Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017 | Permalink
Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου
Ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά του ύφους και της θεματολογίας που χαρακτηρίζει το έργο του σπουδαίου Λατινοαμερικάνου συγγραφέα Horacio Quiroga (Σάλτο, Ουρουγουάη 1878 – Μπουένος Άιρες, Αργεντινή 1937), είναι τα υπέροχα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο τομίδιο με τίτλο “ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΡΩΤΑ, ΤΡΕΛΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ”, (Εκδ. Ροές, μετάφραση και επίμετρο Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 151). Ιστορίες που μιλάνε κυρίως για τον θάνατο· το σημαντικότερο και (ίσως το) πιο εντυπωσιακό στοιχείο στο σύνολο του έργου του.


Η προσωπική ζωή του Κιρόγα χαρακτηρίστηκε από την συνεχή παρουσία του θανάτου, του παράδοξου και των μοιραίων συμπτώσεων γύρω του. Πως λοιπόν να μην επηρεαστεί στο έργο του; Με τον Έντγκαρ Άλαν Πόε ως είδωλο του και ολοφάνερη επιρροή στη δουλειά του, τα διηγήματά του περιέχουν στυγερούς φόνους, αναπάντεχους και ξαφνικούς θανάτους, παραισθήσεις, νοσηρούς έρωτες, ενώ ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η παρουσία της φύσης – ο Κιρόγα λάτρευε τη ζούγκλα και τα πλάσματα που ζούσαν σ' αυτήν.

Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή είναι όλα ένα κι ένα, ορισμένα δε είναι αριστουργηματικά.
Ο κοσμηματοπώλης που δεν αντέχει την συνεχιζόμενη γκρίνια και απληστία της συζύγου του, προετοιμάζοντας την εκδίκησή του (“Η περόνη”), Μια κότα που αποκεφαλίζεται για να μαγειρευτεί θα “εμπνεύσει” τα τέσσερα “ηλίθια παιδιά” μιας οικογένειας για ένα φρικιαστικό παιχνίδι με την χαϊδεμένη αδερφή τους στο εξαιρετικό (και φημισμένο) διήγημα “Η αποκεφαλισμένη κότα”, ενώ η ατμόσφαιρα του μυστηρίου και του μεταφυσικού κυριαρχεί στο διήγημα “Τα πλοία της αυτοχειρίας”.
Μια νεαρή σύζυγος αργοσβήνει από μια περίεργη ασθένεια που την κρατάει συνεχώς ζαλισμένη και αναιμική στο κρεβάτι παραληρώντας μέσα στις παραισθήσεις της. Ο θάνατός της θα αποκαλύψει ένα φρικιαστικό γεγονός στο διαμαντάκι “Το πουπουλένιο μαξιλάρι” και οι φήμες για λυσσασμένα σκυλιά μπορεί να μην ήταν απλώς φήμες στο ασφυκτικό και εμπνευσμένο “Ο λυσσασμένος σκύλος”.
Στο αγωνιώδες διήγημα “Ακολουθώντας το ρεύμα”, μια οχιά δαγκώνει έναν άντρα στο πόδι και αυτός μέσα σε φρικτούς πόνους θα προσπαθήσει να φύγει από την ζούγκλα και να κατέβει τον ποταμό Παρανά (εκεί στο τρίγωνο Παραγουάης-Βραζιλίας-Αργεντινής), πάνω σε ένα κανό για να πάει στο νοσοκομείο - θα προλάβει άραγε; Τα σκυλιά ενός κτήματος είναι τα μόνα που αντιλαμβάνονται τον θάνατο που περιτριγυρίζει και τελικά θα “πάρει” το αφεντικό τους στο διήγημα “Η ηλίαση” ενώ οι μαγκιές μέσα στο δάσος πληρώνονται στο ευφυέστατο “Το άγριο μέλι”.

8 ιστορίες περιλαμβάνονται στον μικρό και εύχρηστο τόμο των Ροών (είναι επιλογή από τον τόμο με τον ίδιο τίτλο που κυκλοφορεί στα ισπανικά), όλες θαυμάσιες που διαβάζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τα διηγήματα του Κιρόγα είναι τόσο ωραία κατασκευασμένα που δημιουργούν την αίσθηση της αναγνωστικής πληρότητας. Όπως αναφέρει η μεταφράστρια στο θαυμάσιο επίμετρο του βιβλίου, “οι ιστορίες του αποτελούν υποδείγματα ενός αυτόνομου είδους, το οποίο υπακούει στους δικούς του κανόνες και χαρακτηρίζεται από αυτάρκεια. Έτσι, καθένα από τα σύντομα αφηγήματά του είναι ένα κλειστό, εντελές σύμπαν, στο οποίο δεν θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει τίποτα – ακριβώς όπως συμβαίνει με ένα ποίημα”.

Ο Κιρόγα θεωρείται ο “πατέρας” του Λατινοαμερικάνικου διηγήματος, και επηρέασε τον Μπόρχες, τον Κορτάσαρ, τον Μπιόϊ Κασάρες. Οι ιστορίες του Πόε του έδειξαν τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει, όπως δε ο ίδιος δήλωνε για τη νεότητά του: “δεν υπήρχε πάνω στο γραφείο μου ούτε ένα βιβλίο που να μην είναι δικό του, ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν γεμάτο με Πόε”.

Όπως και στον μεγάλο Αμερικανό, η ζωή φάνηκε σκληρή με τον Κιρόγα και όλη αυτή η φρίκη που βίωσε από τα παιδικά του χρόνια και η οποία συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του, είχε την αντανάκλασή της στη δουλειά του.
Η ζωή του ήταν τραγική και ιδιαίτερα μυθιστορηματική με πολλές συναισθηματικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις. Ακόμα και όταν αναγνωρίσθηκε από κριτικούς και κοινό (ήδη από το 1917 θεωρείτο ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της ηπείρου), τα γεγονότα που συνέβαιναν στην προσωπική του ζωή δεν τον άφησαν να χαρεί.


Ο πατέρας του αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος με την κυνηγετική του καραμπίνα και πέθανε όταν ο Κιρόγα ήταν βρέφος, ο πατριός του με τον οποίο ο έφηβος Κιρόγα ήταν πολύ δεμένος αυτοκτόνησε μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που τον είχε αφήσει μισοπαράλυτο, πατώντας με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού τη σκανδάλη της καραμπίνας του η οποία ήταν στραμένη στο πρόσωπό του. Στη νεότητά του, ο ίδιος ο Κιρόγα σκότωσε κατά λάθος τον καλύτερό του φίλο Φεδερίκο, εξετάζοντας το πιστόλι που προορίζονταν για μια μονομαχία, η δε πρώτη του σύζυγος αυτοκτόνησε στα 22 της. Στα 59 του, ο σπουδαίος συγγραφέας, εγκαταλελειμμένος από την δεύτερη σύζυγό του, διαγνώσθηκε με μη ιάσιμο καρκίνο του προστάτη και αυτοκτονεί με κυάνιο δίνοντας τέλος σε μια πολύπαθη αλλά δημιουργική ζωή.




 
Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017 | Permalink
Μετά τον πόλεμο
Μπορντό τέλη της δεκαετίας του 50, ο πόλεμος της Αλγερίας είναι στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αλλά στην πόλη που δεν έχει θεραπεύσει ακόμα τις πληγές της από τον Β παγκόσμιο πόλεμο, λογαριασμοί έχουν μείνει ανεξόφλητοι· μια προσωπική εκδίκηση θα φέρει πολλά θύματα και κάποια πράγματα θα μπουν στη θέση τους έστω και με αρκετά χρόνια καθυστέρηση. Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνει μια συγκλονιστική ιστορία με πολλές προεκτάσεις, στο εκπληκτικό του polar μυθιστόρημα, με τίτλο “ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ” (“Apres la guerre”), ο Γάλλος συγγραφέας Herve Le Corre (Bordeaux, 1955), (Εκδ. Του 21ου, (ωραία) μετάφρ. Γ.Καυκιάς, σελ. 567).

Στον πόλεμο, όπως στον πόλεμο. Όλοι εναντίον όλων. Ο καθένας για πάρτη του.
Και να που έχει την εντύπωση ότι ο πόλεμος ξανάρχισε.”

Ο Ζαν Ντελμπός ζει από τύχη αν και αισθάνεται νεκρός. Είναι από τους ελάχιστους που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντίθετα με την σύζυγό του Όλγα που δεν τα κατάφερε. Το πρωινό που ήρθαν οι αστυνομικοί να τους πάρουν από το σπίτι και να τους πάνε στη συναγωγή που μαζεύανε τους Εβραίους της πόλης δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό του. Θεωρούσε ότι είχε την προστασία του φίλου του (όπως πίστευε) Νταρλάκ και κοιμόταν ήσυχος παρά τις φήμες, και παρά τον ορατό πλέον κίνδυνο. Το μόνο που κατάφερε να κάνει επιτυχημένα (και χάρη στην προνοητικότητα της Όλγας) ήταν να πάρει τον εξάχρονο Ντανιέλ και να τον κρύψει πάνω από τη σοφίτα δίπλα σε ένα παράθυρο. Κάποιοι φίλοι είχαν ειδοποιηθεί και τον μάζεψαν το βράδυ.
Τώρα ο Ζαν Ντελμπός μετά από 14 χρόνια γυρίζει από τον κόσμο των νεκρών και απαιτεί εκδίκηση. Εκδίκηση από τον Νταρλάκ, που έχει γίνει πλέον μεγάλος και τρανός στο αστυνομικό σώμα.

Ο Νταρλάκ είναι η προσωποποίηση του διεφθαρμένου αστυνομικού. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνεργάστηκε με τις δυνάμεις Κατοχής και την κυβέρνηση του Βισύ, ενώ λίγο πριν την κατάρρευση είδε που πηγαίνει το πράγμα, και, την έβγαλε καθαρή με αρκετά λεφτά στην κατοχή του από τις περιουσίες των εβραίων που φεύγανε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πλέον στην αστυνομία του Μπορντό, αισθάνεται παντοδύναμος να επιβάλλει τον δικό του νόμο στους δρόμους ενώ στο σπίτι του τον περιμένει η πανέμορφη σύζυγός του, που την μάζεψε από τα καμπαρέ μετά την Κατοχή, μητέρα ενός κοριτσιού, προϊόν της σχέσης της με έναν Γερμανό αξιωματικό. Ο Νταρλάκ που αγαπάει την μικρή σαν κόρη του, φέρεται βίαια και περιφρονητικά στην σύζυγό του, όπως και σε όλους άλλωστε.

Ο τρίτος πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο νεαρός πλέον Ντανιέλ, ο γιος του Ζαν Ντελμπός, που μεγάλωσε από το φιλικό ζευγάρι που τον έβγαλε από την κρυψώνα του. Ο Ντανιέλ είναι φανατικός κινηματογραφόφιλος και δουλεύει σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, έρχεται όμως η ώρα της κατάταξής του και πρέπει να πάει στην Αλγερία να υπηρετήσει την θητεία του. Εκεί θα ζήσει μια κόλαση από την οποία θα προσπαθήσει να απεμπλακεί χωρίς να ξέρει ότι εάν γυρίσει στους “γονείς” του, μια άλλη κόλαση θα τον περιμένει.

“...Στον μικρό καθρέφτη που είναι κρεμασμένος πάνω από το νιπτήρα δεν μπορεί να κοιταχτεί ολόκληρος, αλλά ξέρει ότι το σώμα του δεν διατηρεί κανένα ίχνος απ' όσα τράβηξε, εκτός απ' αυτό το σημάδι στην κλείδα κι αυτή την ουλή στην ωμοπλάτη. Κανένας πόνος. Το σώμα του είναι ψηλό, στεγνό και σφιχτό. Μυς, τένοντες, οστά. Το σώμα του είναι ακόμα νέο, παρότι κοντεύει τα πενήντα. Το ξέρει, το νιώθει. Δεν θα γεράσει πριν ολοκληρωθεί αυτό που πρέπει να κάνει. Θα διατηρήσει ακέραια αυτή τη δύναμη κι αυτή τη ζωηράδα, όπως κρατάμε κρυμμένο ένα όπλο και το γρασάρουμε ελέγχοντας το μηχανισμό του. Κι επίσης ασκούμαστε μ' αυτό.
Το πρόσωπό του δεν είναι πια παρά σημάδια, χαρακιές, ουλές. Μονοπάτια χαραγμένα σ' ένα έδαφος πολύ απαλό, χαρακώματα που δεν γέμισαν ποτέ μετά από έναν χαμένο πόλεμο. Παλιός χάρτης, χωρίς χρονολογία. Σφηνοειδής γραφή που νομίζεις πως την καταλαβαίνεις χωρίς να ξέρεις να τη διαβάζεις.”

Καθώς ο Ζαν Ντελμπός, αυτό το "φάντασμα", σφίγγει τον κλοιό γύρω από τον Νταρλάκ, “χτυπώντας” τους πιο κοντινούς του συνεργάτες, υπάρχουν και παράπλευρες απώλειες με θύματα που δεν έφταιγαν σε τίποτα και απλά βρέθηκαν τυχαία εκεί. Αυτό το γεγονός θα κινητοποιήσει ολόκληρη την αστυνομική δύναμη της πόλης και ο Νταρλάκ, υποψιασμένος πλέον ότι εκείνος είναι ο στόχος, θα εξαπολύσει ένα ξέφρενο ανθρωποκυνηγητό για να συλλάβει τον μυστηριώδη άγνωστο.
Από τη μια η Αλγερία και η παράνοια του πολέμου μέσα από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και την αφόρητη ζέστη, από την άλλη το Μπορντό μέσα από τις ολοζώντανες περιγραφές του ικανότατου συγγραφέα θα γίνει ένα μαύρο σκηνικό βίας και εγκλημάτων χωρίς τελειωμό, μέχρι την τελική λύση που σαν μονομαχία γουέστερν θα δώσει την λύτρωση.

Ο Λε Κορ παρακολουθεί τους ήρωές του, εναλλάσσοντας την (τριτοπρόσωπη) αφήγηση από τον ένα στον άλλον, ενώ παρεμβάλλονται (σε πρωτοπρόσωπο λόγο), οι αναμνήσεις του Ζαν Ντελμπός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, την απόδρασή του και τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50 που γυρίζει ως εκδικητής στην πόλη του. Ο συγγραφέας αναπλάθει εξαιρετικά την εποχή, οι εικόνες του είναι ολοζώντανες και η δομή του βιβλίου εκπληκτική, καθώς η ένταση κορυφώνεται και ο ρυθμός γίνεται ταχύτερος για να φτάσει στο αναμενόμενο, υπέροχο φινάλε.

Δεν υπάρχει καλός και κακός σε αυτό το θαυμάσιο μυθιστόρημα. Μπορεί ο αναγνώστης να ταυτίζεται με τον “άγγελο-εκδικητή” αλλά ο συγγραφέας του το ξεκόβει από την αρχή, υπενθυμίζοντας συνεχώς ότι ο Ντελμπός ήταν μάλλον κακό και ζόρικο παιδί μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης, ενώ ο Νταρλάκ (ο οποίος έτσι κι αλλιώς από την αρχή τον γνωρίζουμε ως τον απόλυτα κακό της ιστορίας) ήταν κολλητός του για αρκετά χρόνια. Θα μπορούσε να είναι μια απλή και αιχμηρή ιστορία εκδίκησης αλλά ο Λε Κορ δεν συμβιβάστηκε μ' αυτή την ιδέα, τονίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, την ροή των γεγονότων που οδήγησαν δύο ανθρώπους, όχι τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους στις πράξεις τους, στον δρόμο που ακολούθησαν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του κοινωνικού και πολιτικού κλίματος της εποχής. Οι δωσίλογοι που είχαν την πονηριά-καπατσοσύνη ή/και την τύχη να μη ταυτιστούν ιδιαίτερα με τα στρατεύματα Κατοχής, κατέχουν καίριες θέσεις, στην πολιτική, την εξουσία, την κοινωνία – άνθρωποι που βρέθηκαν πάμπλουτοι μετά την Κατοχή εκμεταλλευόμενοι τον ανθρώπινο πόνο, συνεχίζουν να βρίσκονται στα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλγερίας και η όλη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 50 (πλημμυρισμένη από μουσικές της Εντίθ Πιαφ, του Ζιλμπέρ Μπεκό και άλλων), αντανακλάται στην περίπτωση του νεαρού Ντανιέλ, του οποίου η ιστορία θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη σε κάποιο άλλο βιβλίο, με τον διχασμό που υφίσταται, καθώς μεγαλωμένος με τα βιβλία του Μπωντλαίρ, τα ποιήματα του Ρεμπώ βλέπει λίγο ρομαντικά, λίγο ιδεαλιστικά την υποχρέωση της θητείας του εκεί, και όταν βρίσκεται με το όπλο ανά χείρας διαπιστώνει την πλάνη του.

Ο πόλεμος συνεχίζεται δείχνει να λέει ο συγγραφέας, επαναστάσεις, εμφύλιοι, παγκόσμιοι πόλεμοι, ατομικές βόμβες, πόλεμοι στην Ασία, την Αφρική, ψυχροί πόλεμοι, διαφθορά, βία και συνεχής εκμετάλλευση. Ο Λε Κορ, στήνει υπέροχα την ιστορία του, δεν αφήνει κενά, και με έναν αφοπλιστικό ρυθμό καθηλώνει τον αναγνώστη του σε ένα ελεγειακό μυθιστόρημα που έχει σε πρώτο φόντο την εκδίκηση και το νουάρ πλαίσιο, είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, υπερβαίνοντας τις ευκολίες αλλά και τα κλισέ του είδους, μιλώντας για την απώλεια, τον θάνατο, τον έρωτα, την συντροφικότητα με δυναμικό αλλά ταυτόχρονο και λυρικό τρόπο.

Το βιβλίο απέσπασε πολλά βραβεία στην κατηγορία Polar (πολιτικού/αστυνομικού μυθιστορήματος) στην Γαλλία, όπως τα Prix Landerneau και Prix Michel-Lebrun του 2014 καθώς και το βραβείο Trophees 813 του 2015. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε στη χώρα μας, το προηγούμενο και πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Λε Κορ, "Καρδιές σακατεμένες" του 2009, με το οποίο θα ασχοληθώ στο μέλλον.





 
Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017 | Permalink
Ένα διαφορετικό σεργιάνι
Το “ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΓΚΙΝΑΡΝΤΟ” (“Ronda del Guinardo) του πολύ καλού Καταλανού συγγραφέα Juan Marse (Βαρκελώνη,1933), (εκδ. Πατάκη, (ωραία) μετάφρ. Μ.Παλαιολόγου, σελ.148), γραμμένο την δεκαετία του '80, είναι μια θαυμάσια και πολύ περιεκτική νουβέλα με έντονους συμβολισμούς, η οποία εντυπωσιάζει κυρίως για την ατμόσφαιρά της και την εξαιρετική απεικόνιση της εποχής στην οποία διαδραματίζεται.


Βαρκελώνη Μάιος 1945. Φρανκική Ισπανία, βυθισμένη στον σκοταδισμό και τον αυταρχισμό του καθεστώτος που χτίζεται πάνω στα ερείπια του εμφυλίου, ο οποίος τελείωσε μερικά χρόνια πριν. Είναι η ημέρα της επίσημης λήξης του Β Παγκόσμιου πολέμου και όλα τα αστυνομικά τμήματα έχουν τεθεί σε επιφυλακή, μπας και κάποιοι “παλιοχαρακτήρες” αποφασίσουν να γιορτάσουν το γεγονός.

Ένας μεσήλικας αστυνομικός που κοντεύει να συνταξιοδοτηθεί, πρέπει να συνοδεύσει την ορφανή 14άχρονη Ροσίτα στο νεκροτομείο, για να αναγνωρίσει στο πτώμα ενός άγνωστου άνδρα, αυτόν που την βίασε δύο χρόνια πριν. Η Ροσίτα, είναι τρόφιμος του ορφανοτροφείου που διευθύνει η κουνιάδα του αστυνομικού, και που σε αυτό βοηθάει και η κουρασμένη και αποκαρδιωμένη από εκείνον σύζυγός του, ενώ η μικρή εργάζεται και σε κάποια σπίτια ως καθαρίστρια. Ο αστυνομικός είναι ένας πολύ κουρασμένος άνθρωπος, με κακή φήμη για την βιαιότητά του, που θεωρεί ότι η σημερινή του υπηρεσία του δίνει την αφορμή για ένα ξεκούραστο απόγευμα, όμως η Ροσίτα τον ταλαιπωρεί ζητώντας του να την συνοδεύει από σπίτι σε σπίτι όπου πετάγεται για θελήματα η μικροδουλειές, καθυστερώντας συνεχώς την αναγνώριση του υποτιθέμενου βιαστή της, έχοντας αφήσει πίσω της το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή της.

“...Αλλά εκείνη τη νύχτα δεν ήταν εκεί οι φίλοι της, κι ο άντρας που καθόταν στη φωτιά δεν ήταν ο γνωστός αλήτης· όταν την ξανακοίταζε, είχε ήδη τον σουγιά στο χέρι κι έλεγε με τραχιά φωνή: “Μη φωνάζεις. Κάτσε κάτω”. Την κοίταξε για λίγο κι ύστερα της είπε να ξαπλώσει δίπλα στη φωτιά και της σήκωσε τη φούστα. Ο άντρας πέταξε χούφτες χώμα στη φωτιά μέχρι να τη σβήσει, αλλά ύστερα, όσο κράτησε εκείνο, ο άνεμος την αναζωπύρωσε και βγήκαν ξανά φλόγες· εκείνη τις έβλεπε να χοροπηδάνε, με το μάγουλο ζουληγμένο πάνω στη σκόνη και με τη μύτη του σουγιά στον λαιμό. Έφτυσε στα αγριεμένα μάτια του βρομιάρη και στο ξεδοντιασμένο του στόμα, που μύριζε ωμά κουκιά και ήταν γλιστερό και μαλακό σαν βατράχι. Ένα ρυπαρό, τρεμάμενο χέρι χάιδευε τα μαλλιά της.”

Η περιπλάνηση του ιδιόμορφου ζευγαριού, του μεσήλικα άνδρα που καταφεύγει συνεχώς σε καπηλειά να πιεί ένα ποτηράκι (ακόμα) και της κολοπετσωμένης μικρής που τον πειράζει, και τον δουλεύει συνεχώς, γίνεται η αφορμή για μια περιπλάνηση στη συνοικία και σε ένα σκηνικό που μεταβάλλεται συνεχώς. Το κεφάλι του αστυνομικού είναι γεμάτο πτώματα και οι μνήμες του εμφυλίου και των επακόλουθων, στριφογυρίζουν συνεχώς στη μνήμη του φέρνοντας του εικόνες τραγικές και σκληρές. Από την άλλη, η Ροσίτα, μια Λολίτα του δρόμου που δουλεύει σαν το σκυλί, προσπαθώντας να αρπάξει την κάθε ευκαιρία για μια μικρή βελτίωση στη ζωή της. Πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι βλέπουμε τις κοινωνικές διαφορές, τις μικροκομπίνες για την επιβίωση, την εγκληματικότητα που πάει χέρι με χέρι με την προσπάθεια για επιβίωση.

“Συλλογίστηκε τότε την περιπλανώμενη απάτη που αντιπροσώπευε η ορφανή, το φιλεύσπλαχνο τέχνασμα της περιήγησής της με το εικόνισμα, το μοναχικό της σεργιάνι στο χείλος της πείνας και της εκπόρνευσης...”


Τι είναι λοιπόν αυτό το ευανάγνωστο και πολύ όμορφο βιβλιαράκι; Είναι ένα μικρό ταξίδι στην κόλαση ή μια καταβύθιση στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης; Μάλλον και τα δύο. Οι πρωταγωνιστές της γκροτέσκας νουβέλας του Μαρσέ, αντιπροσωπεύουν δύο κόσμους που κάποτε θα μπορούσαν να συμβιώσουν, αλλά τώρα τους χωρίζουν έτη φωτός. Το χαμίνι του δρόμου και ο θλιβερός εκπρόσωπος της εξουσίας, είναι και οι δύο ηττημένοι, εκείνος το έχει αντιληφθεί, εκείνη δεν το ξέρει ακόμα αλλά η πορεία της είναι προδιαγεγραμμένη. Η Ροσίτα δεν ενδιαφέρεται πλέον για τον βιαστή της, μέσα της έχει προχωρήσει, το έχει αφήσει πίσω το γεγονός, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον έχει συγχωρήσει τον άνθρωπο που της επιτέθηκε, πλέον τα χρόνια στους δρόμους την έχουν κάνει πιο ανεκτική, ξέρει να ελίσσεται για να επιβιώσει.

Η απεικόνιση της συνοικίας στη Βαρκελώνη της δεκαετίας του 40, από τον συγγραφέα, είναι εκπληκτική. Ζητιάνοι, μικροκακοποιοί, ταβερνιάρηδες και πελάτες, παράνομο εμπόριο και φτώχεια ανακατεμένη με σπίτια πλούσια που έχουν παρελθόν. Το αίσθημα της απομόνωσης και της παρακμής της χώρας είναι πολύ έντονο, χαρακτηριστικός ο διάλογος που αναφέρεται στο ποδόσφαιρο όταν οι θαμώνες μιας ταβέρνας παραπονιούνται ότι "μόνο με την Πορτογαλία μπορούμε να παίζουμε πλέον" (που είχε κι αυτή μια αντίστοιχη δικτατορία υπό τον Σαλαζάρ)

Ο Μαρσέ αναπλάθει μια πόλη που καταρρέει, πολύ διαφορετική από την σημερινή ακμάζουσα τουριστική πρωτεύουσα. Έξοχος παρατηρητής της ζωής (όπως είδαμε και στο άλλο μυθιστόρημά του που μεταφράστηκε πριν λίγα χρόνια στη γλώσσα μας, το "Τα τελευταία απογεύματα με την Τερέζα"), μεταφέρει εικόνες έντονα ρεαλιστικές που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη μέσα τους, ενώ το μαύρο χιούμορ και η ειρωνεία είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα ενός βιβλίου που περιγράφει με έντονα χρώματα τον σκοταδισμό και την ατμόσφαιρα της εποχής.





 
Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017 | Permalink
Η αντίπερα όχθη
Είναι αναγνωστική απόλαυση να διαβάζεις Julio Cortazar. Έτσι λοιπόν, όταν μετά από αρκετά χρόνια που είχα να πιάσω βιβλίο του μεγάλου Αργεντίνου (1914-1984) δημιουργού, ξεκίνησα να διαβάζω την συλλογή διηγημάτων του, που εκδόθηκε πρόσφατα στην χώρα μας, με τίτλο “Η ΑΝΤΙΠΕΡΑ ΟΧΘΗ” (“La otra orilla”), (σελ.136) στην φροντισμένη έκδοση της Bibliotheque, σε μετάφραση Σπ. Μαυρίδη, από την πρώτη ιστορία ένιωσα αυτό το συναίσθημα της ευφορίας που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να σου δώσει.


13 ιστορίες, οι οποίες γράφτηκαν την περίοδο 1937-1945, απαρτίζουν την συλλογή, που χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα που ονομάζεται “Λογοκλοπές και μεταφράσεις” έχει 5 διηγήματα, η δεύτερη ενότητα που ονομάζεται “Ιστορίες του Γκαμπριέλ Μεδράνο”, έχει 4 διηγήματα, και, η τρίτη ενότητα, με τίτλο “Προλεγόμενα στην Αστρονομία”, έχει 4 διηγήματα. Οι ιστορίες γράφτηκαν λοιπόν κατά τη νεανική περίοδο του συγγραφέα και περιέχουν πολλά από τα χαρακτηριστικά του ύφους που ανέπτυξε αργότερα.

Οι ιστορίες που περιέχονται στο βιβλίο ανήκουν στο είδος του “φανταστικού”, με το παράδοξο και το παράξενο να κυριαρχεί σε αυτές. Είναι βαθιά επηρεασμένες από το ύφος του Edgar Allan Poe, με το υποσυνείδητο και το μεταφυσικό να εισβάλλει στην ροή τους, ενώ το στοιχείο του ονείρου είναι διαρκώς παρόν. Οι ήρωες των διηγημάτων του Κορτάσαρ περνάνε σε μια “αντίπερα όχθη” της πραγματικότητας, σε μια άλλη διάσταση.

“Όμως εκεί κοιτόμουν εγώ, νεκρός, περίμενοντάς με. Το επίπλαστο χαμόγελο με υποδέχτηκε χλευαστικά. Και η τούφα των μαλλιών μου ξαναέπεφτε στο μέτωπο ενώ τα χείλη μου είχαν απολέσει πια το παλιό τους χρώμα, σταχτιά και σκληρά διέγραφαν το οριστικό τους τόξο.
Η απεχθής αυτή παρουσία μου προκάλεσε αποστροφή. Φωτισμένο με ψυχρές ανταύγειες από τη λάμπα το πτώμα αναδεικνυόταν μπροστά μου σε πυκνές κι αναντίρρητες διαστάσεις. Ένιωσα στα χέρια μου την επιθυμία να ριχτώ στο κρεβάτι και να ξεσκίσω οργισμένος με τα νύχια εκείνο το πρόσωπο. Του γύρισα την πλάτη καθώς βυθιζόμουν σε μια παραζάλη θρήνου και βγήκα τρέχοντας στον έρημο και βαμμένο απ' το φεγγάρι δρόμο.
Και τότε περπάτησα. Όντως, τότε περπάτησα αμέτρητα οικοδομικά τετράγωνα στις γειτονιές του χωριού μου, περιδιαβαίνοντας οικεία μονοπάτια. Και μόλις διαισθάνθηκα ότι βρισκόμουν πια μακριά από το νεκρό μου σώμα, εγκαταστάθηκε μέσα μου ξανά η κίβδηλη ηρεμία της υποταγής στη μοίρα, επέβαλε στη συνείδησή μου την ανώφελη νηφαλιότητα που επιζητούσα για να συλλογιστώ. Έτσι περπάτησα ατελείωτα, θεμελιώνοντας υπό την παγωμένη σελήνη της προχωρημένης νύχτας τη θεωρία του θανάτου μου.”

Οι χαρακτήρες (των ολιγοσέλιδων ως επί το πλείστον) διηγημάτων, οδηγούνται σε παράλογες καταστάσεις στις οποίες δίδεται στο τέλος μια λογικοφανής επεξήγηση. Ο βρικόλακας Ντούγκου Βαν που άφησε έγκυο μια νεαρή γυναίκα περιμένει τη γέννηση του γιού του με αγωνία (“Ο γιός του Βρικόλακα”), ενώ τα χέρια του ενός ανθρώπου, μεγαλώνουν μετά από έναν καυγά· γίνονται δε τόσο τεράστια που δεν μπορεί πια να τα ελέγξει και αποτελούν στοιχείο απέχθειας από τους γύρω του, ψάχνει λοιπόν γιατρό να του τα ακρωτηριάσει (“Τα χέρια που μεγαλώνουν”) και μια γυναίκα περιμένει τηλεφώνημα από τον πατέρα του παιδιού της που τους εγκατέλειψε και έχει μπλέξει, όταν όμως το τηλεφώνημα έρχεται είναι τόσο παράξενο (“Ντέλια, χτυπάει το τηλέφωνο”), ο δε μελλοθάνατος κατάδικος περιμένει την εκτέλεσή του και ονειρεύεται μια άλλη ζωή, ένα άλλο φινάλε ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο; (“Η βαθιά σιέστα του Ρέμι”), ενώ ένας καλά προμελετημένος φόνος οδηγεί σε ένα ψυχαναγκαστικό παιχνίδι μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας (“Παζλ”).

Η συλλογή "απογειώνεται" στην δεύτερη περισσότερο Μπορχεσική ενότητα ("Ιστορίες του Γκαμπριέλ Μεδράνο"). Ένας άνδρας ξυπνάει και ξέρει πως είναι νεκρός ή μήπως όχι; Η γιαγιά του τον διαβεβαιώνει για το αντίθετο κι εκείνος ετοιμάζεται για την καθημερινή του βόλτα στο μάλλον καλύτερο διήγημα της συλλογής (“Επιστροφή της νύχτας”) και μια μονήρης γυναίκα με υπερφυσικές ικανότητες βλέπει τη ζωή της να φεύγει (“Μάγισσα”) και μια ημέρα στη μονότονη ζωή ενός δημοσίου υπαλλήλου εκτυλίσσεται κάπως διαφορετικά (“Μετατόπιση”) και ένα περίεργο μεταφυσικό γεγονός αναστατώνει τη συνήθη ροή της ημέρας ενός καθηγητή σε ένα εκπληκτικό διήγημα (“Απόμακρος καθρέπτης”).

Οι τέσσερις ιστορίες που απαρτίζουν την ενότητα “Προλεγόμενα στην αστρονομία”, είναι εμφανώς κατώτερες από αυτές των δύο προηγούμενων, αλλά η μία (η οποία κλείνει και το βιβλίο), με τίτλο “Η εποχή του χεριού” (πάλι ένα χέρι πρωταγωνιστεί) είναι έξοχη. Στο διήγημα αυτό, ένας άνδρας φιλοξενεί ένα χέρι που κινείται αυτόνομα μέσα στο σπίτι. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια θαυμάσια σχέση και γίνονται καλοί φίλοι ώσπου δεύτερες σκέψεις μπαίνουν στο μυαλό του άνδρα.

Οι αλλόκοτες νεανικές ιστορίες του μεγάλου Αργεντίνου, προδιαθέτουν για την συγγραφική του συνέχεια και σ' αυτές υπάρχουν τα ψήγματα της σπουδαίας πορείας του συγγραφέα που μπορεί να έγινε περισσότερο γνωστός για το εμβληματικό “Κουτσό" ("Rayuela”) του αλλά ήταν περισσότερο διηγηματογράφος και μάστορας της μικρής φόρμας παρά μυθιστοριογράφος.



Στην συλλογή “Αντίπερα όχθη” βλέπουμε τις εμφανείς επιρροές της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας και του κινήματος του σουρεαλισμού όπως και την αγάπη για το παράδοξο που είναι εμφανής σε όλη την πορεία του συγγραφικού του βίου. Διακρίνουμε την ειρωνεία και το χιούμορ που είναι ευδιάκριτα στοιχεία του έργου του, καθώς και την μουσικότητα και τον ρυθμό στις ιστορίες που αφηγείται. Η συλλογή αυτή παρότι η γραφή του βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, δεν απευθύνεται μόνο στους θαυμαστές του υπόλοιπου έργου του, αλλά και στους νεότερους αναγνώστες που δεν έχουν εξοικειωθεί με τις μεταγενέστερες αριστουργηματικές συλλογές διηγημάτων του ("Κρονόπιο και Φάμα", "Ολες οι φωτιές η φωτιά", "Οκτάεδρο", "Αξολότλ") ως μια ιδανική εισαγωγή σε αυτό.


 
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017 | Permalink
Μόνο ο αέρας ακουγόταν
Με κάθε καινούριο της βιβλίο η Ευγενία Μπογιάνου (Θεσ/νίκη,1968), ισχυροποιεί την αρχική μου εκτίμηση (από το πρώτο βιβλίο της που διάβασα πριν μερικά χρόνια), ότι έχουμε  μπροστά μας μια σημαντική πεζογράφο. Η νέα της συλλογή διηγημάτων με τίτλο “ΜΟΝΟ Ο ΑΕΡΑΣ ΑΚΟΥΓΟΤΑΝ”, (εκδ. Μεταίχμιο, σελ.233), επαναφέρει την ικανότατη συγγραφέα στο διήγημα, είδος που μάλλον η ίδια προτιμάει και την έκανε γνωστή στον λογοτεχνικό χώρο με το εντυπωσιακό δεύτερο βιβλίο της (“Κλειστή πόρτα,2012) μετά την παρένθεση (όπως φαίνεται) του ωραιότατου μυθιστορήματός της "Ακόμα φεύγει", το 2014.

Στην εξαιρετική συλλογή “Μόνο ο αέρας ακουγόταν”, δεν υπάρχει κάποιο νήμα που να συνδέει τις ιστορίες, εκτός από ορισμένα κοινά στοιχεία μεταξύ τους, και τα οποία ανιχνεύονται, στην συνολική θεματική του ύφους της συγγραφέως. Οι καθημερινοί άνθρωποι χτυπημένοι από την μοίρα και οι οποίοι βιώνουν καταστάσεις που δεν μπορούν να τις διαχειριστούν. Ο θάνατος, η απώλεια και η διαχείρισή της, η ανεργία, οι άστεγοι, οι μετανάστες, ο χωρισμός είναι τα θέματα που κυριαρχούν στα διηγήματα.

“Η ζωή είναι μια μακριά ακολουθία αποχωρισμών. Δεν παύουμε ποτέ να αποχαιρετούμε ό,τι αγαπήσαμε.”

Η αντίδραση μιας μοναχικής και τσακισμένης γυναίκας όταν μαθαίνει ότι πέθανε ο πατέρας της, ο άστεγος που το μόνο που του έχει μείνει από την “προηγούμενη” ζωή του είναι ένα ζευγάρι ακριβά παπούτσια κ τα φυλάει “ως κόρην οφθαλμού”, μια μάνα που ζει με την ανάμνηση του σκοτωμένου πριν από πολλά χρόνια παιδιού της, μια γυναίκα που συναντάει μετά από δεκαετίες τυχαία τον κάποτε εραστή της χτυπημένο από καρκίνο, μια μετανάστρια που βιώνει τον θάνατο των μικρών παιδιών της στη βάρκα που τους πηγαίνει στο ελληνικό νησί, ένα ατύχημα με το μηχανάκι που καταστρέφει το πρόσωπο μιας κοπέλας και γεμίζει με ενοχές το αγόρι που οδηγούσε, ένας μετανάστης που περιμένει μέσα στο κρύο, μια πενηντάχρονη γυναίκα που γιορτάζει μόνη της τα γενέθλιά της και θυμάται, ένας άνδρας μόνος που το μοναδικό μήνυμα στο κινητό του είναι από την τράπεζα για τα χρέη του, είναι μερικοί από τους χαρακτήρες των ιστοριών της Μπογιάνου. Διηγήματα όπου η θλίψη κυριαρχεί και ένας κόμπος σου δένει το στομάχι καθώς τα διαβάζεις.

“Ετών πενήντα. Πιο ψηλή από σένα, ακόμα και από τον μπαμπά μου. Σας κοιτώ με την υπεροψία που μου δίνει η ηλικία. Συρρικνώνεστε, μικραίνετε κι άλλο, σας βάζω μέσα στις τσέπες μου, σας κουβαλώ από πάνω μου, έχετε κολλήσει στο δέρμα μου, μου γδέρνετε το δέρμα, την ψυχή, το μυαλό, δυο πλαστικές κούκλες, παλιές, ντεμοντέ, δυο παιχνίδια που κανένα παιδί δεν θα ήθελε να παίξει μαζί τους, ούτε κι εγώ.”

14 ιστορίες που δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο βέβαια, οι περισσότερες είναι πολύ καλές, μερικές δε, πραγματικά εξαιρετικές (“Απιστίες”, “Αν υπήρχες εσύ να μ'αντικρύσεις”, “Άνθρωπος σε κλουβί”, “Στέλλα”, “Ανωμαλία στο οδόστρωμα”), που ισορροπεί την κάποια ανισότητα στο βιβλίο. Όλα όμως περνάνε σε δεύτερο φόντο, καθώς υπάρχει το διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή “Μόνο ο αέρας ακουγόταν”, με την αφήγηση μιας γυναίκας μετανάστριας, που έχασε τα παιδιά της στο ταξίδι για μια ελληνική ακτή και τώρα φροντίζει ηλικιωμένους στην απρόσωπη πόλη, το οποίο, είναι κυριολεκτικά συγκλονιστικό και από τα καλύτερα πράγματα που έχουν γραφτεί στην ελληνική λογοτεχνία την τελευταία πενταετία.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου βρίσκονται σε ένα οριακό στάδιο της ζωής τους – εάν υπήρχε ένα είδος συνέχειας (sequel όπως λένε στο σινεμά) στις ιστορίες, μετά από δυο-τρία χρόνια, αναρωτιέμαι πόσοι από αυτούς θα είχαν επιζήσει – προσπαθούν να πιαστούν από κάπου, από κάτι, όλοι με μια σχετική αξιοπρέπεια ψάχνουν ένα φως κάπου.

Παρά τον ρεαλισμό των ιστοριών και την έντονη δραματικότητά τους, το ύφος της Μπογιάνου δεν είναι καταγγελτικό, κραυγαλέο και οξύ, αλλά όπως και στα προηγούμενα βιβλία της, είναι πλέον ευδιάκριτο - υπαινικτικό και χαμηλότονο, καθώς είναι επηρεασμένη από την ποίηση που τόσο αγαπάει, ενώ η ματιά της στέκεται με τρυφερότητα πάνω από τους ήρωές της, σχεδόν με κινηματογραφικό τρόπο τους αγκαλιάζει και τους συμπονάει.
Ιστορίες που δυναμώνουν μέσα σου καθώς τις σκέφτεσαι αρκετές μέρες αφού τις τελειώσεις, δείγμα καθαρής λογοτεχνίας και ελπιδοφόρο μήνυμα για την συγγραφική συνέχεια.

“Εκείνο το πρωί που ξεκινήσαμε βάλαμε καθαρά ρούχα. Ο μικρός γκρίνιαζε. Δεν του άρεσαν τα παπούτσια που φορούσε. Ήθελε τα άλλα, τα χρωματιστά. Εγώ όμως τα θεωρούσα κατάλληλα για την περίσταση. Η περίσταση...Έκανα τα μαλλάκια της ψηλή κοτσίδα που της πήγαινε. Πόσο της πήγαινε! Έτσι όμορφα, καθαρά είναι που...
Όταν ήρθε εκείνο το κύμα, ένα μαύρο πουλί κατάμαυρο, θαρρείς και πέταξε πάνω από τα κεφάλια μας. Το ήξερα πως αυτή θα ήταν η τελευταία στιγμή. Δεν ξεγελιέσαι τέτοιες ώρες. Το ξέρεις.
Ήρθε εκείνο το κύμα και τους πήρες μακριά. Μαμά, θαρρώ πως...
Μα όχι. Τίποτα δεν άκουσα. Μόνο ο αέρας ακουγόταν. Τίποτε άλλο. Ο κόσμος είχε σιγήσει καθώς δεχόταν τα σπλάχνα μου.
Όταν ξεκινήσαμε το πρωί, δεν το πίστευα πως θα γινόταν έτσι. Άλλα πίστευα. Ένα ταξίδι ήταν που τελείωνε σε μερικές ώρες και μετά...
Όμως το ταξίδι δεν τελείωσε. Όχι ακόμη. Είμαι ακόμη πάνω στη βάρκα και πάω. Μόνη μου, ανοίγομαι, ξεμακραίνω, κάθε μέρα όλο και πιο μακριά.”



 
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017 | Permalink
Απόκρυφο Βερολίνο
Βερολίνο του μεσοπολέμου, εποχή της "Δημοκρατίας της Βαϊμάρης", οικονομική κρίση και ανεργία, πολιτική αστάθεια και αναβρασμός, αλλά και ξέφρενη διασκέδαση σαν να μην υπάρχει αύριο. Σ' αυτό το κλίμα μας μεταφέρει η πολύ ωραία νουβέλα του (μάλλον λησμονημένου) Γερμανού συγγραφέα Franz Hessel (Στετίνο 1880 – Νότια Γαλλία 1941), με τίτλο “ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ” (“Heimliches Berlin”), (εκδ. Κριτική, μετάφρ. Α.Στραγαλινός, σελ. 159).


Μια ταραγμένη εποχή, όπου η ηττημένη του Α παγκόσμιου πολέμου Γερμανία, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, οι κυβερνήσεις πέφτουν και οι περισσότεροι πρώην πλούσιοι ή μεγαλοαστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά και προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή στα άκρα, αδιαφορώντας για το αύριο που ξημερώνει ζοφερό.

“Μετά ήρθε η οικονομική κρίση. Χάσαμε όλη την περιουσία που είχαμε κληρονομήσει και αναγκαστήκαμε να ζούμε από το μισθό μου. Δεύτερο παιδί ήταν αδύνατον να αποκτήσουμε, καθώς μόλις και μετά βίας ήμασταν σε θέση να καλύπτουμε τα απαραίτητα για τη φροντίδα και την ένδυση της χαριτωμένης νηπιακής Αυτού Μεγαλειότητας. Μάθαμε σιγά σιγά να απομακρυνόμαστε διακριτικά απ' ό,τι κάποτε ήταν ιερό οικείο πάθος, και αυτή η απεξάρτηση, αυτός ο περιορισμός και η προσοχή, με απομόνωσαν εσωτερικά και με αποξένωσαν όχι μόνο από τη γυναίκα μου, αλλά και απ' όλες τις γυναίκες. Είναι φρικτό όταν ο πόθος τσακίζεται και εξαϋλώνεται αντί να ολοκληρώνεται. Τότε θέλει να σκοτώσει, αφού δεν μπορεί να δώσει άλλη ζωή. Και όταν δεν καταστρέφει, αλλά ούτε και καταστρέφεται, μετατρέπεται σε πλανεμένο απομεινάρι της ίδιας του της υπερβολής, σ' ένα μείγμα μίσους και κουρασμένης τρυφερότητας.”

Ένα ερωτικό τρίγωνο βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας που περιγράφει ο Έσελ. Ο νεαρός Βέντελιν, κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, καταγόμενος από αριστοκρατική οικογένεια της επαρχίας, αδυνατώντας να βρει μια μόνιμη εργασία ανάλογη της θέσεώς του, ετοιμάζεται να επιστρέψει στην πατρική γη. Γυναίκες και άντρες των κοσμικών κύκλων είχαν υποκύψει στη γοητεία του· όπως εξάλλου του είχαν πει: “το επάγγελμά του ήταν να είναι όμορφος” και έτσι περιέφερε την ύπαρξή του από πάρτι σε πάρτι και από νυκτερινό κέντρο σε καφέ. Αυτός όμως ο τόσο θελκτικός νεαρός, είχε μαγευτεί από την Καρόλα, την σύζυγο του καλύτερού του φίλου, καθηγητή φιλολογίας, Κλέμενς Κέστνερ. Η Καρόλα που ασφυκτιά μέσα στον γάμο της, έχοντας ουσιαστικά αναθέσει τη φροντίδα του παιδιού της στην αδερφή της, από τη μια επιθυμεί διακαώς να ξεφύγει κάνοντας ένα ταξίδι στο εξωτερικό, από την άλλη δεν μπορεί να εγκαταλείψει το παιδί της. Υπόσχεται στον αφελή Βέντελιν αυτό το ταξίδι και την επόμενη ώρα, χαριεντίζεται με έναν πάμπλουτο τραπεζίτη, που την κερνάει και την περιφέρει δεξιά κι αριστερά παρέα με την ερωμένη του. Ο Κλέμενς αντιμετωπίζει καρτερικά την όλη κατάσταση, προσπαθώντας να δει με καθαρό μάτι τα γεγονότα και αποδεχόμενος ότι δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας παρά μόνο, αφήνοντας την Καρόλα, να κινείται ελεύθερα.

Γύρω τους διάφοροι τύποι μποέμ, ξεπεσμένες δούκισες και δούκες, κοσμικοί, καλλιτεχνίζοντες και τυχοδιώκτες που ψάχνουν κάθε βράδυ που θα πάνε να διασκεδάσουν, σε ποιο σπίτι γίνεται πάρτι, ποιο καμπαρέ θα επισκεφθούν. Οι περισσότεροι άνεργοι, σχεδόν διαβιούν όπως όπως μέσα στην οικονομική κρίση. Κανείς τους δεν αναρωτιέται για το αύριο, κανείς τους δεν βλέπει αυτό που έρχεται, παρά μόνο ο ιδιόρρυθμος αλλά ψύχραιμος Κλέμενς παρατηρεί τον κόσμο της καθημερινότητας και τον περιγράφει στον εμβρόντητο και αφελή Βέντελιν.

Η νουβέλα του Hessel, εκτυλίσσεται μέσα σε ένα ξέφρενο 24ωρο. Ο συγγραφέας μεταφέρει εξαιρετικά σε 13 “επεισόδια”, την ατμόσφαιρα του μποέμ Βερολίνου και με ολοζώντανες εικόνες παρασύρει τον αναγνώστη σ' αυτόν το γκροτέσκο γαϊτανάκι των διαψευσμένων ελπίδων, των υποσχέσεων και της χωρίς όρια διασκέδασης. Το Βερολίνο μέσα από την γραφή του Έσελ αποκαλύπτεται ως μια πόλη με δύο πρόσωπα. Από τη μια η γκρίζα και σπαρασσόμενη πόλη της κρίσης, της φτώχειας και της επερχόμενης εθνικοσοσιαλιστικής θύελλας, από την άλλη το Βερολίνο της διασκέδασης, του έρωτα και της αποπλάνησης. Μεστό και περιεκτικό ύφος, ειρωνεία και σαρκασμός, δύναμη στον λόγο χαρακτηρίζουν το βιβλίο και μας αποκαλύπτουν έναν υπέροχο συγγραφέα (με μια πολύ ταραγμένη και ενδιαφέρουσα ζωή), τον οποίο προσωπικά αγνοούσα.

“Όμως δεν θα έπρεπε να συνταξιδεύουμε με γυναίκες, αλλά να τις συναντούμε σε όμορφους σταθμούς, τις πιο εξαίσιες να τις βρίσκουμε στον προορισμό μας, εκεί που βασιλεύει η γαλήνη, η υπέροχη, φαινομενική γαλήνη· την Κίρκη στο απομακρυσμένο νησί, την Καλυψώ στο ιερό σπήλαιο, την Πηνελόπη με την επιστροφή στην πατρίδα.”

Όπως γράφει ο μεταφραστής στο εξαιρετικό επίμετρό του, ο Franz Hessel (πατέρας του γηραιού κυρίου Στεφάν Εσέλ που πριν λίγα χρόνια εντυπωσίασε με την μπροσούρα του “Αγανακτήστε” την Γαλλία), έγινε γνωστός στην Γερμανία του Μεσοπολέμου ως μεταφραστής, ποιητής και χρονικογράφος του Βερολίνου. Ανήκε στην λογοτεχνική παρέα των Βάλτερ Μπένγιαμιν (με τον οποίο ήταν επιστήθιος φίλος), Ζίγκφριντ Κρακάουερ και Σεμπάστιαν Χάφνερ. Πέθανε αυτοεξόριστος σε ένα καταυλισμό προσφύγων στη Νότια Γαλλία το 1941, όπου ήταν έγκλειστος για δύο μήνες μαζί με άλλους Γερμανούς διαννοούμενους και συγγραφείς (Τσβάιχ, Μαν, Ροτ) για να γλυτώσει από τους Ναζί.

Λησμονήθηκε σχεδόν αμέσως λογοτεχνικά αλλά η μεταφορά του βιβλίου του Ανρι-Πιερ Ροσέ, “Ζιλ και Τζιμ” στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τριφό το 1962 τον επανέφερε στο προσκήνιο. Η νουβέλα (και αντίστοιχα η ταινία) στηρίζεται σε αληθινά περιστατικά και εξιστορεί τις περιπέτειες ενός ερωτικού τριγώνου, όπου ο Ζιλ είναι ο Hessel, η Κατρίν είναι η σύζυγος του Έλεν και ο Ζιμ είναι ο Ροσέ. Ο Ροσέ (που ήταν ο καλύτερος φίλος του Έσελ) και η Έλεν ήταν εραστές πριν τον γάμο της με τον Έσελ, και παρέμειναν καθ' όλη τη διάρκειά του κοινού τους βίου, ακολουθούν δε τον Ροσέ στο Παρίσι, όπου ο Έσελ αδυνατεί να προσαρμοστεί και γυρίζει στο Βερολίνο χάνοντας οριστικά την Έλεν. Ουσιαστικά λοιπόν ο Hessel γράφοντας το “Απόκρυφο Βερολίνο” το 1927, μεταφέρει εμμέσως την ιστορία αυτού του ερωτικού τριγώνου, δίνοντάς της όμως διαφορετικό φινάλε.




 
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017
posted by Librofilo at Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017 | Permalink
Perfidia
 Νέα τετραλογία του Λος Άντζελες για τον σπουδαίο Αμερικανό συγγραφέα, James Ellroy (Λος Άντζελες, 1948), με το ογκώδες  και υπέροχο μυθιστόρημα "Perfidia" (εκδ. Κλειδάριθμος,  σελ.1022, μετάφρ. Α.Αποστολίδης), να αποτελεί το πρώτο βιβλίο της σειράς.  Τα γνώριμα θέματα του συγγραφέα επανέρχονται με δυναμικό και αφοπλιστικό τρόπο, στην πόλη που περιγράφει καλύτερα από όλους, και σε μια εποχή που τον εμπνέει για εξαιρετικά σαγηνευτικές σελίδες.

Λος Άντζελες, Δεκέμβριος 1941, μια ημέρα πριν την επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ, μια τετραμελής οικογένεια Αμερικανοιαπώνων, βρίσκονται σφαγιασμένοι μέσα στο σπίτι τους σε μια περιοχή κοντά στον αυτοκινητόδρομο. Στην αρχή πιστεύεται ότι πρόκειται περί μαζικής αυτοκτονίας με τον παραδοσιακό τρόπο ("σεπούκου) αλλά μετά από λίγες ώρες οι αστυνομικοί διαπιστώνουν ότι πρόκειται περί μιας στυγερής δολοφονίας. Δύο αστυνομικοί ικανότατοι αλλά σκληροί ανταγωνιστές για την μελλοντική ανάληψη της αρχηγίας στην Αστυνομία, ο Ουίλ Πάρκερ και ο Ντάντ Σμιθ προσπαθούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο να επιλύσουν τον γρίφο. Πολύτιμος βοηθός του πρώτου είναι ο Χιντέο Ασίντα, Χημικός με διδακτορικό από τα 22 του, ο οποίος εργάζεται στο Εγκληματολογικό τμήμα, και που αισθάνεται περισσότερο Αμερικανός παρά Ιάπωνας.

Την επομένη γίνεται η επίθεση στην βάση του Περλ Χάρμπορ, η αναπόφευκτη είσοδος των Η.Π.Α στον Β Παγκόσμιο πόλεμο και το πρώτο από τα άμεσα μέτρα που επιβάλλονται είναι ο εγκλεισμός των κατοίκων Ιαπωνικής καταγωγής στις φυλακές. Ο πολεμικός πυρετός έχει κυριεύσει την πόλη, και αυτό δίνει αφορμή για συμπλοκές μεταξύ συμμοριών, κλοπές χρηματαποστολών, εν ψυχρώ δολοφονίες Ιαπώνων. Η νεαρή διανοούμενη Κέι Λέικ αφού απορρίπτεται λόγω "αριστερού" παρελθόντος από την κατάταξη στον στρατό, ψάχνει αφορμή να εμπλακεί ενεργά στην δράση. Θα γνωρίσει τον Ουίλ Πάρκερ που θα προσπαθήσει να την χρησιμοποιήσει ως "δούρειο ίππο" σε μια φιλοκομμουνιστική οργάνωση που δραστηριοποιείται υπέρ της ειρήνης στο Λος Άντζελες.
Αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι, θα εμπλακούν σε ένα γαϊτανάκι εγκλημάτων, διαπλοκής, εξουσίας, έρωτα για σχεδόν ένα μήνα.

Ο αστυνόμος Ουίλ "ουίσκι" Πάρκερ. Ηθικολόγος, εμμονικός,  αδίστακτος και σκληρός, φανατικά θρησκόληπτος καθολικός, με ένοχο παρελθόν, αλκοολικός και ερωτευμένος με μια κοκκινομάλλα που δεν ξέρει καν ποια είναι (και η οποία φέρει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της μητέρας του συγγραφέα-άλλη μια εμμονή). Φιλόδοξος και επίμονος, θέλει να γίνει αρχηγός της αστυνομίας του Λος Άντζελες και μετά ίσως κυβερνήτης. Έχει στενούς φίλους αλλά και φανατικούς αντιπάλους. Προσπαθεί χωρίς επιτυχία να καταπολεμήσει τον αλκοολισμό του και βλέπει σιγά σιγά να υποκύπτει στην γοητεία της Κέι Λέικ. Είναι πραγματικός χαρακτήρας και ο Ελρόι τον εμφανίζει και στα μυθιστορήματα «Λος Άντζελες εμπιστευτικό» και «Λευκή Τζαζ».

Η Κέι Λέικ, αδίστακτη, όμορφη και ασυγκράτητη, χωριατοκόριτσο που ήρθε στο Λ.Α. να καταταγεί στον στρατό ή οπουδήποτε φοράνε στολή. Εξάλλου έχει αδυναμία στους ένστολους, στους σκληρούς και αδίστακτους τύπους, στους πυγμάχους και στους ατίθασους σαν κι αυτήν, το δε πραγματικό αντικείμενο του πόθου της είναι ο πυγμάχος Μπάκι Μπλάιχαρτ. Συζεί με τον αστυνόμο Λι Μπλασάρντ, πρώην πυγμάχο που δεν χαρακτηρίζεται από την εξυπνάδα του. Δεν έχουν σχέσεις και εκείνη την πέφτει δεξιά κι αριστερά. Θα γίνει χαφιές του Ουίλ Πάρκερ και σε λίγο θα τον έχει του χεριού της όπως και τον πανέξυπνο χημικό Χιντέο Ασίντα. Εμφανίζεται και στο μυθιστόρημα «Μαύρη Ντάλια».

Ο Χιντέο Ασίντα είναι Ιάπωνας που δουλεύει για το Εγκληματολογικό τμήμα του Λος Άντζελες. Κρυπτομοφυλόφιλος, από μικρός ερωτευμένος με τον πυγμάχο Μπάκι Μπλάιχαρτ. Η ζωή του μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ έχει γίνει κόλαση. Στον δρόμο τον φτύνουν και τον προπηλακίζουν, οι συμπατριώτες του φυλακίζονται και συνειδητοποιεί ότι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έρχεται και η δική του η σειρά. Αλλά στην Αστυνομία τον εκτιμούν και τον χρειάζονται, είναι ο μόνος που δουλεύει μεθοδικά και με σύστημα. Ταλαντεύεται μεταξύ του Ουίλ Πάρκερ που τον εκτιμάει και τον σέβεται, ενώ τον προστατεύει όπως μπορεί και του Αρχιφύλακα Ντάντλει Σμιθ, που του υπόσχεται ισχυρή προστασία αν πάει με τα δικά του νερά. Εμφανίζεται και στο μυθιστόρημα «Μαύρη Ντάλια» χωρίς μεγάλη σημασία.

Ο Ντάντλει Σμιθ, ο Ιρλανδός καθολικός που ήρθε από το Δουβλίνο στο Λος Άντζελες με βαρύ παρελθόν και ανέβηκε στην ιεραρχία της Αστυνομίας με όπλο του την σκληρότητα αλλά και την καλή αντίληψη των καταστάσεων. Συνεχώς σαλεμένος και άγριος, πορνολάγνος και  διεφθαρμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, αλλά ικανότατος σε ότι αναλαμβάνει. Καταναλώνει μπεζεντρίνες  για να κρατιέται όρθιος, κάνει συμμαχίες με τον υπόκοσμο, τους Κινέζους, την Δημοτική Αρχή, το FBI. Είναι ο μεγάλος αντίπαλος του Ουίλ Πάρκερ για την αρχηγία της Αστυνομίας και θα χρησιμοποιήσει όλα του τα όπλα και κάθε μέσον για να τα καταφέρει. Πανέξυπνος έχει πάντα την πιο γρήγορη λύση για όλα χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες και τους νεκρούς που θα αφήσει πίσω του. Έχει εμμονή με την Μπέτι Ντέηβις με την οποία συνάπτει μια σύντομη ερωτική σχέση που θα τον σημαδέψει.  Ερωτευμένος με την Μπέτι Ντέηβις με την οποία θα έχει ερωτική σχέση. Η μεγάλη έκπληξη είναι ότι ο Ντάντλει Σμιθ είναι ο πατέρας της Ελίζαμπεθ Σορτ, της περίφημης «Μαύρης Ντάλιας», η οποία στο βιβλίο θα επισκεφθεί για πρώτη φορά το Λος Άντζελες.


Γύρω από τους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος, πραγματικούς και κατασκευασμένους από την πένα του Ellroy, βρίσκουμε δεκάδες χαρακτήρες που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην λαβυρινθώδη δομή του μυθιστορήματος. Όλοι στα όρια, σε συνεχή ένταση, , τρελαμένοι και παρανοϊκοί αστυνόμοι με δολοφονικές τάσεις, δημοσιογράφοι που πληρώνονται από τον Χιρστ και κάνουν κάθε είδους διευκολύνσεις, χειρουργοί που κάνουν πειράματα ευγονικής, πολιτικοί που πληρώνουν πόρνες, διεφθαρμένοι και σεξομανείς δημοτικοί άρχοντες και λειτουργοί. Την ίδια ώρα, λαμβάνουν χώρα κατασκευαστικά σχέδια γύρω από τον αυτοκινητόδρομο, προσπάθεια κυριαρχίας στην πόλη, η Κινέζικη μαφία που επιτέλους παίρνει την εκδίκησή της από τους Ιάπωνες, υποβρύχια Ιαπωνικά να πλησιάζουν τις ακτές και άμοιροι ασιάτες να φυλακίζονται ή να δολοφονούνται λόγω καταγωγής.

"Ανάμνηση
Πριν ογδόντα πέντε χρόνια περιπλανήθηκα σε μια πεδιάδα εν μέσω χιονοθύελλας. Το κρύο με μάγευε, τότε και τώρα. Έζησα περισσότερο απ'όσο μου αναλογεί και συνειδητοποιώ ότι φοβάμαι τον θάνατο. Δεν επιθυμώ πλέον τις καταιγίδες όπως κάποτε. Πρέπει να θυμάμαι με ακόμα μεγαλύτερο μένος.
Ήταν μια έξαψη που παραμένει ως σήμερα. Όσο ξαναζώ αυτή την ιστορία, δεν πρόκειται να πεθάνω. Επιστρέφω στο Τότε για να κερδίσω στιγμές στο Τώρα.
Είκοσι τρεις μέρες.
Αιματηρό λιβελογράφημα.
Ένας αστυνομικός χτυπάει την πόρτα μιας νεαρής γυναίκας. Ανεμίζουν σημαίες δολοφόνων. 
Είκοσι τρεις μέρες.
Αυτή η καταιγίδα.
Ανάμνηση."

Ο Ellroy με τη νέα τετραλογία του Λος Άντζελες - την δεύτερη μετά την τόσο επιτυχημένη πρώτη, που περιλαμβάνει, τα εμβληματικά του μυθιστορήματα, "Μαύρη ντάλια", "Το μεγάλο πουθενά", "Λος Άντζελες, εμπιστευτικόν" και "Λευκή τζαζ", κάνει ένα φλας μπακ στον χρόνο και ξεκινάει την δράση την δεκαετία του 1940, τα χρόνια που διαμόρφωσαν κάποιους από τους κεντρικούς χαρακτήρες της πρώτης τετραλογίας. Το "Perfidia" αποτελεί το πρώτο μέρος αυτής της νέας σειράς μυθιστορημάτων και έχει το δικό του ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους λάτρεις του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα, αλλά και για αυτούς που δεν έχουν ξαναδιαβάσει βιβλίο του Ellroy.

Όπως γράφει και ο εξαίρετος μεταφραστής του Ellroy, Ανδρέας Αποστολίδης στο θαυμάσιο επίμετρο που συνοδεύει το βιβλίο, ο συγγραφέας κάνει ένα πείραμα που μοιάζει με τα σύγχρονα τηλεοπτικά εγχειρήματα των δημοφιλών ποιοτικών σειρών, όπως το ασυναγώνιστο "Breaking Bad", όπου ένας από τους πλέον διακριτούς χαρακτήρες, πρωταγωνιστεί σε ένα είδος prequel της σειράς, στο υπέροχο "Better call Saul", έτσι κι εδώ η Κέι Λέικ, ένα διακριτό και σημαντικό πρόσωπο αλλά όχι πρωταγωνίστρια της πρώτης τετραλογίας, αποτελεί στο Perfidia τον συνεκτικό κρίκο μεταξύ των δύο συνεχειών. Η Κέι Λέικ, αγαπημένη ηρωίδα του Ellroy, είναι το άτομο που το ημερολόγιο της διαβάζουμε στο Perfidia, η πρωτοπρόσωπη γραφή της εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του υπόλοιπου μυθιστορήματος, η τεχνική του οποίου αναλύεται ενδελεχώς από τον Αποστολίδη στο επίμετρο που αναφέρω παραπάνω.


Ο συγγραφέας δεν αθωώνει, ούτε εξαγνίζει κανέναν από τους ήρωές του. Όλοι αντιφατικοί και ικανοί για αγάπη αλλά και προδοσία, αφοσίωση και σπιουνιά, έγκλημα αλλά και καλοσύνη. Ο Ellroy περιγράφει τα φιλοναζιστικά αισθήματα ενός μεγάλου κομματιού των δυνάμεων ασφαλείας των ΗΠΑ, που δεν εκδηλώθηκαν ποτέ επειδή υπερίσχυσε η αγάπη προς την πατρίδα, τον περίεργο ρόλο της εκκλησίας και του Χόλιγουντ.
Εξαιρετικός στην δημιουργία αγχώδους και ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας, ο Ellroy παρασέρνει τον αναγνώστη του σε ένα αλησμόνητο ταξίδι όπου τα συναισθήματα εναλλάσσονται, την βία και την φρίκη διαδέχονται το χιούμορ και η άφθαστη ειρωνεία της αφήγησης, ενώ οι εικόνες που μεταφέρονται είναι ολοζώντανες και ιδιαίτερα θεαματικές.

Είναι όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας, ένα βιβλίο που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, όπως σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα αυτού του ιδιοφυούς δημιουργού. Εμπεριέχει όλες τις εμμονές του, την Μαύρη ντάλια (παντού και πάντα στα βιβλία του), το δημοφιλές τραγούδι Perfidia (που δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα), την οικογένεια Κένεντι με τον νεαρό τότε Τζον να είναι ήδη περιβόητος για την σεξουαλική του μανία, τα σκάνδαλα και τα κουτσομπολιά του Χόλιγουντ που αποτελούν μέρος της μυθολογίας του Λος Άντζελες, την (πολλές φορές ακατανόητη) βία, την μέχρι πορνογραφίας περιγραφή των εγκλημάτων, τις μικρές προτάσεις, τον στακάτο διάλογο, τον ρομαντισμό των σκληρών ανδρών και την έλξη των γυναικών προς αυτούς, τον σεξισμό που είναι διάχυτος και για τον οποίο συνεχώς κατηγορείται ο συγγραφέας, τον έντονο αντικομμουνισμό που είναι κι εδώ έντονος, είναι όμως τέτοια η γοητεία της γραφής του που τα συγχωρείς όλα και αφήνεσαι σε αυτό το εκπληκτικό page-turner που είναι τέτοια η επήρειά του που συνοδεύει ακόμα και τον ύπνο σου.