Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2017 | Permalink
Ο Στόουνερ
Εάν προσπαθήσεις να εξηγήσεις σε κάποιον που δεν ξέρει τίποτα για το μυθιστόρημα του John Williams (Η.Π.Α., 1922-1974), “Ο ΣΤΟΟΥΝΕΡ”, την ιστορία/την υπόθεση του βιβλίου, αποκλείεται να συνειδητοποιήσει το πόσο συναρπαστική μπορεί να είναι, η περιγραφή της ζωής ενός βοηθού καθηγητή σε ένα περιφερειακό (επαρχιακό) πανεπιστήμιο των Η.Π.Α., ο οποίος μάλιστα όλα τα χρόνια της ζωής του δεν απομακρύνθηκε παρά ελάχιστες φορές από το πανεπιστημιακό κάμπους.

Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου (εκδ. Gutenberg, μετάφρ. Αθ. Δημητριάδου, σελ. 409), περιγράφονται λίγο-πολύ όλα:
Ο Γουίλιαμ Στόουνερ γράφτηκε στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου του Μιζούρι το 1910, σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Οκτώ χρόνια αργότερα, ότον ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωσή του, έπαιρνε το διδακτορικό του δίπλωμα και γινόταν μέλος του διδακτικού προσωπικού στο ίδιο πανεπιστήμιο, όπου δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, το 1956. Δεν έφτασε πιο πάνω από τον βαθμό του επίκουρου καθηγητή και ελάχιστοι φοιτητές, απ' αυτούς που είχαν παρακολουθήσει τα μαθήματά του, διατηρούσαν σαφή εικόνα του...
Αν τύχει και κάποιος φοιτητής συναντήσει το όνομα Γουίλιαμ Στόουνερ, ενδέχεται να αναρωτηθεί γενικά και αόριστα ποιός να ήταν αυτός· η περιέργειά του πάντως σπάνια θα ξεπεράσει το επίπεδο της απλής ερώτησης. Οι συνάδελφοι τού Στόουνερ, οι οποίοι δεν του είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση όσο ζούσε, τώρα πια τον αναφέρουν σπανίως· στους μεγαλύτερους το όνομά του λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου για όλους τέλους, για τους νεότερους είναι απλώς ένας ήχος που δεν ανακαλεί τίποτε από το παρελθόν ούτε τους θυμίζει κάποιον που είχε σχέση με τους ίδιους ή την σταδιοδρομία τους.”



Τι είναι λοιπόν, το “Στόουνερ”, το βιβλίο που έχει γοητεύσει όσους το διάβασαν;  Μυθιστόρημα μαθητείας και campus novel αλλά και υπαρξιακό μυθιστόρημα, όπου και να το κατατάξεις, δεν πέφτεις έξω. Ο Τζον Γουίλιαμς, τον οποίον δυστυχώς αγνοούσα, κατορθώνει κάτι που (τουλάχιστον στα δικά μου μάτια) δείχνει ακατόρθωτο: να καθηλώσει τον αναγνώστη με μια (φαινομενικά) απλή αφήγηση, δίχως γλωσσικές πρωτοτυπίες και μοντερνισμούς, περιγράφοντας τη ζωή ενός ανθρώπου που ουσιαστικά περνάει απαρατήρητος, με ένα επάγγελμα που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί βαρετό, και με μια οικογενειακή ζωή θλιβερή και χωρίς συναίσθημα. Κι όμως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου μετατρέπεται χάρη στην ικανότητα του συγγραφέα σε μια μοναδική εμπειρία λογοτεχνικής απόλαυσης, απλά εξιστορώντας την τραγικότητα της ύπαρξης ενός ανθρώπου που πορεύτηκε σύμφωνα με το όραμά του – όποιο κι αν ήταν αυτό.

Ο Γουίλιαμ Στόουνερ, μοναχοπαίδι αγροτών, μεγαλώνει δουλεύοντας στην οικογενειακή φάρμα, χωρίς να έχει ιδιαίτερες βλέψεις για κάτι διαφορετικό. Ο πατέρας του τον στέλνει να σπουδάσει στη Γεωπονική σχολή του πανεπιστημίου της Κολόμπια Μιζούρι, όπου ο νεαρός φιλοξενείται σε μια φιλική οικογένεια, δουλεύοντας για εκείνους (ουσιαστικά τον εκμεταλλεύονταν), και ταυτόχρονα σπουδάζοντας. Ψηλός, ξανθός και άγαρμπος, ντυμένος με τα ίδια ρούχα συνεχώς, ο Γουίλιαμ, μια αδιάφορη και απλά συμπαθητική φιγούρα στη σχολή του, απλά περνούσε τα μαθήματα χωρίς ιδιαίτερη έφεση.
Όμως στο δεύτερο έτος, όλα άλλαξαν, με έναν μοιραίο τρόπο. Στο μάθημα επιλογής “Επισκόπηση της Αγγλικής λογοτεχνίας”, η διδασκαλία ενός γηραιού καθηγητή πάνω σε ένα σονέτο του Σέξπιρ, του αλλάζει τη ζωή. Ένα σονέτο που μιλάει για την χαμένη νιότη, για την φθορά “καθένας αγαπά διπλά ό,τι γοργά θα χάσει”, κάνει τον Γουίλιαμ να μη θέλει να ασχοληθεί με τίποτα άλλο στη ζωή του αφιερώνοντας στη λογοτεχνία το υπόλοιπο της ζωής του. Τάχιστα, εγκαταλείπει την Γεωπονική, για να σπουδάσει Φιλολογία, μελετώντας συνεχώς λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως την ιστορικότητά τους, τις πηγές της Αγγλικής λογοτεχνίας στη μεσαιωνική και αρχαία γραμματεία.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, θα κάνει παρέα (όχι κολλητή, αλλά για τα μέτρα του λίγο απρόσιτου Γουίλιαμ, έτσι δείχνει), με δύο συμφοιτητές του, τον Μάστερς και τον Φιντς. Σε μια κουβέντα μάλιστα, πάνω από μερικές μπίρες, ο Μάστερς θα προβεί σε μια ξαφνική ψυχογραφία του Στόουνερ, απόλυτα ακριβή και καίρια. Οι δύο φίλοι του θα καταταχθούν, καθώς οι ΗΠΑ, μπαίνουν στον Α Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ ο ήρωάς μας, θα αποφασίσει να μη πάει αφοσιωμένος στις σπουδές του. Ο Μάστερς θα σκοτωθεί σχεδόν αμέσως, ο Φιντς θα επιστρέψει και θα είναι πάντα δίπλα στον Στόουνερ, στηρίζοντας τον.


"Ποιος είσαι εσύ; Ένα απλό παιδί της γης όπως προσποιείσαι στον εαυτό σου; Α μπα. Είσαι κι εσύ από τους ανάπηρους - εσύ είσαι ο ονειροπόλος, ο τρελός σ' έναν πιο τρελό κόσμο, ο δικός μας, ο μεσοδυτικός Δον Κιχώτης χωρίς τον Σάντσο του, που διασκεδάζει κάτω από τον γαλανό ουρανό. Είσαι αρκετά έξυπνος - οπωσδήποτε πιο έξυπνος από τον κοινό μας φίλο. Έχεις όμως το μίασμα, την παλιά αναπηρία. Εσύ νομίζεις ότι εδώ υπάρχει κάτι, κάτι που, αν ψάξεις, θα το βρεις. Τέλος πάντων, μέσα στον κόσμο θα το μάθαινες γρήγορα το μάθημά σου. Κι εσύ είσαι φτιαγμένος για να αποτύχεις, όχι πως εσύ θα κονταροχτυπηθείς με τον κόσμο. Θα τον αφήσεις να σε μασήσει και να σε φτύσει και θ'απομείνεις να σκέφτεσαι τι πήγε στραβά. Γιατί πάντα θα πιστεύεις ότι ο κόσμος ήταν κάτι που δεν ήταν, κάτι που δεν είχε καμιά επιθυμία να είναι. Το σκαθάρι στο μπαμπάκι, η κάμπια στη φασολιά, το σκουλήκι στο καλαμπόκι. Ούτε να τα αντιμετωπίσεις ούτε να αναμετρηθείς μαζί τους θα μπορέσεις· γιατί είσαι πολύ αδύνμαος, αλλά ταυτόχρονα πολύ δυνατός. Και δεν έχεις που να πας μέσα στον κόσμο."

Τελειώνοντας τις σπουδές, ο καθηγητής του, τού προσφέρει μια θέση βοηθού στο πανεπιστήμιο κι εκείνος δέχεται. Έχει αποφασίσει ότι εκεί ανήκει, και η επιθυμία του να γίνει καλός δάσκαλος, βαραίνει πάνω απ' όλα. Άπειρος καθώς είναι στα ερωτικά θέματα, ερωτεύεται μια νεαρή κοπέλα καλής οικογένειας, με το που την βλέπει σε μια εκδήλωση. Η Ίντιθ θα δεχτεί να γίνει σύζυγός του, χωρίς κι εκείνη, να έχει συνειδητοποιήσει τι σημαίνει αυτό. Η κοινή τους ζωή θα είναι μια κόλαση για τον Γουίλιαμ, καθώς η Ίντιθ είναι μια γυναίκα που ζει μαζί του σαν να θέλει να τον εκδικηθεί για κάτι που της στέρησε. Ακόμα και η εγκυμοσύνη της (μετά από την σφοδρή επιθυμία της να αποκτήσουν παιδί), δεν θα την αλλάξει, μάλλον θα κάνει χειρότερα τα πράγματα. Θα γεννηθεί ένα κοριτσάκι, η Γκρέις, στο οποίο ο Γουίλιαμ θα εκδηλώσει όλη την καταπιεσμένη τρυφερότητά του, αλλά μετά τον θάνατό του πατέρα της Ίντιθ, εκείνη θα ρίξει όλο της το βάρος στην ανατροφή της κόρης της, θεωρώντας ότι είναι υπέρ το δέον μελαγχολική, απομονώνοντάς τον από το πλάσμα που λάτρευε περισσότερο από όλους. Ο ακήρυχτος πόλεμος εντός της οικογενειακής εστίας θα συνεχιστεί, και η απομόνωση του Γουίλιαμ θα γίνει εντονότερη, καθώς η Ίντιθ θα τον περιορίσει σε ένα παγωμένο δωμάτιο, καταλαμβάνοντας ακόμα και το γραφείο του.

Ο Στόουνερ θα δεχτεί μοιρολατρικά την κατάστασή του, μη κάνοντας κάτι για να την αλλάξει. Θα παλέψει όμως σκληρά για το τμήμα του, και την επιστήμη του, καθώς έρχεται σε διάσταση με τον Λόμαξ, τον νέο πρόεδρο του τμήματος της Αγγλικής Φιλολογίας, έναν σκοτεινό άνθρωπο (ίσως τον πιο πολύπλοκο χαρακτήρα του βιβλίου), πολύ κοντό και με σώμα παραμορφωμένο αλλά με γοητευτικό πρόσωπο. Οι δυο τους θα συγκρουστούν για πολλά θέματα, αφορμή δε για την βαθύτερη διάστασή τους, θα αποτελέσει, η απόρριψη από τον Στόουνερ ενός φοιτητή με κινητικά προβλήματα, ο οποίος ήταν υπό την προστασία του Λόμαξ. Η ερωτική του σχέση με την Κάθριν, μια νεαρή φοιτήτρια, θα έχει ένταση και πάθος πρωτόγνωρο για εκείνον, αλλά και πίκρα και απογοήτευση. Ο Στόουνερ θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του διδάσκοντας, ερχόμενος διαρκώς σε σύγκρουση με τον Λόμαξ.

“Είχε φτάσει πια σ'αυτή την ηλικία που άρχιζε να τον απασχολεί, όλο και πιο έντονα, ένα ερώτημα τόσο συνταρακτικά απλό, ώστε δεν είχε τον τρόπο να το αντιμετωπίσει. Έπιανε τον εαυτό του να αναρωτιέται αν άξιζε η ζωή που ζούσε· όχι μόνο τώρα, αλλά και στο παρελθόν. Είχε την υποψία ότι το ερώτημα αυτό το αντιμετώπιζαν όλοι οι άντρες σε κάποια φάση της ζωής τους· η απορία του ήταν αν ερχόταν σε όλους με την ίδια απρόσωπη βία που είχε έρθει σ'εκείνον. Το ερώτημα  κουβαλούσε μια θλίψη, ήταν όμως μια γενικευμένη θλίψη, η οποία (κατά τη γνώμη του) ελάχιστη σχέση είχε με τον ίδιο ή με τη συγκεκριμένη, τη δική του τη μοίρα· δεν ήταν καν βέβαιος αν το ερώτημα είχε προκύψει από τις πιο άμεσες και εμφανείς αιτίες, από το πως είχε εξελιχτεί η ζωή του. Είχε προέλθει, πίστευε, από τη συσσώρευση των χρόνων πάνω του, από τη μάζα τού απρόβλεπτου και των περιστάσεων και από τα όσα είχε συναγάγει με τον καιρό απ' όλα αυτά. Το ενδεχόμενο ότι οι λίγες γνώσεις που είχε καταφέρει να αποκτήσει τον είχαν οδηγήσει σ'αυτή τη γνώση, του προκαλούσε μια ευχαρίστηση άγρια, γεμάτη σαρκασμό: ότι, μακροπρόθεσμα, τα πάντα, ακόμη και οι γνώσεις που του το είχαν διδάξει αυτό, ήταν μάταια και κενά, και τελικά εκμηδενίζονταν σε μια ανυπαρξία, την οποία διόλου δεν επηρέαζαν.”

Την ζωή μας την καθορίζουν οι επιλογές μας. Επιλογές που πολλές φορές γίνονται σε χρόνο μηδέν, χωρίς να σκεφτούμε τις συνέπειες, επιλογές που την δεδομένη χρονική στιγμή, μας φαίνονται σωστές και παρά τις όποιες δεύτερες σκέψεις αποφασίζουμε να ακολουθήσουμε. Η καθοριστική στιγμή στη ζωή του Στόουνερ ήταν, όταν αποφάσισε να αλλάξει τις σπουδές του και να ασχοληθεί με την Φιλολογία ερχόμενος σε ρήξη με τη μοίρα του – ας μη το λησμονούμε, ήταν αγρότης (και προορισμένος γι'αυτό) από τη μέρα που γεννήθηκε. Υπήρξαν και άλλες κρίσιμες επιλογές, άλλες αποδείχθηκαν επιτυχημένες, άλλες απέτυχαν παταγωδώς. Η επιλογή του να μη πάει στον πόλεμο, η επιλογή της Ίντιθ που σημάδεψε τη ζωή του, η επιλογή του να πάει κόντρα στον Λόμαξ και να μη φερθεί διπλωματικά, επηρεάζοντας την καριέρα του, η επιλογή του, να αφήσει την κόρη του που λάτρευε, στα χέρια της συζύγου του, γνωρίζοντας ότι την χάνει για πάντα, η επιλογή του να τερματίσει την ερωτική του σχέση, αποδεχόμενος την ήττα του. Μπορεί κανείς να συζητάει για ώρες, για αυτές τις αποφάσεις – ο συγγραφέας απλά παραθέτει τα γεγονότα, δεν παίρνει θέση, μένει ουδέτερος, αφήνοντας τον ήρωά του, να τον κρίνει ο αναγνώστης.

Τίποτα δεν είναι αφημένο στην τύχη από τον Γουίλιαμς - όλα με ακρίβεια μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Γραμμένο σε γλώσσα φαινομενικά απλή αλλά ουσιαστικά ιδιαίτερα δουλεμένη και σύνθετη, το έξοχο αυτό μυθιστόρημα σε πρώτο επίπεδο, δείχνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Όλοι και όλα παρουσιάζονται στερεοτυπικά αλλά πολύ απέχουν από το να είναι τέτοια. Ο Στόουνερ, όπως υποδηλώνει και η καθόλου τυχαία επιλογή του ονόματός του (stone=πέτρα), είναι ένας μονολιθικός άνθρωπος, που θα παραμείνει πιστός στα θέλω του, και στις επιλογές του, παρουσιαζόμενος ως ήπιος και ενδοτικός, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας μαχητής των ιδεών, που έχει επιλέξει να ακολουθήσει. Η σχέση του με την Ίντιθ, θα φανεί ως μια συνεχής υποχώρηση, είναι όμως τέτοια ή είναι η επιλογή μιας τακτικής, η οποία στο τέλος (στο βαθύ τέλος) θα τον φέρει νικητή; Ο Στόουνερ φαίνεται σαν να αφήνει τους άλλους να τον θεωρούν ως υποψήφιο θύμα, ως έναν άκακο και εύκολο αντίπαλο/ανταγωνιστή, και τότε, εκεί που οι άλλοι δεν το περιμένουν, παρουσιάζεται εμπρός τους με όλα του τα όπλα.


Οι χαρακτήρες του βιβλίου, όλοι ιδιαίτερα ενδιαφέροντες, προκαλούν σε αντιπαραθέσεις και φιλολογικούς διχασμούς. Η Ίντιθ, μια γυναίκα μοχθηρή, που δεν μεγάλωσε ποτέ, παρέμεινε πάντα το κακομαθημένο κορίτσι που δεν απέκτησε αυτά που είχε ονειρευτεί ή περίμενε από τη ζωή. Μεγαλωμένη για να παντρευτεί, έγινε μια απαράδεκτη σύζυγος και μια οικτρά αποτυχημένη μητέρα. Ο Λόμαξ, ο “κακός” του βιβλίου, μια αινιγματική και πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, ο οποίος αντιλαμβάνεται την αξία του Στόουνερ, αλλά επιλέγει να αγωνιστεί εναντίον του, καθηλώνοντάς τον στον βαθμό του επίκουρου καθηγητή για όλη του τη ζωή, επιδιδόμενος σε ένα μπρα-ντε-φερ που θα φθείρει και τους δύο. Ο Γουίλιαμς πηγαίνοντας κόντρα σε ότι αποκαλείται “πολιτική ορθότητα” επιλέγει ως τα πιο αντιπαθητικά πρόσωπα του έργου του, μια γυναίκα και έναν ανάπηρο προκαλώντας αντιδράσεις και διχασμούς.

Το βιβλίο (με το εκπληκτικό και απόλυτα ταιριαστό εξώφυλλο, στην εξαιρετική έκδοση της σειράς Aldina, των εκδόσεων Gutenberg), έχει σελίδες λογοτεχνικής μαγείας και σκηνές άφθαστες. Οι αντιδράσεις των δύο γονιών του, των σκληροτράχηλων αγροτών, όταν μαθαίνουν (πολύ αργά βέβαια) την αλλαγή πορείας στις σπουδές του, ή, κατά την διάρκεια της γαμήλιας τελετής είναι εκπληκτικές. Οι σκηνές στο κάμπους κατά τη διάρκεια της εξέτασης του απορριφθέντα από τον Στόουνερ φοιτητή, παρουσιάζουν την αγωνία ενός ψυχολογικού θρίλερ. Οι σκηνές του έρωτα του Στόουνερ με την Κάθριν είναι τόσο ρομαντικές και ειλικρινείς που συγκινούν τους πάντες, ενώ δεν μπορεί να μείνει κανείς ανεπηρέαστος από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, τον θάνατο του Στόουνερ, τις σκέψεις και τα οράματά του, το ανικανοποίητο της ύπαρξης μέχρι το τέλος, την ανασφάλεια του αν είχε γίνει ένας καλός δάσκαλος. Σελίδες ανθολογίας που κλείνουν το μυθιστόρημα με τον καλύτερο τρόπο.

Είναι ένα μυθιστόρημα, όπου η συγκίνηση έρχεται υποδόρια και αργά, εισχωρεί μέσα σου με έναν ύπουλο τρόπο αφοπλίζοντας τις αντιστάσεις σου, την άνεσή σου. Κλείνοντας το βιβλίο, μια γλυκόπικρη γεύση σού μένει στο στόμα. Σε έχει συναρπάσει κάτι, που υπό άλλες προϋποθέσεις, μπορεί να θεωρούσες κουραστικό ή αδιάφορο, και στο τέλος υποκλίνεσαι στην ικανότητα (στην “μαγκιά”) του Γουίλιαμς, ο οποίος από κάτι τόσο κοινότοπο έβγαλε ένα λογοτεχνικό αριστούργημα.

Την περίεργη διαδρομή του βιβλίου από το 1965 που πρωτοεκδόθηκε μέχρι τις μέρες μας, μπορείτε να την διαβάσετε, στο αντίστοιχο άρθρο της Wikipedia. Πέρασε απαρατήρητο στις ΗΠΑ όταν εκδόθηκε, το “ανακάλυψε” η Ευρώπη και τότε ασχολήθηκαν μαζί του οι Αμερικανοί κριτικοί και το κοινό. Θεωρείται πλέον ως cult αριστούργημα και θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο, με τον βραβευμένο Casey Affleck στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ θα συμμετέχει (ίσως στον ρόλο του πατέρα;) ο Tommy Lee Jones.

Βαθμολογία: 90/100




 
Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2017 | Permalink
Γκαλβέιας και Συνέδριο Λογοτεχνίας
Με δύο εξαιρετικά και πολύ ιδιαίτερα βιβλία, γραμμένα από συγγραφείς οι οποίοι είναι πολύ ψηλά στην εκτίμησή μου, θα ασχοληθεί σήμερα το blog. Το πρώτο βιβλίο, είναι το μυθιστόρημα του υπέροχου Πορτογάλου Jose Luis Peixoto (Γκαλβέιας, 1974), με τίτλο “ΓΚΑΛΒΕΪΑΣ” (“Galveias”), (εκδ. Κέδρος, μετάφρ. Αθ. Ψυλλιά, σελ.303), και το δεύτερο , είναι η νουβέλα του σπουδαίου Αργεντίνου Cesar Aira (Κορονέλ Πρίνγκλες,1949), με τίτλο “ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ” (“El congreso de literatura”), (εκδ. Angelus novus, μετάφρ. Κρ. Ηλιόπουλος, σελ. 99).



Κατ' αρχήν, το “Γκαλβέιας”, ένα μυθιστόρημα που ξεκινάει με έναν μεταφυσικό τρόπο, αλλά συνεχίζεται με το γνώριμο νεορεαλιστικό ύφος του Πεϊσότου, που κατακλύζεται από χιούμορ και τρυφερότητα.

Μια παγωμένη νύχτα του 1984, κοντά στο χωριό Γκαλβέιας (γενέθλιο τόπο του συγγραφέα), πέφτει ένα αντικείμενο, κάτι σαν μετεωρίτης. Οι ήχοι των εκρήξεων που ακολουθούν και η γη που τρέμει, είναι γεγονότα που φέρνουν τρόμο στους κατοίκους, οι οποίοι θα πεταχθούν έξω στους δρόμους όπως-όπως. Όταν τελειώνει ο θόρυβος, θα έρθει η βροχή και αργότερα πολύ κρύο. Εκείνο όμως που μένει στην ατμόσφαιρα είναι η έντονη μυρωδιά του θειαφιού, η οποία κατακλύζει τα πάντα και θα συντροφεύει τους κατοίκους από δω και πέρα.


“Ο αέρας είχε καλυφθεί απο μια συμπαγή μυρωδιά θείου. Η νύχτα η ίδια έμοιαζε να παίρνει σύσταση από το θειάφι, και το χρώμα της από αυτή την άγρια μυρωδιά. Μέσα σ' αυτό το δηλητήριο οι χωρικοί δεν μπόρεσαν να γεμίσουν τα πνευμόνια τους, αλλά με τα νυχτικά ή τις ρόμπες, μισοντυμένοι, απολάμβαναν το κρύο, που είχε ωραία αίσθηση στο δέρμα τους. Είχαν επιβιώσει.”

Ο Πεϊσότου, όμως δεν ασχολείται καθόλου με το αντικείμενο. Διατηρεί την ατμόσφαιρα της απειλής, της ανησυχίας, του φόβου που αιωρείται και εστιάζει την αφήγησή του, στις ζωές των κατοίκων. Σαν να κρατάει μια πανοραμική κάμερα και να κάνει ζουμ μέσα στα σπίτια, παρακολουθεί τις οικογένειες στην καθημερινότητά τους,διότι, μέσα σ'αυτό το πλαίσιο που έχει αλλάξει τις ζωές τους, γίνονται ακόμα βιαιότεροι, ακόμα πιο σκληροτράχηλοι. Οι χωρικοί του Γκαλβέιας είναι άνθρωποι που γίνονται ένα με τη γη τους, βαθιά συντηρητικοί, ορισμένοι δε νομίζεις ότι ζουν σε κάποια ακατάληπτα βάθη του χρόνου.
Ο συγγραφέας με κεφάλαια που περικλείουν μικρές ιστορίες, σαν αυτόνομα διηγήματα, περιγράφει καταστάσεις πίσω από τις κλειστές πόρτες, μικρές οικογενειακές τραγωδίες, ενώ κάποια πρόσωπα μπαινοβγαίνουν και σε άλλες ιστορίες καθώς το χωριό είναι μικρό. Φόνοι, αντιζηλίες, αντιδικίες, ρατσισμός και σεξισμός, παιδική κακοποίηση, πατέρες-κτήνη, πόρνες που είναι και φουρνάρισες με το ψωμί να μυρίζει θειάφι, προκαταλήψεις και απατεωνιές.

Ο συγγραφέας διαπλέκει τις ιστορίες έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα μυθιστόρημα. Παρά το αισιόδοξο φινάλε του με τη γέννηση ενός μωρού (το οποίο δεν μυρίζει θειάφι, αλλά “μωρό”), η κοινωνία του χωριού δεν παίρνει το μάθημά της, θα συνεχίσει να ζει μέσα στην βία και την αυτοαπομόνωσή της. 
Ελεγειακό και νοσταλγικό, με εξαίσιες λογοτεχνικές στιγμές, το “Γκαλβέιας”, μεταφέρει με δυνατό και ολοζώντανο τρόπο, την ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου, αυτών των σκληροτράχηλων χωρικών που μαζί τους μεγάλωσε μέχρι τα 18 του ο Πεϊσότου. Το βιβλίο μπορεί να μη φτάνει στο ύψος των προηγούμενων μυθιστορημάτων του πολύ ελπιδοφόρου Πορτογάλου συγγραφέα, αλλά είναι ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα, βαθιά συμβολικό και με το μοναδικό ύφος που διακρίνει τη γραφή του, εξόχως σαγηνευτικό.

“Το Γκαλβέιας καταλαβαίνει τους δικούς του. Τους προσφέρει τον κόσμο, δρόμους για ν' απλώσουν τις ηλικίες τους. Μια μέρα τους μαζεύει μέσα του. Είναι σαν παιδιά που επιστρέφουν στην κοιλιά της μάνας τους. Το Γκαλβέιας προστατεύει τους δικούς του για πάντα.”

Βαθμολογία: 80/100
____________________________________________________


Με την νουβέλα του έξοχου Αργεντίνου συγγραφέα Σέζαρ Άιρα “ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ”, μεταφερόμαστε σε έναν διαφορετικό κόσμο, αυτόν της λογοτεχνίας του Αλλόκοτου και του Φανταστικού. Ο Άιρα είναι ένας συγγραφέας ελαφρώς άγνωστος στη χώρα μας, τον οποίο πρωτογνωρίσαμε πριν μερικά χρόνια με την θαυμάσια νουβέλα "Οι νύχτες στο Φλόρες", και που είναι από τα ισχυρότερα ονόματα από τη Λατινική Αμερική κάθε χρόνο για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο οποίος μέσω της παραδοξότητας των βιβλίων του, σχολιάζει πρόσωπα και πράγματα. Σ΄αυτήν την μικρή αλλά πολύ ουσιαστική νουβέλα είναι ευδιάκριτο το ύφος που τον χαρακτηρίζει.

“...βγαίνοντας από τα συνηθισμένα η αντίληψή σου αφυπνίζεται, βλέπεις και ακούς περισσότερα. Ονειρεύεσαι περισσότερα, επίσης.”

Το βιβλίο που χωρίζεται σε δύο μέρη, περιγράφει την ιστορία ενός παρανοϊκού λογοτέχνη, μεταφραστή και επιστήμονα, του Σέσαρ. Ο Σέσαρ πειραματίζεται με την κλωνοποίηση, έχει αναπτύξει μια φόρμουλα που την θεωρεί ιδανική, οπότε εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να κυριαρχήσει πάνω στον πλανήτη δημιουργώντας ένα στρατό από ιδιοφυίες, κλωνοποιημένα όντα τόσο τέλεια που θα καλυτερεύσουν το ανθρώπινο είδος. Και ποια κύτταρα επιλέγει να υποκλέψει για να κατασκευάσει τον τέλειο κλώνο; Του Κάρλος Φουέντες!

Ο Σέσαρ αφού γίνεται πάμπλουτος, χάρη στην επίλυση ενός ναυτικού γρίφου που κρατάει αιώνες σε μια ακτή της Βενεζουέλας, συμμετέχει σε ένα συνέδριο λογοτεχνίας κάπου στις Άνδεις. Παρά την παρουσία του ως ομιλητού, εκείνος ένα πράγμα έχει κατά νου. Να πάρει κύτταρο από τον μέγιστο συγγραφέα και είδωλό του, Κάρλος Φουέντες, ο οποίος βρίσκεται εκεί μαζί με την σύζυγό του, έτσι ώστε να κατασκευάσει τους κλώνους του. Η κλωνοποιημένη σφίγγα που έχει στείλει πάνω στον Φουέντες, κάνει τη δουλειά, οπότε την αποθέτει κάπου στο βουνό για να αρχίσει η διαδικασία επώασης. Κάτι όμως έχει πάει στραβά και αντί να κατέβουν από το βουνό χαρωποί και ευθυτενείς Φουέντες, γιγάντια σκουλήκια πολιορκούν την πόλη δημιουργώντας σκηνές χάους και φρίκης.

Ενδιάμεσα παρακολουθούμε τον Σέσαρ, να ερωτοτροπεί, να φιλοσοφεί, να προσπαθεί να απαλλαχθεί από τον μεγάλο έρωτα που είχε ζήσει σ' αυτήν ακριβώς την πόλη κάποια χρόνια πριν. Ο “μύθος” γράφει “δανείζεται τη λογική του από έναν προηγούμενο Μύθο, σε ένα διαφορετικό επίπεδο λόγου, με τον ίδιο τρόπο που, από την άλλη πλευρά, η ιστορία χρησιμεύει ως εσωτερική λογική μιας άλλης ιστορίας, και πάει λέγοντας, επ' άπειρον.”

Παράλογο και θεότρελο το μικρό αυτό πολύτιμο βιβλιαράκι (που θα λάτρευε ο Μπόρχες), χαρίζει μερικές ώρες, λογοτεχνικής απόλαυσης. Όπως έγραψε ένας ξένος κριτικός: “με το βιβλίο αυτό, βρίσκεσαι σε έναν κατηφορικό διάδρομο στον οποίο δεν σταματάς να τρέχεις”. Ο Άιρα, ο οποίος  με ξερό και αποστασιοποιημένο ύφος, και με λόγο ουδέτερο, περιγράφει τις πιο εξωφρενικές καταστάσεις, που καθώς η αφήγηση προχωράει θυμίζουν B-movies του Αμερικάνικου κινηματογράφου των δεκαετιών 50 και 60. Πρωτότυπο και διαυγές, γεμάτο δηλητηριώδες χιούμορ και ωραίο ρυθμό, το “Συνέδριο Λογοτεχνίας”, είναι ένα στιλάτο βιβλίο που δεν ξεχνάς εύκολα.

“Αυτό που ρουφάω από τους άλλους στους οποίους κολλάω δεν είναι χρήμα, ούτε ασφάλεια, ούτε θαυμασμός, ούτε – για να πάμε στον επαγγελματικό τομέα – θέματα ή ιστορίες. Αυτό που ρουφάω είναι στιλ. Έχω ανακαλύψει ότι κάθε άνθρωπος, κάθε ζωντανό πλάσμα για την ακρίβεια, εκτός από όλα αυτά που μπορεί να παρoυσιάσει ως υλικές και πνευματικές κτήσεις, έχει ένα στιλ με το οποίο διαχειρίζεται αυτές τις κτήσεις. Και έμαθα να το ανιχνεύω και να το ιδιοποιούμαι. "


Βαθμολογία: 84/100


 
Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017 | Permalink
Εκουατόρια - η ιστορία μιας ουτοπίας
“Ένα πάντως είναι κοινό σε όλες αυτές τις αφηγήσεις: οι συγγραφείς – και εξερευνητές – έχουν μεν ανοίξει τον δρόμο όπως πολύ φοβάμαι, στην κατάκτηση της Αφρικής από τις Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά έχουν με τη σειρά τους κατακτηθεί, τρόπος του λέγειν, από την Μαύρη Ήπειρο. Γι' αυτό οι πατρίδες τους – η Αγγλία, το Βέλγιο, η Γαλλία -, ακόμα και τα καλοπληρωμένα προξενικά πόστα στα πέρατα της Αυτοκρατορίας, δεν τους κρατάνε για πολύ, και με κάθε αφορμή επιδιώκουν να επιστρέψουν στην Μαύρη Ήπειρο. Οι τιμές και τα χρήματα δεν τους αρκούν. Τι να τους ελκύει άραγε πίσω στην Αφρική μετά από τόσους κινδύνους και ταλαιπωρίες; έχω διερωτηθεί συχνά. Οι αχανείς ερημιές, η απουσία του ανθρώπινου στοιχείου, ή έστω η διακριτική παρουσία του, η αίσθηση ότι από δω ξεκίνησε η ανθρώπινη περιπέτεια, η πεποίθηση ότι κάνεις ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, τα ανέγγιχτα τοπία που προκαλούν ίλιγγο, ή ακόμα το αίσθημα ότι είσαι ο πρώτος που η ματιά του ξεπαρθενεύει την αγριότητα; Μήπως πάλι πρόκειται για την γητειά που ασκεί η εσώτερη αντίσταση των γηγενών στον εκπολιτισμό που τους υποσχόμαστε, η λατρεία των προγόνων, η πίστη τους στα πνεύματα του δάσους, της πέτρας, της λίμνης, ή ακόμα η απόδοση ψυχής στα άψυχα πράγματα του κόσμου τούτου; Μήπως έχουμε μέσα μας γερά φυτεμένη μια ρουσσωικού τύπου νοσταλγία για την φυσική απλότητα, ενώ ο πολιτισμός κάνει τη ζωή μας όλο και πιο πολύπλοκη;”

Η “ΕΚΟΥΑΤΟΡΙΑ”, το εξαιρετικό καινούργιο μυθιστόρημα του πολύ καλού και ιδιαίτερα ενδιαφέροντος συγγραφέα, Μιχάλη Μοδινού (Αθήνα,1950) – (εκδ. Καστανιώτη, σελ.394), είναι ένα βιβλίο, το οποίο, δύσκολα κατατάσσεται σε κάποιο είδος, θυμίζοντας περισσότερο τα φιλοσοφικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, περιέχοντας δε στοιχεία που θα μπορούσαν να το εντάξουν στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος, ενώ κάποιοι θα μπορούσαν να το κατανοήσουν καλύτερα ως πολιτικό μυθιστόρημα, αλλά και ως υπαρξιακό βιβλίο για την αναζήτηση εαυτού και νοήματος στη ζωή. Πάνω απ' όλα όμως, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός κοσμοπολίτικου (όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε τα βιβλία που ξεφεύγουν από την στενή ελληνική πραγματικότητα της ηθογραφίας και της ενδοσκόπησης) μυθιστορήματος, με συναρπαστική πλοκή και καθηλωτικό ρυθμό, σε μια ιδιαίτερα φροντισμένη έκδοση με πολλές φωτογραφίες και εικόνες.


Τα καλά βιβλία έχουν πάντα ωραίες εναρκτήριες προτάσεις και η "ΕΚΟΥΑΤΟΡΙΑ" ξεκινάει με την φράση : “Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα την Αφρική”, παραπέμποντας ευθέως στην εμβληματική έναρξη της ΡΕΒΕΚΑΣ της Δάφνης ντι ΜωριέLast night I dreamt I went to Manderley again”, και το ξεδίπλωμα της ιστορίας που αφηγείται ο συγγραφέας ξετυλίγεται ήρεμα και με έναν πανοραμικό τρόπο, εισάγοντάς μας με χαλαρό ρυθμό (στην αρχή, ο οποίος αργότερα γίνεται καταιγιστικός), στην κατανόηση των γεγονότων που αφηγείται.

“Η ροπή του ανθρώπου προς την περιπέτεια είναι ακατανίκητη, η αποστροφή προς την επαναληπτικότητα και την συνεπαγόμενη ανία άλλο τόσο...ειδικά δε αφ' ότου ο πολιτισμός ελαχιστοποίησε τους φυσικούς κινδύνους...αναζητούμε το ρίγος της ανασφάλειας σε στενοσόκακα και παράνομους έρωτες, στην ανοιχτή σαβάνα με τα μεγάλα ζώα και τις άγριες φυλές ή στην επίλυση μυστηρίων όπως η αναζήτηση των πηγών του Νείλου. Βρίσκουμε, κυρίως οι άντρες, αλλά πρόσφατα και πολλές γυναίκες της ανώτερης τουλάχιστον τάξης, διάφορα προσχήματα – τον πλούτο, την δόξα, τον ζωτικό χώρο, τις κατασκευασμένες έξωθεν απειλές, το ιεραποστολικό ή κοινωνικό έργο -, για να αφήσουμε πίσω την ανυπόφορα τακτοποιημένη ζωή μας. Αν όχι όλοι, πάντως κάποιοι από μας, που έτσι κι αλλιώς δίνουν τον τόνο.”

Ο Μοδινός, περιγράφει την ιστορία μιας ουτοπίας, ενός κοινωνικού πειράματος που πήρε σάρκα και οστά για δύο δεκαετίες στα βάθη της Αφρικής, κάπου στο Νότιο Σουδάν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Εδώ μιλάμε για μια έκταση όση περίπου η μισή Ευρώπη και που κατοικούνταν από διάφορες φυλές. Επρόκειτο για ένα σταυροδρόμι όπου συναντιούνταν Άραβες δουλέμποροι (πανίσχυροι που είχαν δικές τους εκτάσεις που ισοδυναμούσαν με ευρωπαϊκά κράτη σε μέγεθος), εξερευνητές που έψαχναν τις πηγές του Νείλου, ιεραπόστολοι, ενώ άρχισε να γίνεται έντονο το Ευρωπαϊκό – αποικιοκρατικό ενδιαφέρον.

Με αφορμή την πάταξη του δουλεμπορίου από την Αιγυπτιακή κυβέρνηση, ο Γερμανοεβραίος γιατρός Έντουαρντ Σνίτσερ, ο οποίος, είχε ασπασθεί το Ισλάμ και έγινε ευρύτερα γνωστός με το όνομα Εμίν Πασάς, δημιουργεί ένα ιδιότυπο κυβερνητικό πείραμα συνύπαρξης διαφορετικών μεταξύ τους φυλών, ενσωματώνοντας θρησκείες και πολιτισμούς σε μια (αναλόγως των συνθηκών) αρμονική συνύπαρξη. Σε αυτό συντελεί βέβαια η απομόνωση της Εκουατόρια μετά την προέλαση των Τζιχαντιστών και την κατάληψη του Χαρτούμ μετά από πολιορκία.
Η Εκουατόρια απομονώνεται και δημιουργείται ένα αυτόνομο ουσιαστικά κράτος, που για δύο περίπου δεκαετίες θα αποτελέσει πρότυπο. Δίπλα στον Εμίν πασά, ο συγγραφέας θα τοποθετήσει τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, τον Μιχαήλ Μοδινό του Όθωνος, έναν Αιγυπτιώτη επιχειρηματία, ο οποίος ως γνήσιος λάτρης της περιπέτειας θα μαγευτεί από την προοπτική μιας νέας αρχής στα 50 του, και μιας νέας εμπειρίας ζωής και θα παρατήσει τις επιχειρήσεις του στην Ζανζιβάρη, όπως και την Αγγλίδα σύζυγό του για να ζήσει αυτό το εγχείρημα από κοντά.
Η Εκουατόρια σύντομα θα διεκδικηθεί από διάφορες ευρωπαϊκές δυνάμεις και με το πρόσχημα της διάσωσης των Ευρωπαίων χριστιανών που κινδυνεύουν από τους τζιχαντιστές, αφημένοι στη μοίρα τους, μια αποστολή υπό τον περίφημο εξερευνητή Στάνλευ θα οργανωθεί, με αποτέλεσμα την διάλυση μετά από λίγο χρονικό διάστημα της ουτοπίας που είχε δημιουργηθεί.

Η αναζήτηση των πηγών του Νείλου που απασχολεί (γενικότερα), την εργογραφία του Μοδινού, είναι κι εδώ σε πρώτο πλάνο. Ουσιαστικά το μανιώδες κυνήγι για το ποιος θα λύσει το μυστήριο του μεγάλου ποταμού (σιωπηλού και μεγάλου πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος ουσιαστικά), προκαλεί την δημιουργία της Εκουατόρια αλλά και πολλών άλλων συγκλονιστικών περιστατικών στην ιστορία της Αφρικής. Ο Μοδινός όπως είχε κάνει στον “ΜΕΓΆΛΟ ΑΜΠΑΪ”, το γραμμένο πριν από μια δεκαετία περίπου μυθιστόρημα του, που συνδέεται άμεσα με την “ΕΚΟΥΑΤΟΡΙΑ”, - μαζί δε με την προγενέστερη “ΧΡΥΣΗ ΑΚΤΗ” αποτελούν μια άτυπη τριλογία -, εισάγει κι εδώ στην πλοκή μεταξύ ιστορικών προσώπων, έναν Έλληνα. Εκεί είχαμε τον εκ Μήλου καταγόμενο, τυχοδιώκτη Στρατή Ταταράκη, εδώ έχουμε τον μεγαλοαστό έμπορο Μιχαήλ Μοδινό. Και αν ο Ταταράκης στον "Μεγάλο Αμπάι", ήταν μια χλωμή φιγούρα και σχετικά απρόσωπος, εδώ ο Μιχαήλ Μοδινός σκιαγραφείται εξαιρετικά και είναι ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος στην εξέλιξη της ιστορίας.

Με το πνεύμα του Τζόζεφ Κόνραντ να διαπερνάει το βιβλίο απ' άκρη, σ' άκρη (παρ'ότι ο Κόνραντ ασχολήθηκε με τον ποταμό Κονγκό), η ιστορία - μετά την χαλαρή και κάπως υποτονική της εισαγωγή, που ασχολείται με την εμπορική και οικογενειακή δραστηριότητα του κεντρικού χαρακτήρα με πολλές (μάλλον ανούσιες) ερωτικές σκηνές -, έχει συναρπαστικό ρυθμό ενώ οι σελίδες της δράσης εναλλάσσονται αρμονικά με σελίδες φιλοσοφικών συζητήσεων και προβληματισμού.

Σημαντικό στοιχείο του μυθιστορήματος είναι το κοινωνικό σχόλιο. Η παγκοσμιοποίηση και τα παιχνίδια εξουσίας και πολιτικής που διαδραματίζονται παραπέμπουν ευθέως σε ανάλογες καταστάσεις μέχρι τις μέρες μας. Ο συγγραφέας τονίζει συνεχώς τις παρεμβατικές (και παραβατικές) συμπεριφορές των Μεγάλων Δυνάμεων σε μια εποχή ανακατατάξεων όπου η Αφρική αποτελούσε το νέο “παιχνίδι” εξάπλωσης και ενδιαφέροντος.

Η “Εκουατόρια”, ένα μυθιστόρημα στα πρότυπα των φιλοσοφικών μυθιστορημάτων και των μεγάλων αφηγήσεων του 19ου αιώνα, είναι ένα βιβλίο που προτρέπει τον αναγνώστη να ψάχνει, να προβληματίζεται, να αναρωτιέται. Οι ιστορικές αναφορές και τα πρόσωπα-πρωταγωνιστές της (μάλλον άγνωστης στους περισσότερους από εμάς) ιστορίας, σε προκαλούν να σκαλίσεις τα πολλά θέματα σε διαδίκτυο, σε αναφορές, σε άλλα βιβλία.
Έργο συγγραφικής ωριμότητας, η υπέροχη “Εκουατόρια”, όπου η δεδομένη αφηγηματική ικανότητα του Μοδινού όταν αναμιγνύει ιστορικά γεγονότα με μυθοπλασία, όπως έχει κάνει στα περισσότερα βιβλία του, φτάνει σε εξαιρετικά επίπεδα, χαρίζοντας μας ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της χρονιάς.

“Ήξερα από την αρχή ότι οι ουτοπίες καταρρέουν κάποια στιγμή, ότι δεν είναι παντοτινές. Ότι απλώς μας βοηθούν να συνεχίζουμε. Γιατί ο κόσμος που φτιάξαμε με τον Εμίν είχε εξαρχής τις ατέλειές του, αν και μπορώ να πω ότι ήταν αυτές ακριβώς οι ατέλειες που τον ομόρφαιναν, παρακάμπτοντας την ακινησία, τον θάνατο από πλήξη, την τρομακτική κανονικότητα νοητικών συλλήψεων που άρχισαν από την Πολιτεία του Πλάτωνα και βρήκαν το αποκορύφωμά τους στην Ουτοπία του Τόμας Μουρ, για να μην καταφύγω σε πλέον σύγχρονα παραδείγματα. Όχι, δεν ήθελα την τελειότητα – αυτή θα με σκότωνε. Θεωρούσα την ακινησία του Παραδείσου χειρότερη από τα μαρτύρια της Κόλασης. Δεν πίστεψα ποτέ στο απόλυτο καλό ούτε στο τέλος της ιστορίας. Δεν πίστεψα στον σχεδιασμό – οι κοινωνίες δεν είναι πόλεις. Πίστεψα όμως στην νίκη του Καλού επί του Κακού, στην κυριαρχία του μέσα στον ισολογισμό και στην σοφή ισορροπία της φύσης. Λίγο παραπάνω καλό από κακό κάνει τον κόσμο να γυρίζει – την ζωή να νικά τον θάνατο. Και αυτό ακριβώς είχαμε πετύχει στην Εκουατόρια. Το καινοτόμο δημιούργημά μας ήταν βέβαια σ' έναν βαθμό προϊόν της τύχης αλλά όχι μόνο. Η βούλησή μας έπαιξε τον κύριο ρόλο. Επιπλέον, στο δικό μουηη τουλάχιστον μυαλό, η Εκουατόρια δεν θα ιδρυόταν ποτέ αν δεν είχε υπάρξει ο πυρετώδης ανταγωνισμός για την ανακάλυψη των πηγών του Νείλου. Πιστεύαμε, μαζί με τον Εμίν, πως το πείραμά μας μπορούσε να προσφέρει ένα πρότυπο στην υπόλοιπη ανθρωπότητα, ή έστω σ' ένα μέρος της. Ηττηθήκαμε στο τέλος, και η γεύση της ήττας που ηδονικά γλείφω σαν πληγή θα με συνοδεύει ως τον θάνατό μου. Γιατί ο έξω κόσμος μάς έσωσε και ταυτόχρονα εξαφάνισε την Εκουατόρια. Ακολούθησε ο τεμαχισμός της Αφρικής και η αποικιοκρατία."

___________________________________________________________


Βαθμολογία: 81/100


 
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2017 | Permalink
Κτηνωδία - μια οικογενειακή σάγκα στη σύγχρονη Ιταλία
Τα τελευταία χρόνια στην Ιταλική πολιτιστική λογοτεχνική και κινηματογραφική παραγωγή, εμφανίζονται όλο και περισσότερα βιβλία που ασχολούνται με κοινωνικά και πολιτικά σκάνδαλα, την μαφία και τις συναφείς οργανώσεις. Συνήθως το γεωγραφικό πλαίσιο είναι ο Νότος ή γενικότερα η Ιταλία κάτω από την Φλωρεντία, ενώ σε κινηματογραφικές κυρίως ταινίες, κομπίνες και λοιπές παράνομες πράξεις ή συμφωνίες, που γίνονται στον Βορρά, προκαλούνται από μικρούς η μεγάλους απατεώνες που κατάγονται από την Σικελία ή τις Νότιες περιοχές της χώρας.

Από την τάση αυτή, δεν ξεφεύγει (είναι μάλιστα χαρακτηριστικό δείγμα), και το βιβλίο του Ιταλού συγγραφέα, Nicola Lagioia (Μπάρι,1973), με τίτλο “Η ΚΤΗΝΩΔΙΑ” (“La ferocia”), (Εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Α.Ράικου, σελ.481). Σε αυτό το ενδιαφέρον και με ωραίο ρυθμό μυθιστόρημα, συναντούμε όλα όσα αναφέρω παραπάνω, οικονομικά συμφέροντα, το χρήμα να κυριαρχεί σε όλες τις σχέσεις, όλοι να “λαδώνονται” με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, σεξουαλικά απωθημένα, πολλά ναρκωτικά, όμως το μεγάλο ενδιαφέρον, το δίνει η δυσλειτουργική οικογένεια που πρωταγωνιστεί στην ιστορία του Λατζόια.


 “Πρέπει κανείς να δεχτεί το καλό για να μπορέσει να το ξεχωρίσει απ' αυτό που δεν είναι καλό. Αν δεν σε θέλει κανείς, ποτέ δεν θα μάθεις από που να ξεκινήσεις. Από εκεί αρχίζουν όλα, ακόμα και το μίσος.”

Είναι μια ανοιξιάτικη νύχτα και μια νεαρή γυναίκα που περπατάει γυμνή και γεμάτη αίματα, βγαίνει στην εθνική Τάραντο-Μπάρι, οδό και πέφτει στις ρόδες ενός διερχόμενου φορτηγού. Η ταυτότητά της αποκαλύπτεται μερικές ώρες αργότερα, ήταν η Κλάρα Σαλβέμινι, το τρίτο παιδί και μεγαλύτερη κόρη του μεγαλοεργολάβου Βιτόριο Σαλβέμινι. Στην αρχή όλοι πιστεύουν ότι επρόκειτο για αυτοκτονία και έτσι καταχωρείται στα αρχεία, καθώς ο οδηγός του φορτηγού θα τύχει της φροντίδας του πανίσχυρου Σαλβέμινι, με δώρο ένα διαμέρισμα σε αντάλλαγμα της σιωπής του. Τι γύρευε όμως η Κλάρα, η οποία ήταν παντρεμένη με έναν μηχανικό, να κυκλοφορεί έτσι μέσα στην άγρια νύχτα; Τι συνδέει τον θάνατό της με τις δουλειές του πατέρα της; Τι γνωρίζει ο μεγαλύτερος αδερφός της, ο γιατρός Ρουτζέρο; Γιατί έκλεισε η υπόθεση τόσο βιαστικά και η κηδεία έγινε με συνοπτικές διαδικασίες; Τι θα ανακαλύψει ο απόκληρος της οικογένειας, το εξώγαμο του Βιτόριο, ο Μικέλε, ο αγαπημένος αδερφός της Κλάρας, που μαθαίνει με μεγάλη καθυστέρηση τον θάνατο της αδερφής του;

Σε πρώτο πλάνο είναι η οικογένεια Σαλβέμινι. Αυτοδημιούργητος και αδίστακτος  ο Βιτόριο Σαλβέμινι είναι ένας από τους οικονομικά πανίσχυρους παράγοντες του Μπάρι, ο οποίος όμως, βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε δύσκολη θέση λόγω του μπλοκαρίσματος ενός οικοδομικού μεγαθηρίου που ετοιμάζει στην ακτογραμμή της Πούλια. Ο Σαλβέμινι βέβαια ελέγχει τους πάντες και τα πάντα, από εισαγγελείς, μέχρι ιατροδικαστές, μέχρι δημοσιογράφους. Η οικογένεια του, πάντα διασπασμένη, η σύζυγος Άννα Μαρία, στον κόσμο της, με τις δεξιώσεις και τα ακριβά κοσμήματα, τα δύο αγόρια, ο Ρουτζέρο που θα μπορούσε να κάνει τεράστια καριέρα ως ερευνητής γιατρός, αλλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην βούληση του πατέρα του να γυρίσει στο Μπάρι, και να αναλάβει θέση στο εκεί νοσοκομείο, εμπλεκόμενος και στις μπίζνες που μεγαλώνουν την οικογενειακή περιουσία, ο Μικέλε, το εξώγαμο του Βιτόριο Σαλβέμινι, που η μητέρα του πέθανε όταν ήταν μικρός, οπότε έγινε μέλος της οικογένειας παρά την άρνηση και την μετέπειτα αδιαφορία της Άννα Μαρίας, με το ένα πόδι μονίμως απέξω, αρνούμενος να ενταχθεί πλήρως στον οικογενειακό ιστό, και τα δύο κορίτσια, η Κλάρα με τον ατίθασο χαρακτήρα και την εντυπωσιακή εμφάνιση και η Τζόια η μικρότερη και χαϊδεμένη που ασχολείται με το κινητό της, επιφανειακή και μάλλον χαζούλα.

Ο θάνατος της Κλάρας, διαλύει την οικογενειακή ηρεμία και χαλάει την έξωθεν εικόνα. Ο Μικέλε, ο αποσυνάγωγος της οικογένειας, ο θεωρούμενος ως προβληματικός και ψυχάκιας, που ζει μόνιμα στη Ρώμη και συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά, αρνείται να δεχτεί την θεωρία περί αυτοκτονίας και ψάχνει. Επισκέπτεται κοινούς γνωστούς, δημοσιογράφους, γιατρούς. Μέσα από την έρευνα του Μικέλε, ο Λατζόια εξιστορεί τη σχέση των δύο αδερφών (της Κλάρας και του Μικέλε), την ερωτική ζωή της Κλάρας, τις αντιδράσεις της, τους εραστές της, τον άβουλο και χλωμό σύζυγό της, την πορεία της προς τον θάνατο. Ο Μικέλε θα ξετυλίξει το κουβάρι της διαφθοράς και της παρακμής, της κτηνωδίας μιας κοινωνίας που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι το χρήμα και η εξουσία.

“Όταν πολλά χρόνια αργότερα, ο Τζενάρο Λόπεζ, πρώην ιατροδικαστής της Δεύτερης Υγειονομικής Περιφέρειας του Μπάρι, θα βρισκόταν να βγάζει από τις πολλές, αν και συγκεχυμένες αναμνήσεις του την πιο τρομακτική, δηλαδή αυτήν που θα μπορούσε να του προκαλέσει το μεγαλύτερο κακό, θα διάλεγε τη νύχτα που ένας τριαντάχρονος νεαρός χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του και άρχισε να τον κατακλύζει με ερωτήσεις σχετικά με το πιστοποιητικό θανάτου της αδελφής του.”


Η “Κτηνωδία”, δεν είναι η τηλεοπτική σειρά “Δυναστεία” του παρελθόντος, ούτε και η πιο σύγχρονη “Ριβιέρα”, αλλά είναι μια οικογενειακή τοιχογραφία που αντιπροσωπεύει την εικόνα της Μπερλουσκονικής Ιταλίας, του διεφθαρμένου και βουτηγμένου στην εκμετάλλευση συστήματος, μια εξιστόρηση του πως χτίστηκαν οικονομικές αυτοκρατορίες και πως το χρήμα εξουσιάζει τα πάντα. Πλαστά τιμολόγια, πληρωμένες εκθέσεις, δημοσιογραφικές πληρωμένες καμπάνιες που αποθεώνουν το χτίσιμο των ακτών για ξενοδοχεία και πολυτελείς κατοικίες, ο Λατζόια αφηγείται κάτι οικείο και γνώριμο σ' εμάς, μια πραγματικότητα που την βιώνουμε καθημερινά.

Πίσω από τις κομπίνες και τα οικονομικά τεχνάσματα, τα παιχνίδια εξουσίας και την άνοδο και πτώση της οικογένειας Σαλβέμινι, ο συγγραφέας ανατέμνει τις οικογενειακές σχέσεις. Το πως αυταπατάται ο πατέρας θεωρώντας ότι φροντίζει την οικογένειά του και τους προσφέρει αγάπη χώνοντάς τους ακόμα πιο βαθειά μέσα στις κομπίνες του, την απέχθεια των παιδιών προς εκείνον, που την δείχνει ο καθένας τους με διαφορετικό τρόπο, την αποξένωση και αδιαφορία του ενός προς τον άλλον, με την μοναξιά να κυριαρχεί και την κατάθλιψη να περιμένει στη γωνία.

Ωραίο μυθιστόρημα που ξεκινάει σαν θρίλερ και ολοκληρώνεται με συνεχή μπρος-πίσω στον χρόνο, σαν οικογενειακή σάγκα, η οποία περιέχει τα πάντα. Ίντριγκα, σεξ, βία, σάτιρα, παιχνίδια εξουσίας, αιχμηρούς διαλόγους, έξυπνο φινάλε. Δεν έχει σημασία αν κάποιος οικονομικός μεγιστάνας “πέσει” μας λέει ο Λατζόια, την επόμενη μέρα κάποιος άλλος θα είναι στη θέση του, τίποτα δεν θα αλλάξει. Γραμμένο με κινηματογραφικό τρόπο, εναλλάσσοντας τον παρόντα με τον παρελθοντικό χρόνο συνεχώς, ζωντανό και άμεσο, το βιβλίο (που κέρδισε το βραβείο Strega του 2015), με άψογη δομή και ανάπτυξη της ιστορίας, η οποία όμως δεν απογειώνεται, αλλά και χωρίς να προσφέρει κάτι σπουδαίο ή πρωτοποριακό λογοτεχνικά, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και θίγει σύγχρονα θέματα με ευστροφία και ευαισθησία.



Βαθμολογία: 73 / 100


 
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017 | Permalink
Μια πρώτη γνωριμία με τον "Σιμπλίκιο Σιμπλικίσιμο"
Το εμβληματικό μυθιστόρημα "ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΣΙΜΠΛΙΚΙΣΙΜΟΣ" του Hans Jacob Christoffel von Grimmelshausen, εκδόθηκε επιτέλους στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Εξάντας (σελ.861), )σε μεγαλειώδη μετάφραση του Γιάννη Κοιλή από τα Γερμανικά του 17ου αιώνα.



Ο "Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος", γράφτηκε το 1668 και εκδόθηκε ένα χρόνο μετά. Είναι ένα πικαρέσκο μυθιστόρημα, το οποίο εμπνέεται από τα γεγονότα του τριακονταετούς πολέμου, που ταλαιπώρησε την Γερμανία από το 1618 έως το 1648. Αφηγητής είναι ένας χωρικός, που έχει ανατραφεί από έναν ερημίτη σε ένα δάσος, από μικρός. Ο ερημίτης τον εισάγει στη θρησκεία και του δίνει το απλούστερο όνομα που υπάρχει: "Σιμπλίκιος" ("Απλός"), επειδή ήταν τόσο αδαής που δεν γνώριζε ούτε το όνομά του. Ο Σιμπλίκιος (μετά τον θάνατο του ερημίτη) περιπλανιέται ως στρατιώτης, τυχοδιώκτης, έμπορος στη σπαρασσόμενη Γερμανία του πολέμου, αντικρίζοντας την φρίκη και τον θάνατο, αλλά και στη Ρωσία και στη Γαλλία.

Το βιβλίο θεωρείται ότι εμπεριέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα του, ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, δεν ήταν γνωστό το όνομα του Grimmelshausen, όπως αναφέρει στο εξαιρετικό του επίμετρο, ο μεταφραστής αυτού του έπους, Γιάννης Κοιλής, ο οποίος δούλευε την μετάφραση αυτή για περίπου 20 χρόνια.

Ο "Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος" θεωρείται έργο-ορόσημο για τα Γερμανικά (και Ευρωπαϊκά) γράμματα και έχει επηρεάσει πολλούς συγγραφείς της νεώτερης Γερμανίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο σπουδαίος Τόμας Μαν: "Πρόκειται για ένα σπάνιου είδους μνημείο της λογοτεχνίας και της ζωής, το οποίο, δίχως καθόλου να χάσει την ικμάδα του, επιβίωσε για κοντά τρεις αιώνες και θα αντέξει για πολλούς ακόμη· ένα πεζογράφημα ακούσιου μεγαλείου, πολύχρωμο, άγριο, ωμό, διασκεδαστικό, μες στον έρωτα και στα κουρέλια· ένα έργο που κοχλάζει από ζωή, που μιλάει στον ενικό με το θάνατο και το διάβολο, το οποίο καταλήγει στη συντριβή και την ολοσχερή αποστροφή απέναντι σ' ένα κόσμο που σπαταλήθηκε μέσα στο αίμα, τη ληστεία, την ηδονή· αθάνατο όμως μέσα στην άθλια λαμπρότητα των αμαρτιών του."



Στις 19 Σεπτεμβρίου, στην Γερμανική σχολή Αθηνών, έγινε η πρώτη επίσημη παρουσίαση του βιβλίου με ομιλητές την μεταφράστρια Κλαίρη Παπαμιχαήλ, την μεταφράστρια, κριτικό λογοτεχνίας και συγγραφέα, Κατερίνα Σχινά και τον συγγραφέα και καθηγητή Φιλοσοφίας, Νικήτα Σινιόσογλου και βεβαίως τον μεταφραστή (και καθηγητή της Γερμανικής σχολής) Γιάννη Κοιλή
Από αυτή την παρουσίαση, η Κλαίρη Παπαμιχαήλ, προσέφερε ευγενικά στο blog, την θαυμάσια ομιλία της για το βιβλίο και τη μετάφρασή του.

____________________________________________________________ 



               ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΣ ΣΙΜΠΛΙΚΙΣΙΜΟΣ
     (λίγα λόγια για το βιβλίο και την μετάφραση)

 Ο Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος του Γκριμελσχάουζεν είναι ένα επικό μυθιστόρημα που μετέφρασε από τα γερμανικά του 17ου αιώνα ο Γιάννης Κοιλής, ένα έργο ζωής γι’ αυτόν, μια που το επεξεργάζεται και το παιδεύει για πάνω από 20 χρόνια.

Να ξεκαθαρίσω πρώτα απ’ όλα πως δεν γνωρίζω γερμανικά –πόσο μάλλον του 17ου αιώνα. Ξεκίνησα το βιβλίο σαν απλή αναγνώστρια, κάπου μπήκε στη μέση και η επαγγελματική διαστροφή, και θα ήθελα, βαθιά εντυπωσιασμένη, να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας.

Τι είναι η μετάφραση; Είναι η μεταφορά, η κατά προσέγγιση αφήγηση μιας άλλης αφήγησης από κάποιον που ταξίδεψε στην ξένη χώρα του κειμένου, όπου περιπλανήθηκε, είδε κι έμαθε  – και επιστρέφει στον τόπο του - θέλοντας να μοιραστεί αυτές τις εμπειρίες σαν γνώση και σαν απόλαυση με τους δικούς του ανθρώπους.

Ο Κοιλής περιπλανήθηκε στη Γερμανία του 17ου αιώνα, που μαστιζόταν από τον Τριακονταετή Πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε το 1618 και έληξε το 1648 με την Ειρήνη της Βεστφαλίας. Στη διάρκειά του, η οικονομία καταστράφηκε, ο πληθυσμός των γερμανικών κρατιδίων μειώθηκε κατά πολύ και πολλές πόλεις λεηλατήθηκαν και κάηκαν.

Και στο μέσον αυτών των ιστορικών γεγονότων, βρίσκεται ο Σιμπλίκιος, ένας αφελής χωρικός που πέφτει από τα μικράτα του θύμα, αλλά και εκμεταλλευτής, όλων των αλλαγών και των περιπετειών του πολέμου, όπου άλλοτε συμμετέχει και άλλοτε παρατηρεί - και μας εξιστορεί τις επιπτώσεις του στη ζωή του.

Ο μεταφραστής πρέπει να μεταφέρει την εμπειρία αυτής της περιπλάνησης στη γλώσσα του δικού του τόπου – να βρει τρόπο να μιλήσει για έναν άγνωστο κόσμο σε ένα γνώριμο ιδίωμα. Και τα κατάφερε. Με μια ολοζώντανη, λαϊκή γλώσσα που θυμίζει συχνά τις αφηγήσεις των παππούδων μας, με λέξεις και ρήσεις παλιακές και ξεπερασμένες αλλά τόσο οικείες, με εκφράσεις πότε του δρόμου και πότε λόγιες, ο Γιάννης Κοιλής κεντάει τη ζωή του Σιμπλίκιου, περιγράφει τον κόσμο του και μας βουτάει κι εμάς στο σύμπαν του. ΓΙΝΕΤΑΙ ο Σιμπλίκιος, αποτυπώνοντας γλωσσικά την εξέλιξη αυτού του ανθρώπου που ξεκίνησε αγράμματος -  μορφώθηκε μόνος του διαβάζοντας [πλήθος οι αναφορές στην ελληνική μυθολογία και στη Βίβλο] -  ταξίδεψε –πέρα από κάθε προσδοκία- ως τα πέρατα της γης, όπου γνώρισε άλλους λαούς και έθιμα, τα οποία μας διηγείται απολαυστικά - και κατέληξε ερημίτης στο δάσος και στο τέλος ναυαγός σε ένα έρημο νησί.

Με αυτή την ευκαιρία, μας ξετυλίγει τον τρόπο ζωής των απλών ανθρώπων, τις δοξασίες και τις δεισιδαιμονίες τους, περιγράφει πώς ζούσαν την καθημερινότητα οι στρατιώτες και οι μικροί ηγεμόνες των γερμανικών κρατιδίων, την ωμή βία που επικρατούσε παντού και στηλιτεύει τον πόλεμο που τους παρασύρει όλους. Ταυτόχρονα ο αθώος και συνάμα πονηρός Σιμπλίκιος, που μαθαίνει πώς να επιβιώνει σε κάθε κατάσταση, μας εξηγεί με θαυμαστή ευγλωττία την κοσμοθεωρία του και κάνει την αυτοκριτική του – θεωρώντας, όμως, ότι ουσιαστικά είναι άθυρμα της μοίρας και ότι ο ίδιος δεν έχει την παραμικρή ευθύνη για όσα του συμβαίνουν.

Ο Γιάννη Κοιλής, με την τόσο πλούσια λεκτικά και τόσο ανεπιτήδευτη εννοιολογικά γραφή του, πετυχαίνει να κάνει το άγνωστο γνωστό – το ξένο γνώριμο – το αδιάφορο ενδιαφέρον – το ακατανόητο κατανοητό. Και, κυρίως, το ανοίκειο ελκυστικό.

Είναι αυτονόητο πως κάθε μετάφραση έχει προβλήματα, κόπους, περιπέτειες, προδοσίες και αποτυχίες - όπως ακριβώς και η ζωή του Σιμπλίκιου. Πιθανώς, από τη μεταφορά της μιας κουλτούρας στην άλλη, να χάνονται λεπτές αποχρώσεις του ύφους, ορισμένα γλωσσικά παιχνίδια, αμφισημίες ή πολυσημίες. Προσωπικά δεν ένιωσα κάτι τέτοιο.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη μετάφραση δικαιώνεται για τον συνολικό της ΛΟΓΟ, όχι μόνο για τις μεμονωμένες λέξεις της, γιατί μας παρασύρει να ζήσουμε ΜΑΖΙ με τον ήρωα βήμα-βήμα τη ζωή του. Γιάννη Κοιλή, ευχαριστούμε για το ταξίδι.

Κλαίρη Παπαμιχαήλ









 
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017 | Permalink
Αλλόκοτος ελληνισμός
Επτά περιπτώσεις ιδιαίτερων ανθρώπων, εξετάζει ο συγγραφέας και καθηγητής Φιλοσοφίας, Νικήτας Σινιόσογλου (Αθήνα,1976), στο υπέροχο και πρωτότυπο δοκίμιό του, με τίτλο “ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ” (εκδόσεις Κίχλη, σελ. 357), ένα απόλυτα σαγηνευτικό βιβλίο που κινείται σε ένα δυσδιάκριτο όριο μεταξύ λογοτεχνικού δοκιμίου, φιλοσοφικής μελέτης και ιστορικής έρευνας, εξετάζοντας μορφές της πνευματικής ιστορίας του παρελθόντος, βρίσκοντας όμως (μέσα από αυτές) στοιχεία της σημερινής κατάστασης.

“Η εμπειρία του αλλόκοτου υπενθυμίζει ότι κάτι πάντα αντιστέκεται στην κοινωνικά μεσολαβημένη εφαρμογή του λόγου της κοινότητας, ότι ένας σκοτεινός όγκος αναφομοίωτος και ανεπικοινώνητος βρίσκει πάντα τρόπο να εισβάλλει στον ορίζοντα του λόγου και της ιστορίας. Ενώπιόν του η στοχαστική φύση παραμένει διαρκώς ανικανοποίητη, αλλά και δημιουργική. Αδύνατον η αλλόκοτη σκέψη να γίνει κοινόκτητη καθ' όλου, ενώ είναι διαρκώς μόνον ο εαυτός της, εντέλει αποκλεισμένη στην εαυτότητά της κι ας πασχίζει να τη μεταδώσει όπως συμβαίνει με τον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Το αλλόκοτο δεν διαλέγεται παρά σημαίνει. Αλλόκοτο είναι ότι αντιστέκεται.”



Στο βιβλίο του, ο Σινιόσογλου δεν επιθυμεί να κάνει μια ιστορική διαδρομή των ιδεών από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά, ούτε να παραθέσει γεγονότα. Εξετάζει επτά περιπτώσεις ανθρώπων που κινούντο στα όρια. Στα όρια των ιδεών, της κοινωνικής αποδοχής, ουσιαστικά σε συνθήκες κρίσιμες ή έκτακτης ανάγκης. Οι περισσότεροι από τους “αλλόκοτους” αυτούς ανθρώπους, περιθωριοποιούνται για τις ιδέες τους, η κάποιοι από αυτούς γίνονται γνωστοί για κάποιες από τις ιδέες που βόλευαν (και βολεύουν) καταστάσεις.

“Το αλλόκοτο δεν είναι έννοια πολιτικώς ορθή, μήτε ανώδυνη. Ο φορέας του αλλόκοτου κινείται αναπόταμα και δεν ξενίζει απλώς – ενδέχεται να λοξεύει επίμονα θέτοντας σε δοκιμασία τις αντοχές της κοινότητας. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει ήδη στη μνησικακία, την παρατεταμένη χολή (“άλλο και κότος <κότος: ο πολυετής χόλος και την μήνιν υπεραναβάς>), θυμίζοντάς μας πως αλλόκοτος είναι κατά βάθος ο ανεπιθύμητος και εναντιαίος, οπωσδήποτε ο έχων ασυνήθη φύσιν ή μορφήν, παράδοξος, διάστροφος, κακοσχημάτιστος, τερατώδης.”

Το βιβλίο χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη, δύο ιστορικά ορόσημα για τον σύγχρονο ελληνισμό. Την άλωση της Κων/λης και ουσιαστικά το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1453), και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους (1830-1860), με ενδιάμεσο μια μοναδική περίπτωση του 18ου αιώνα. Ο συγγραφέας συνδυάζει τις περιπτώσεις των ανθρώπων που εστιάζει με έννοιες όπως: περιπλάνηση, ουτοπία, εκτοπισμός, βλασφημία, αίρεση, αλλόκοτο, ψευδολογία. Οι πρωταγωνιστές της μελέτης του Σινιόσογλου είναι επτά “σαλοί” (“λοξίες” όπως τους χαρακτηρίζει), ακατανόητοι για τους σύγχρονούς τους, “φευγάτοι” όπως θα λέγαμε σήμερα διανοητές, επτά μοναχικοί και πολύ ιδιαίτεροι άνθρωποι, οι οποίοι άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, άφησαν το στίγμα τους στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας.

Οι επτά ξεχωριστοί άνθρωποι στους οποίους εστιάζει ο Σινιόσογλου στην εξαιρετική μελέτη του, είναι:

Στο πρώτο μέρος
α) Ο Ιταλός (τυπικά) Κυριακός Αγκωνίτης (1391-1452) ένας έμπορος που αφιέρωσε τη ζωή του στην περιπλάνηση, ένας flaneur πριν τη μόδα των ταξιδευτών, ψάχνοντας τα ερείπια του παρελθόντος, και συντάσσοντας αστυγραφίες και ερειπιογραφίες στα ημερολόγια του (προσπαθώντας όπως δήλωνε “να ξυπνήσει τους νεκρούς”), λίγο πριν την άλωση της Πόλης.
β) Ο ουτοπιστής Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355 – 1452), ο οποίος οραματίστηκε ότι η αρχαιότητα και ο παγανισμός μπορούν να διασώσουν το παρακμάζον Βυζάντιο, προσπαθώντας να επηρεάσει τους Παλαιολόγους.
γ)Ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας εκτοπισμένος Βυζαντινός, ο οποίος ως μισθοφόρος ζώντας στην Ιταλία, με την παθιασμένη του ποίηση για την ανεστιότητα και το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ψάχνει τη νεοελληνική ταυτότητα.

Ενδιάμεσα βρίσκεται:
δ)Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης (1733 – 1793), εξ Ακαρνανίας, θεωρείται “το μαύρο μαργαριτάρι” της νεοελληνικής φιλοσοφίας με το “βλάσφημο” έργο του “Περί Θεοκρατίας”, εξ' αιτίας του οποίου αφορίστηκε. Το έργο του θεωρείται ότι ανήκει στον ριζοσπαστικό διαφωτισμό – πρόδρομο στις ιδέες του Διαφωτισμού του 18ου και 19ου αιώνα.

Στο δεύτερο (και πιο ενδιαφέρον) μέρος που αφορά τον 19ο αιώνα:
ε)Ο “αιρετικός” Θεόφιλος Καΐρης (1784 – 1853), ο οποίος με το έργο του, “Θεοσέβεια”, προσπάθησε να υποκαταστήσει τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, με μια φιλοσοφική, και περισσότερο ορθολογιστική και εγγύτερα στον Διαφωτισμό θρησκευτική προσέγγιση, ερχόμενος σε αντίθεση με την κοινή λογική και το πολιτικοθρησκευτικό κατεστημένο της εποχής.
στ) Ο “αλλόκοτος” Παναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786 – 1856), μια “σπάνια περίπτωση ειδωλολατρικής συμπεριφοράς στην προεπαναστατική Ελλάδα”. Ουτοπιστής βασισμένος στις ιδέες των Φουριέ και Σαιν-Σιμόν, επιζητά την αναθεώρηση όλων των μέχρι τότε θεωρούμενων ως δεδομένων ανθρώπινων γνώσεων. Παρεκλίνοντας κι αυτός από την “κοινή λογική” και αντισυμβατικός στο έπακρο, κάνοντας θυσίες σε βωμούς, και ερχόμενος σε ρήξη με όλους κι όλα, οραματίζεται μια “Νέα Ηθική” μέσα από την εφημερίδα “Πρόοδος” που εξέδιδε (και πιθανότατα ήταν ο μόνος πραγματικός της αναγνώστης).
ζ) Ο διαβόητος πλαστογράφος και ψευδολόγος Κωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820 ή 1824 – 1867 ή 1890), αποτελεί αναμφίβολα την γοητευτικότερη περίπτωση “αλλόκοτου” που εξετάζει ο Σινιόσογλου. Πλαστογράφος ολκής, μια περίπτωση που θα μπορούσε να είναι πρόγονος των Πεσσόα και Μπόρχες, λοιδορήθηκε και χαρακτηρίστηκε ως “το μεγαλύτερο κάθαρμα που γέννησε η Ελλάδα”, μια περίπτωση που υπερέβη την στενή ελληνική πραγματικότητα, προκαλώντας σκάνδαλο στους Γερμανικούς πανεπιστημιακούς κύκλους, αλληλογραφώντας με Βρετανικές εφημερίδες, πλαστογραφώντας ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, μπερδεύοντας τους πάντες.

“Οι Σαλοί του Διαφωτισμού είναι ένας μακρινός και ελάχιστα μελετημένος αστερισμός. Ξεκινούν πολλά υποσχόμενοι, μα οι ιδέες τους καταλήγουν ετερόκλητες και φυγόκεντρες, οι αναζητήσεις τεθλασμένες και οι συζητήσεις ακατάληκτες. Διατηρούν όμως μιαν ιδιαίτερη, παραγνωρισμένη φιλοσοφική σημασία. Ο αστερισμός τους αφενός δείχνει τα όρια του διαφωτιστικού εγχειρήματος, το σημείο δηλαδή όπου η γλώσσα και οι ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού εξαντλούνται. Τούτο είναι σημαντικό, επειδή για να γνωρίσει κανείς τη δυναμική του Νεοελληνικού Διαφωτισμού οφείλει να γνωρίζει το σημείο καμπής όπου αυτή εκφυλίζεται ή μεταλλάσσεται: να κατανοήσει την ακμήν του.”


Ο Σινιόσογλου δεν ασχολείται με τις βιογραφίες των ανθρώπων αυτών. Τον ενδιαφέρουν οι ιδέες τους και η διαδρομή τους, η πολεμική που ασκήθηκε εναντίον τους από το κατεστημένο και την περίφημη κοινή λογική. Γράφει για τον καταλυτικό ρόλο της εκκλησίας (κυρίως στην περίπτωση των Καΐρη και Σοφιανόπουλου) και εγείρει το κρίσιμο ερώτημα, το οποίο βεβαίως αιωρείται από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, τι ακριβώς είναι η (διαρκώς αναζητούμενη) “Ελληνικότητα” και τι περιέχει αυτή; Αυτοί οι επτά άνθρωποι, προσπάθησαν να χτίσουν τις γέφυρες μεταξύ αρχαιότητας και νέου Ελληνισμού ερχόμενοι σε ρήξη με ότι ήταν κοινώς αποδεκτό, άμεσα εμπλεκόμενοι στον αγώνα τους πληρώνοντάς το, με την περιθωριοποίηση τους (οι περισσότεροι), τον εξευτελισμό τους, τον εξοστρακισμό τους από την κοινωνία.

Γραμμένο με εξαιρετικό και απαράμιλλο ύφος του βιβλίο του Σινιόσογλου, έχει μεγάλες λογοτεχνικές (εκτός από τις προφανείς φιλοσοφικές) αρετές. Η γλώσσα του, ιδιαίτερη και σαγηνευτική, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη που διαβάζει δυο και τρεις φορές την κάθε σελίδα, όχι ακριβώς λόγω δυσκολίας – το βιβλίο μπορεί να μην είναι το απλούστερο (πως θα μπορούσε άλλωστε;), αλλά δεν παρουσιάζει δυσκολία κατανόησης -, αλλά λόγω της γοητείας που αποπνέει ο ζωντανός και παθιασμένος λόγος του συγγραφέα. Η περιπέτεια των ιδεών που παραθέτει ο συγγραφέας είναι απολαυστική και ο αναγνώστης βγαίνει πολλαπλά κερδισμένος μετά την ολοκλήρωση αυτού του πολύτιμου βιβλίου.

* Το βιβλίο απέσπασε το βραβείο Δοκιμίου - Μελέτης, από το ηλεκτρονικό περιοδικό "Αναγνώστης" για το 2017.