ένα πολύ ωραίο και χορταστικό μυθιστόρημα - περιμένω με ανυπομονησία την τηλεοπτική μεταφορά του.


 
Τρίτη, Αυγούστου 09, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 09, 2016 | Permalink
Με τον τρόπο του Μπόρχες
Μια νουβέλα που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από πολύ μεγάλους συγγραφείς όπως ο Jorge Luis Borges (αν εκείνος δεν έγραφε μόνο κείμενα μικρού μεγέθους) η ο Italo Calvino, είναι το έξοχο “ΝΕΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ” (“Nuova grammatica Finlandese”), του Ιταλού συγγραφέα Diego Marani (Φεράρα,1959), (Εκδ. Αιώρα, μετάφρ. Δήμ.Δότση, σελ.226). Είναι ένα ιδιόρρυθμο βιβλίο, που σε κερδίζει από την πρώτη του σελίδα, με ένα υπέροχο λογοτεχνικό εύρημα, που στην πραγματική ζωή αποτελεί εφιάλτη για τους περισσότερους ανθρώπους, και που κάποιο ξένοι κριτικοί βλέπουν ομοιότητες με τις ταινίες του Κ.ΝόλανMemento” και “Inception”, αλλά μάλλον μοιάζει περισσότερο με (ή ακολουθεί τον) μύθο του Κάσπαρ Χάουζερ.

Μια ξένη γλώσσα δεν είναι παρά μια μάσκα, μια δανεική ταυτότητα. Και πρέπει να την προσεγγίζεις κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις και να μην πέφτεις ποτέ στην πλάνη να προσαρμοστείς σ'αυτήν, απαρνούμενος τους δικούς σου ήχους για να μιμηθείς κάποιους άλλους. Όποιος αφήνεται σ'αυτόν τον πειρασμό, κινδυνεύει να χάσει τη μνήμη του, το παρελθόν του, χωρίς να πάρει κάποιο άλλο γι' αντάλλαγμα.”

1943, Β παγκόσμιος πόλεμος και ένας άνδρας βρίσκεται αναίσθητος και σοβαρά τραυματισμένος στο λιμάνι της Τεργέστης, από τους ναύτες ενός γερμανικού πολεμικού πλοίου. Ο άνδρας δεν έχει ταυτότητα πάνω του, δεν μπορεί να μιλήσει και η αμνησία του είναι βαριάς μορφής. Ένα μεγάλο κομμάτι του αυχένα του είχε υποστεί βαριές κακώσεις και το τραύμα είχε καταστρέψει τη γλωσσική του μνήμη και την ικανότητα του να αρθρώνει ήχους. Ο Πέτρι Φρίαρι, ο οποίος είναι νευρολόγος και γιατρός του πλοίου και που είναι Φινλανδικής καταγωγής, βρίσκει ραμμένο στο αμπέχονό του τραυματία, το όνομα Σάμπο Κάργιαλαϊνεν, και πάνω του ένα μαντήλι με τα αρχικά Σ.Κ. Θεωρεί ότι ο άντρας που βρίσκεται μπροστά του είναι Φινλανδός.
Καθώς ο ασθενής αρχίζει να συνέρχεται και να αναλαμβάνει δυνάμεις, ο Φρίαρι αρχίζει να του μαθαίνει από την αρχή την υποτιθέμενη γλώσσα του. Ο “Σάμπο” μαθαίνει γρήγορα και ο γιατρός θεωρεί προσωπικό του στοίχημα την ανάρρωση του “συμπατριώτη” του. Όταν ο ασθενής μπορεί να επικοινωνήσει έστω υποτυπωδώς και η υγεία του έχει καλυτερεύσει πολύ, ο Φρίαρι τον στέλνει μέσω Γερμανίας στο Ελσίνκι θεωρώντας ότι το περιβάλλον της Φινλανδικής πρωτεύουσας θα βοηθήσει τον “Σάμπο” να βρει κομμάτια της μνήμης του ή και ακόμα την οικογένειά του.

Ο “Σάμπο” βρίσκεται στο Ελσίνκι καθώς το γερμανικό μέτωπο καταρρέει και οι Ρώσοι πλησιάζουν επικίνδυνα την φιλική προς τον Άξονα Φινλανδία. Στο στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλεύεται θα γνωρίσει έναν φανατισμένο Λουθηρανό εφημέριο ο οποίος θα του μιλάει για τους Φινλανδικούς μύθους, θα γνωρίσει και μια ευαίσθητη και τρυφερή νοσοκόμα ενώ, καθώς η υγεία του έχει βελτιωθεί, θα κυκλοφορεί στους δρόμους κάνοντας θελήματα για δημοσιογράφους και στρατιωτικούς. Θα μπορεί πλέον να συνεννοείται στα Φινλανδικά, αλλά το πρόβλημα της ταυτότητάς παραμένει. Θα αρχίσει να ψάχνει για την ανακάλυψη της αλήθειας, κάτι που θα έχει τεράστιο κόστος και απέραντη πικρία.

Η σωστή λέξη. Εκεί βρίσκεται η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Η μνήμη είναι αναπόσπαστη από το λόγο. Ο λόγος ανασύρει τα πράγματα από τη σκιά. Μάθε τις λέξεις και θα ξαναβρείς τη μνήμη σου.”


Φιλοσοφικό μυθιστόρημα με στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ είναι το εξαίρετο διαμαντάκι του Ντιέγκο Μαράνι. Από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο ήρωας, ο άνθρωπος χωρίς μνήμη έχει πεθάνει και ο Φρίαρι διαβάζει τις σημειώσεις που βρέθηκαν στο δωμάτιο του κάποια χρόνια αργότερα.
Ο γιατρός Φρίαρι, είναι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα καθώς ο σοσιαλιστής πατέρας του χάθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Φινλανδικού εμφυλίου, το 1918 και η μητέρα του πήρε τον νεαρό τότε Πιέτρι, που ήταν φοιτητής Ιατρικής και πήγαν στο Αμβούργο σε συγγενείς. Είχε να δει τη χώρα του από τότε που ήταν 23 χρονών, αλλά δεν είχε ξεχάσει τη γλώσσα και συγκινείτο στη θέα οτιδήποτε Φινλανδικού. Ήταν περισσότερο η εσωτερική του ανάγκη που τον έκανε να θεωρήσει τον ετοιμοθάνατο άντρα Φινλανδό και να τον φροντίσει, παρά οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Μήπως όμως δεν τον έσωσε αλλά ουσιαστικά του εξέτρεψε τη ζωή προς κάτι αδιέξοδο και χαοτικό;

Είναι αλήθεια, κι εγώ θα ήθελα να φύγω για τη Φινλανδία. Να εκμεταλλευτώ τη σύγχυση του πολέμου για να διαγράψω από προσώπου γης το νευρολόγο του στρατιωτικού νοσοκομείου του Αμβούργου και να τον αντικαταστήσω με το φοιτητή του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι πριν από είκοσι έξι χρόνια. Όμως αυτό ήταν πλέον αδύνατον. Δεν περνάνε έτσι είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια. Η μνήμη κυλάει σαν λάβα πάνω στις αναμνήσεις διατηρώντας τες, ναι, μόνο που τις παρασύρει μαζί της για πάντα. Από τη μνήμη, την οποία ο συγγραφέας αυτών των σελίδων επιζητούσε χωρίς επιτυχία, εγώ ακόμη και σήμερα δεν έχω καταφέρει να απελευθερωθώ. Η μνήμη είναι το τίμημα του πόνου που πληρώνω καθημερινά, όταν ξυπνάω σ' αυτό τον κόσμο και δέχομαι να ζήσω. Γιατί, δεν ξέρω. Ίσως επειδή είναι πιο εύκολο να γεννιέσαι παρά να πεθαίνεις. Ίσως λόγω της νοσηρής περιέργειας που έχει κάθε άνθρωπος, ακόμη και στον πόνο, να δει πως θα τελειώσει.”

Γραμμένο απλά με υπαινικτικό ύφος (έτσι ώστε να σου δημιουργεί διαρκώς την αίσθηση ότι ο συγγραφέας είναι Αγγλοσάξονας), με αξιομνημόνευτη οικονομία λόγου και με ένα καθηλωτικό ρυθμό, το ιδιόρρυθμο και σαγηνευτικό μυθιστόρημα του Μαράνι μιλάει για τη γλώσσα, την απώλεια, τη μνήμη, την αναζήτηση ταυτότητας και εαυτού, το παρελθόν και το μέλλον, την παράνοια του πολέμου, την δύναμη της αγάπης, τη γλώσσα και την διαμόρφωση εθνικής συνείδησης. Στοιχεία για την ιστορία της Φινλανδίας – τις δραματικές μέρες που ακολούθησαν την κατάρρευση του μετώπου και την επέλαση των Σοβιετικών, για την κουλτούρα της μακρινής χώρας ανακατεύοντας μύθους των Σαμάνων, εθνικά έπη και την κυριαρχία του Λουθηρανισμού. Η “Νέα Φινλανδική γραμματική” είναι ένα πανέξυπνο, μελαγχολικό και στοχαστικό βιβλίο-έκπληξη (που υποστηρίζεται ιδανικά από εξαιρετική μετάφραση), πραγματική απόλαυση για τον αναγνώστη.

Αυτό που μας μένει από τους άλλους είναι στην πραγματικότητα μόνο η ανάμνηση της αντανάκλασης μας πάνω τους. Περνάμε τη ζωή μας προσπερνώντας τους άλλους χωρίς ποτέ να τους γνωρίζουμε πραγματικά. Ακόμη κι από τα πρόσωπα και τα πράγματα που μας είναι πιο αγαπητά δεν αποκομίζουμε παρά μια εμπειρική γνώση, σαν αυτή που αποκτά ο εντομολόγος από την πεταλούδα που καρφιτσώνει με τη βελόνα σε μια σελίδα της συλλογής του. Μπορούμε να περιγράψουμε το χρώμα των ματιών ή των μαλλιών των αγαπημένων μας, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μέσα στο πλήθος το βάδισμά τους, τη φιγούρα τους, να διακρίνουμε αλάνθαστα τη μυρωδιά ή τη φωνή τους. Όταν είναι μακριά, μας λείπουν, νιώθουμε σακατεμένοι, σαν να μας έχουν στερήσει ένα κομμάτι του εαυτού μας. Κι όμως σ'αυτό τον κόσμο  δεν είναι ποτέ αληθινά δικοί μας. Γιατί η εξάρτηση που επιδιώκουμε τους καταστρέφει, τους μετατρέπει σε αντικείμενα που δεν διαθέτουν δική τους ζωή. Στη μάταιη προσπάθεια να καταστήσουμε λιγότερο επώδυνο το μυστήριο του θανάτου θέλουμε να κυριεύσουμε, να ρουφήξουμε τη ζωή όσο γίνεται περισσότερο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι σ' αυτό τον κόσμο σκοτώνουμε ότι πιστεύουμε πως αγαπάμε."




 
Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2016
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2016 | Permalink
Νόρα Γουέμπστερ
Ιρλανδία, τέλη δεκαετίας του 60, η χώρα από τη μια εκσυγχρονίζεται και προοδεύει, από την άλλη οι συντηρητικές και μικροαστικές αντιλήψεις παραμένουν λες και βρισκόμαστε στις αρχές του αιώνα. Μια γυναίκα, η Νόρα Γουέμπστερ είναι η ηρωίδα του πολύ ενδιαφέροντος αλλά άνισου, ομώνυμου μυθιστορήματος “ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ (“NORA WEBSTER”) του πολύ καλού συγγραφέα Colm Toibin (Ιρλανδία, 1955), (Εκδ.Ίκαρος, (έξοχη) μετάφραση και επίμετρο Αθ.Δημητριάδου, σελ.447).

Η Νόρα Γουέμπστερ είναι μια γυναίκα μέσης ηλικίας, που ο σύζυγός της Μόρις, αξιοσέβαστος και πολύ αγαπητός καθηγητής, έχει πεθάνει αφήνοντας την σύζυγό του, μόνη με τα τέσσερα παιδιά τους, δύο κορίτσια που σπουδάζουν και δύο μικρά αγόρια, το ένα σε εφηβική ηλικία, το άλλο μικρότερο. Οι συγγενείς και οι φίλοι στην αρχή “πνίγουν” κυριολεκτικά τη Νόρα με τις συνεχείς επισκέψεις τους (“Δεν τους βαρέθηκες πια; Δεν είναι ώρα να κόψουνε τις επισκέψεις;” της λέει ένας γείτονας στην πρώτη σελίδα του βιβλίου...), την συμβουλεύουν, προσπαθούν να την καθοδηγήσουν πως να αντιμετωπίσει την απώλειά της. Όλοι από αδερφές και θείες, μέχρι τους γείτονες έχουν άποψη για το τι πρέπει να κάνει τώρα η Νόρα, πως να πορευθεί. Εκείνη το μόνο που επιθυμεί είναι να την αφήσουν ήσυχη.

Οι πρώτες της ενέργειες εκπλήσσουν τους πάντες. Πουλάει το παραθαλάσσιο εξοχικό που λάτρευαν εκείνη κι ο Μόρις, όπως άλλωστε και τα παιδιά τους, ενώ δεν θα αρνηθεί την πρόταση για εργασία που της προσφέρουν τα παλιά (προτού παντρευτεί) αφεντικά της σε μια αναπτυσσόμενη εταιρία της πόλης. Η Νόρα Γουέμπστερ εργαζόμενη ξανά, μετά από 20 χρόνια και βάλε, ξαφνιάζοντας τα ίδια της τα παιδιά, που (κυρίως τα δύο μικρά αγόρια) την κοιτάνε πλαγίως, ενώ όταν θα αλλάξει και τα μαλλιά της οι ματιές των άλλων γυναικών θα είναι φαρμακερές.

Το μυθιστόρημα διαπερνάει η θλίψη που αισθάνεται, που βιώνει η ηρωίδα του, όπως και η ασφυξία από τον κοινωνικό περίγυρο και την οικογένεια  (με την ευρύτερη έννοια). Τα βλέμματα και η καχυποψία των συντοπιτών της που ο καθένας προσπαθεί να την καθοδηγήσει, να τη συμβουλεύσει, η πανταχού παρούσα εκκλησία, η αρχέγονη δυσπιστία απέναντι στη γυναίκα που χηρεύει σε νέα σχετικά ηλικία, τα παιδιά που αντιδρούν το καθένα διαφορετικά, η οικονομική δυσπραγία που την υποχρεώνει σε ενέργειες (όπως η πώληση του σπιτιού), που γνωρίζει ότι θα προκαλέσουν συζητήσεις, έρχονται και “κάθονται” πάνω από τη Νόρα πιέζοντας την.

Το βιβλίο “συνομιλεί” ευθέως με το (πιο επιτυχημένο εμπορικά μυθιστόρημα του συγγραφέα) “Μπρούκλιν” που μεταφέρθηκε την προηγούμενη χρονιά στον κινηματογράφο. Η ηρωίδα του Μπρούκλιν μεταβαίνει στην Αμερική για να ξεφύγει από τον επαρχιακό μικρόκοσμο και την καταπιεστική μητέρα της (η οποία κάνει ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό πέρασμα από το “Νόρα Γουέμπστερ”), ενώ η Νόρα θα μείνει εκεί, εγκλωβισμένη στη πόλη της – θα βγει δε για πρώτη φορά στο εξωτερικό πηγαίνοντας με τη θεία της σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο στην Ισπανία. Θα μείνει εκεί σε ένα κόσμο γεμάτο παπάδες και καλόγριες που καθορίζουν τις ζωές των κατοίκων, γεμάτο με μικροκακίες και μικροαντιθέσεις, κουτσομπολιά και μεθυσμένες βραδιές στις τοπικές παμπ.

Μια πλήρης και αλησμόνητη λογοτεχνική ηρωίδα, η Νόρα Γουέμπστερ θα βρει τη δύναμη να αντέξει, θα επιβιώσει χρησιμοποιώντας τον δυναμικό της χαρακτήρα, θα γίνει δεκτή ως αυτόνομη προσωπικότητα, θα συγκρουστεί, θα βγει νικήτρια. Ο συγγραφέας δείχνει με μαεστρικό τρόπο πως η ηρωίδα του θα βγει από την απόγνωση και την θλίψη, θα “βγάλει το κεφάλι της στην επιφάνεια”, δεν θα φοβηθεί να συγκρουστεί.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται και ο έτερος μεγάλος πρωταγωνιστής του που δεν είναι άλλος από την ίδια τη χώρα του συγγραφέα. Η Ιρλανδία και η καθημερινότητα της επαρχιακής ζωής, οι κάτοικοι και η αδάμαστη και σαγηνευτική της φύση, ο καθολικισμός, το αλκοόλ, το ατίθασο πνεύμα των κατοίκων αλλά και το κουτσομπολιό, τα στενά οικογενειακά δεσμά περιγράφονται με υπέροχο τρόπο και είναι από τα στοιχεία που καθηλώνουν τον αναγνώστη.


Με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία να υπάρχουν στο βιβλίο, το μυθιστόρημα του Τομπίν, εκτυλίσσεται χωρίς πολλή δράση, καθώς μεταφέρει ουσιαστικά τις σκέψεις και τα συναισθήματα της ηρωίδας του. Ίσως θα λειτουργούσε καλύτερα ως νουβέλα, 200 σελίδων παρά ως ένα μυθιστόρημα διπλάσιας έκτασης όπως είναι. Εξαιρετικά ενδιαφέρον ως προς την ψυχολογική σκιαγράφηση του κεντρικού του χαρακτήρα, αφήνει τους υπόλοιπους ήρωες σε δεύτερο πλάνο, καθώς και τις κοινωνικές αλλαγές που περνάνε στην τοπική κοινωνία με τον συνδικαλισμό στην εταιρία που δουλεύει η Νόρα ή τον εμφύλιο που εντείνεται στον Βορρά. Ο ρυθμός του βιβλίου είναι αργός και υποτονικός αλλά η όλη αίσθηση που σου αφήνει το μυθιστόρημα είναι γλυκιά χάρη στην δύναμη της αφήγησης και στην γοητεία των περιγραφών, διότι δεν μπορούμε να λησμονούμε ότι ο Τομπίν είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας.