Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017 | Permalink
Αλλόκοτος ελληνισμός
Επτά περιπτώσεις ιδιαίτερων ανθρώπων, εξετάζει ο συγγραφέας και καθηγητής Φιλοσοφίας, Νικήτας Σινιόσογλου (Αθήνα,1976), στο υπέροχο και πρωτότυπο δοκίμιό του, με τίτλο “ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ” (εκδόσεις Κίχλη, σελ. 357), ένα απόλυτα σαγηνευτικό βιβλίο που κινείται σε ένα δυσδιάκριτο όριο μεταξύ λογοτεχνικού δοκιμίου, φιλοσοφικής μελέτης και ιστορικής έρευνας, εξετάζοντας μορφές της πνευματικής ιστορίας του παρελθόντος, βρίσκοντας όμως (μέσα από αυτές) στοιχεία της σημερινής κατάστασης.

“Η εμπειρία του αλλόκοτου υπενθυμίζει ότι κάτι πάντα αντιστέκεται στην κοινωνικά μεσολαβημένη εφαρμογή του λόγου της κοινότητας, ότι ένας σκοτεινός όγκος αναφομοίωτος και ανεπικοινώνητος βρίσκει πάντα τρόπο να εισβάλλει στον ορίζοντα του λόγου και της ιστορίας. Ενώπιόν του η στοχαστική φύση παραμένει διαρκώς ανικανοποίητη, αλλά και δημιουργική. Αδύνατον η αλλόκοτη σκέψη να γίνει κοινόκτητη καθ' όλου, ενώ είναι διαρκώς μόνον ο εαυτός της, εντέλει αποκλεισμένη στην εαυτότητά της κι ας πασχίζει να τη μεταδώσει όπως συμβαίνει με τον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Το αλλόκοτο δεν διαλέγεται παρά σημαίνει. Αλλόκοτο είναι ότι αντιστέκεται.”



Στο βιβλίο του, ο Σινιόσογλου δεν επιθυμεί να κάνει μια ιστορική διαδρομή των ιδεών από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά, ούτε να παραθέσει γεγονότα. Εξετάζει επτά περιπτώσεις ανθρώπων που κινούντο στα όρια. Στα όρια των ιδεών, της κοινωνικής αποδοχής, ουσιαστικά σε συνθήκες κρίσιμες ή έκτακτης ανάγκης. Οι περισσότεροι από τους “αλλόκοτους” αυτούς ανθρώπους, περιθωριοποιούνται για τις ιδέες τους, η κάποιοι από αυτούς γίνονται γνωστοί για κάποιες από τις ιδέες που βόλευαν (και βολεύουν) καταστάσεις.

“Το αλλόκοτο δεν είναι έννοια πολιτικώς ορθή, μήτε ανώδυνη. Ο φορέας του αλλόκοτου κινείται αναπόταμα και δεν ξενίζει απλώς – ενδέχεται να λοξεύει επίμονα θέτοντας σε δοκιμασία τις αντοχές της κοινότητας. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει ήδη στη μνησικακία, την παρατεταμένη χολή (“άλλο και κότος <κότος: ο πολυετής χόλος και την μήνιν υπεραναβάς>), θυμίζοντάς μας πως αλλόκοτος είναι κατά βάθος ο ανεπιθύμητος και εναντιαίος, οπωσδήποτε ο έχων ασυνήθη φύσιν ή μορφήν, παράδοξος, διάστροφος, κακοσχημάτιστος, τερατώδης.”

Το βιβλίο χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη, δύο ιστορικά ορόσημα για τον σύγχρονο ελληνισμό. Την άλωση της Κων/λης και ουσιαστικά το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1453), και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους (1830-1860), με ενδιάμεσο μια μοναδική περίπτωση του 18ου αιώνα. Ο συγγραφέας συνδυάζει τις περιπτώσεις των ανθρώπων που εστιάζει με έννοιες όπως: περιπλάνηση, ουτοπία, εκτοπισμός, βλασφημία, αίρεση, αλλόκοτο, ψευδολογία. Οι πρωταγωνιστές της μελέτης του Σινιόσογλου είναι επτά “σαλοί” (“λοξίες” όπως τους χαρακτηρίζει), ακατανόητοι για τους σύγχρονούς τους, “φευγάτοι” όπως θα λέγαμε σήμερα διανοητές, επτά μοναχικοί και πολύ ιδιαίτεροι άνθρωποι, οι οποίοι άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, άφησαν το στίγμα τους στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας.

Οι επτά ξεχωριστοί άνθρωποι στους οποίους εστιάζει ο Σινιόσογλου στην εξαιρετική μελέτη του, είναι:

Στο πρώτο μέρος
α) Ο Ιταλός (τυπικά) Κυριακός Αγκωνίτης (1391-1452) ένας έμπορος που αφιέρωσε τη ζωή του στην περιπλάνηση, ένας flaneur πριν τη μόδα των ταξιδευτών, ψάχνοντας τα ερείπια του παρελθόντος, και συντάσσοντας αστυγραφίες και ερειπιογραφίες στα ημερολόγια του (προσπαθώντας όπως δήλωνε “να ξυπνήσει τους νεκρούς”), λίγο πριν την άλωση της Πόλης.
β) Ο ουτοπιστής Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355 – 1452), ο οποίος οραματίστηκε ότι η αρχαιότητα και ο παγανισμός μπορούν να διασώσουν το παρακμάζον Βυζάντιο, προσπαθώντας να επηρεάσει τους Παλαιολόγους.
γ)Ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας εκτοπισμένος Βυζαντινός, ο οποίος ως μισθοφόρος ζώντας στην Ιταλία, με την παθιασμένη του ποίηση για την ανεστιότητα και το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ψάχνει τη νεοελληνική ταυτότητα.

Ενδιάμεσα βρίσκεται:
δ)Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης (1733 – 1793), εξ Ακαρνανίας, θεωρείται “το μαύρο μαργαριτάρι” της νεοελληνικής φιλοσοφίας με το “βλάσφημο” έργο του “Περί Θεοκρατίας”, εξ' αιτίας του οποίου αφορίστηκε. Το έργο του θεωρείται ότι ανήκει στον ριζοσπαστικό διαφωτισμό – πρόδρομο στις ιδέες του Διαφωτισμού του 18ου και 19ου αιώνα.

Στο δεύτερο (και πιο ενδιαφέρον) μέρος που αφορά τον 19ο αιώνα:
ε)Ο “αιρετικός” Θεόφιλος Καΐρης (1784 – 1853), ο οποίος με το έργο του, “Θεοσέβεια”, προσπάθησε να υποκαταστήσει τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, με μια φιλοσοφική, και περισσότερο ορθολογιστική και εγγύτερα στον Διαφωτισμό θρησκευτική προσέγγιση, ερχόμενος σε αντίθεση με την κοινή λογική και το πολιτικοθρησκευτικό κατεστημένο της εποχής.
στ) Ο “αλλόκοτος” Παναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786 – 1856), μια “σπάνια περίπτωση ειδωλολατρικής συμπεριφοράς στην προεπαναστατική Ελλάδα”. Ουτοπιστής βασισμένος στις ιδέες των Φουριέ και Σαιν-Σιμόν, επιζητά την αναθεώρηση όλων των μέχρι τότε θεωρούμενων ως δεδομένων ανθρώπινων γνώσεων. Παρεκλίνοντας κι αυτός από την “κοινή λογική” και αντισυμβατικός στο έπακρο, κάνοντας θυσίες σε βωμούς, και ερχόμενος σε ρήξη με όλους κι όλα, οραματίζεται μια “Νέα Ηθική” μέσα από την εφημερίδα “Πρόοδος” που εξέδιδε (και πιθανότατα ήταν ο μόνος πραγματικός της αναγνώστης).
ζ) Ο διαβόητος πλαστογράφος και ψευδολόγος Κωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820 ή 1824 – 1867 ή 1890), αποτελεί αναμφίβολα την γοητευτικότερη περίπτωση “αλλόκοτου” που εξετάζει ο Σινιόσογλου. Πλαστογράφος ολκής, μια περίπτωση που θα μπορούσε να είναι πρόγονος των Πεσσόα και Μπόρχες, λοιδορήθηκε και χαρακτηρίστηκε ως “το μεγαλύτερο κάθαρμα που γέννησε η Ελλάδα”, μια περίπτωση που υπερέβη την στενή ελληνική πραγματικότητα, προκαλώντας σκάνδαλο στους Γερμανικούς πανεπιστημιακούς κύκλους, αλληλογραφώντας με Βρετανικές εφημερίδες, πλαστογραφώντας ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, μπερδεύοντας τους πάντες.

“Οι Σαλοί του Διαφωτισμού είναι ένας μακρινός και ελάχιστα μελετημένος αστερισμός. Ξεκινούν πολλά υποσχόμενοι, μα οι ιδέες τους καταλήγουν ετερόκλητες και φυγόκεντρες, οι αναζητήσεις τεθλασμένες και οι συζητήσεις ακατάληκτες. Διατηρούν όμως μιαν ιδιαίτερη, παραγνωρισμένη φιλοσοφική σημασία. Ο αστερισμός τους αφενός δείχνει τα όρια του διαφωτιστικού εγχειρήματος, το σημείο δηλαδή όπου η γλώσσα και οι ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού εξαντλούνται. Τούτο είναι σημαντικό, επειδή για να γνωρίσει κανείς τη δυναμική του Νεοελληνικού Διαφωτισμού οφείλει να γνωρίζει το σημείο καμπής όπου αυτή εκφυλίζεται ή μεταλλάσσεται: να κατανοήσει την ακμήν του.”


Ο Σινιόσογλου δεν ασχολείται με τις βιογραφίες των ανθρώπων αυτών. Τον ενδιαφέρουν οι ιδέες τους και η διαδρομή τους, η πολεμική που ασκήθηκε εναντίον τους από το κατεστημένο και την περίφημη κοινή λογική. Γράφει για τον καταλυτικό ρόλο της εκκλησίας (κυρίως στην περίπτωση των Καΐρη και Σοφιανόπουλου) και εγείρει το κρίσιμο ερώτημα, το οποίο βεβαίως αιωρείται από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, τι ακριβώς είναι η (διαρκώς αναζητούμενη) “Ελληνικότητα” και τι περιέχει αυτή; Αυτοί οι επτά άνθρωποι, προσπάθησαν να χτίσουν τις γέφυρες μεταξύ αρχαιότητας και νέου Ελληνισμού ερχόμενοι σε ρήξη με ότι ήταν κοινώς αποδεκτό, άμεσα εμπλεκόμενοι στον αγώνα τους πληρώνοντάς το, με την περιθωριοποίηση τους (οι περισσότεροι), τον εξευτελισμό τους, τον εξοστρακισμό τους από την κοινωνία.

Γραμμένο με εξαιρετικό και απαράμιλλο ύφος του βιβλίο του Σινιόσογλου, έχει μεγάλες λογοτεχνικές (εκτός από τις προφανείς φιλοσοφικές) αρετές. Η γλώσσα του, ιδιαίτερη και σαγηνευτική, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη που διαβάζει δυο και τρεις φορές την κάθε σελίδα, όχι ακριβώς λόγω δυσκολίας – το βιβλίο μπορεί να μην είναι το απλούστερο (πως θα μπορούσε άλλωστε;), αλλά δεν παρουσιάζει δυσκολία κατανόησης -, αλλά λόγω της γοητείας που αποπνέει ο ζωντανός και παθιασμένος λόγος του συγγραφέα. Η περιπέτεια των ιδεών που παραθέτει ο συγγραφέας είναι απολαυστική και ο αναγνώστης βγαίνει πολλαπλά κερδισμένος μετά την ολοκλήρωση αυτού του πολύτιμου βιβλίου.

* Το βιβλίο απέσπασε το βραβείο Δοκιμίου - Μελέτης, από το ηλεκτρονικό περιοδικό "Αναγνώστης" για το 2017.






 
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2017
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2017 | Permalink
Η πιο θλιβερή ιστορία (Ο καλός στρατιώτης)
Διάβασα για πρώτη φορά το μυθιστόρημα “Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ” (“The Good Soldier”), του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα Ford Madox Ford (Surrey,1873 – Ντοβίλ Γαλλία, 1939), την δεκαετία του '90, σε μετάφραση του Γ.Ι.Μπαμπασάκη, στην έκδοση του “Δελφινιού” (ενός εκδοτικού οίκου που είχε βγάλει αρκετά ενδιαφέροντα βιβλία της ξένης λογοτεχνίας), και το μόνο που θυμόμουν από το βιβλίο ήταν η έκπληξη για το ύφος του, και, η αμφίσημη διάθεση που μου είχε προκαλέσει, δεν με είχε συγκινήσει ιδιαίτερα, μάλλον με είχε μπερδέψει. Το ξαναδιάβασα τώρα, 20 χρόνια αργότερα, στην υπέροχη έκδοση της σειράς Aldina, των εκλεκτών εκδόσεων Gutenberg, στην ίδια (αλλά ξαναδουλεμένη) θαυμάσια μετάφραση του Μπαμπασάκη και κυριολεκτικά μαγεύτηκα από την δύναμη και την διεισδυτικότητα αυτού του μοναδικού λογοτεχνικού επιτεύγματος. Ανέκαθεν απέδιδα μεγάλη σημασία στην έννοια του “timing”, της χρονικής δηλαδή στιγμής που διαβάζεις ένα βιβλίο, στην περίπτωση του “Καλού στρατιώτη” επιβεβαιώθηκα πλήρως.


Ο “Καλός στρατιώτης”, ξεκινάει με μια πρόταση που από τη μια σοκάρει τον αναγνώστη, από την άλλη προκαλεί το αμέριστο ενδιαφέρον του: “Αυτή: η πιο θλιβερή ιστορία που έχω ποτέ μου ακούσει – η πιο θλιβερή.”
Ο αφηγητής αυτής της (όντως) θλιβερής ιστορίας είναι ο Αμερικανός Ντάουελ, ο οποίος με την σύζυγό του Φλόρενς, και το ζευγάρι των Βρετανών Έντουαρντ και Λεονόρα Άσμπερναμ είναι οι ήρωες μιας παράξενης και ιδιαίτερα νοσηρής ιστορίας που διαδραματίζεται σε ένα βάθος εννέα χρόνων, από την ημέρα γνωριμίας των τεσσάρων έως την τραγική κατάληξη των δύο εξ αυτών.

Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι φαινομενικά απλή, αλλά, όπως σε όλα τα μεγάλα ψυχολογικά δράματα, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, και, κάτω από την λουστραρισμένη επιφάνεια κρύβονται πάθη, μίση, έχθρες και απέραντη κακία, παρ' ό,τι όπως συνεχώς τονίζει ο αφηγητής “ήταν όλοι καλοί άνθρωποι”.
Ο Ντάουελ αφηγείται την ιστορία της γνωριμίας του με την Φλόρενς, ένας γάμος συμφέροντος από την πλευρά της – εκείνη ήθελε να παντρευτεί έναν τζέντλεμαν με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Τον βρίσκει στο πρόσωπο του αφελούς Ντάουελ, και του ανακοινώνει από την αρχή του ταξιδιού της ότι πάσχει από την καρδιά της και χρειάζεται ησυχία. Αντιλαμβανόμαστε γρήγορα από τα λεγόμενα του αφηγητή, ότι ο γάμος τους είναι λευκός, εκείνος είναι πολύ δειλός, πολύ “κύριος” για να την πλησιάσει και να αμφισβητήσει τα λεγόμενα της "εύθραυστης" νεαράς συζύγου του.
Σε ένα ευρωπαϊκό θέρετρο (στην Έσση της Γερμανίας), γνωρίζουν το ζεύγος Άσμπερναμ, όπου ο Έντουαρντ, ο Προτεστάντης σύζυγος, είναι απόστρατος αξιωματικός του Αγγλικού στρατού (“ο καλός στρατιώτης” του τίτλου του βιβλίου), και εκείνη, η Λεονόρα είναι Καθολική Ιρλανδέζα από πολυμελή οικογένεια που βρισκόταν στα πρόθυρα χρεωκοπίας. Ο Έντουαρντ αντιμετωπίζει κι εκείνος (μάλλον πραγματικά) προβλήματα με την καρδιά του, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να συνάψει σχεδόν αμέσως, ερωτικές σχέσεις με την Φλόρενς, κάτι που ο Ντάουελ αργεί να συνειδητοποιήσει παρά τις εμφανείς (ολοφάνερες μάλλον) ενδείξεις.

“Αλλά ο αληθινός πυρετός του πόθου, η αληθινή κάψα ενός πάθους που δεν παύει να καίει, που δεν παύει να συναρπάζει, στην ψυχή ενός άντρα δεν είναι άλλη παρά η διακαής λαχτάρα του να ταυτιστεί με τη γυναίκα που αγαπά. Ποθεί να δει με τα ίδια μάτια, ν'ακούσει με τα ίδια αφτιά, ν'αγγίξει με την ίδια αίσθηση αφής, να απολέσει την ταυτότητά του, να τυλιχτεί, να τονωθεί. Γιατί ό,τι κι αν λέγεται για τις σχέσεις των φύλων, δεν υπάρχει άντρας που ν'αγαπάει μια γυναίκα και να μη λαχταράει σ'αυτήν να πάει μέσα της, εκεί, εντός, για να ξαναβρεί τις χαμένες του δυνάμεις, να ξανανιώσει το σθένος του, ν'αποκοπεί απ' ό,τι τον δυσκολεύει. Κι αυτό, ναι, αυτό θα ΄ναι, αυτό, ό,τι κι αν λένε, το κύριο κίνητρο του πόθου του γι' αυτήν. Ναι, τόσο φοβισμένοι είμαστε όλοι, τόσο μόνοι μας είμαστε όλοι, κι όλοι μας τόση ανάγκη έχουμε την έξωθεν επιβεβαίωση της αξίας μας στη ζωή, της αξίας μας στην ύπαρξη.”

Ο Ντάουελ τονίζει συνεχώς ότι οι Άσμπερναμ είναι “καλοί άνθρωποι” και νιώθει υπερηφάνεια για την κοινή τους παρέα. Ο Έντουαρντ είναι το πρότυπο στρατιώτη, εραστή, συζύγου, η δε Λεονόρα στιβαρή και πάντα δίπλα του να προλάβει κάθε απαίτηση. Η αφήγηση όμως ξεκινάει όταν έχει επέλθει το μοιραίο γεγονός του θανάτου της Φλόρενς και η απότομη αφύπνιση του Ντάουελ, που διαπιστώνει ότι πίσω από την φαινομενική κομψότητα και ηρεμία της παρέας τους, κρυβότανε ένα μεγάλο πάθος. Πίσω από την “ασθένεια” της συζύγου του υπήρχε η υποκρισία και η εκμετάλλευση, όχι μόνο με τον Έντουαρντ αλλά και με έναν νεανικό της έρωτα στο Παρίσι, πίσω από τον “αψεγάδιαστο” και ευγενικό τρόπο του Έντουαρντ υπήρχε μια έντονη αδυναμία να ελέγξει τις ορμές του, να σεβαστεί κάποια πράγματα, όπως έδειχνε και το παρελθόν του σε διάφορες μονάδες που υπηρέτησε με περιπτώσεις γυναικών που γοήτευσε. Πίσω από την ψύχραιμη και γλυκιά Λεονόρα, υπήρχε υπολογισμός και μεθόδευση που διαφαίνεται καθαρά προς το τέλος του μυθιστορήματος. Ο Ντάουελ αρνείται να πιστέψει αυτά που βλέπει, συνεχώς μονολογεί “δεν ξέρω, δεν ξέρω”, από την τυφλή εμπιστοσύνη περνάει σιγά αλλά σταθερά στο μίσος απέναντι στη νεκρή πλέον σύζυγό του, και ψάχνει παντού για απαντήσεις στις απορίες του. Τι είναι άραγε ο Ντάουελ, αφελής ή ιδιαίτερα πονηρός και πλεονέκτης;

Όπως βλέπουμε, ο αφηγητής του βιβλίου είναι παντελώς αναξιόπιστος καθώς συνεχώς αναιρεί τον εαυτό του, τα λεγόμενά του, η Φλόρενς είναι μια άκαρδη γυναίκα (που διατείνεται ότι είναι “καρδιακή”), ο Έντουαρντ είναι ένας άβουλος ερωτύλος, η Λεονόρα έχει την δική της ατζέντα. Τα δύο ζευγάρια τρώνε τις σάρκες τους υπογείως καθώς η επιφάνεια δείχνει αδιατάρακτη, μέχρι την μοιραία στιγμή που η Φλόρενς θεωρώντας ότι ο Έντουαρντ απέκτησε νέα ερωμένη, αφαιρεί τη ζωή της, διαλύοντας τα πάντα.

“Έχω, και το ξέρω, αφηγηθεί την ιστορία αυτή μ' έναν τρόπο ακανόνιστο, δίχως συνοχή, και θα 'ναι δύσκολο πολύ για τον καθένα να βρει το δρόμο του μέσα απ' αυτό που ίσως μοιάζει με λαβύρινθο. Αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα πια, δε μπορώ να βοηθήσω. Επέμεινα στην ιδέα πως βρίσκομαι σε κάποιαν αγρέπαυλη μ' έναν σιωπηλό ακροατή, που ανάμεσα απ' τις ριπές του αγέρα και τον αχό της απόμακρης θάλασσας ακούει την ιστορία μου όπως του τη λέω. Κι όταν κανείς αφηγείται μια τέτοια ιστορία – παρατεταμένη, λυπηρή, θλιμμένη -, πηδάει ακανόνιστα από το παρελθόν στο μέλλον κι από το μέλλον στο παρελθόν. Θυμάται άξαφνα σημεία που είχε ξεχάσει, και τα εξηγεί λεπτομερειακά, μια που διαπιστώνει πως δεν τα έθιξε όταν έπρεπε και πως ενδέχεται η άκαιρη παράλειψή τους να έχει δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι πρόκειται για μιαν αληθινή ιστορία και ότι τελικά όλες οι αληθινές ιστορίες μεταδίδονται μ' αυτόν τον τρόπο καλύτερα, σα να πρόκειται για μια ιστορία που διηγείται κάποιος σε κάποιον άλλον, προφορικά. Έτσι, μοιάζουν πιο πειστικές, πιο αληθινές.”

Το μυθιστόρημα του Φορντ, αυτό το λογοτεχνικό μπρα-ντε-φερ, το τόσο μεστό, πυκνογραμμένο και με υπέροχο στυλ, δημιούργησε σχολή με το ιμπρεσιονιστικό τρόπο της αφήγησής του. Όλα τα παρακολουθούμε μέσα από την εν πολλοίς διαστρεβλωμένη ματιά του αφηγητή και τα συνεχή μπρος-πίσω του. Βρισκόμαστε συνεχώς μπροστά σε αινίγματα, σε μια μπάμπουσκα που από μέσα της βγαίνουν άλλες μικρότερες. Η επιφάνεια αδιατάρακτη, μεγαλοαστική και άκρως υποκριτική – από κάτω γίνεται της μουρλής και χωρίς να κουνηθεί βλέφαρο. Είναι όντως μια ιστορία πάθους, όπως είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου, αλλά (κι εδώ είναι άλλη μια μεγάλη μαγκιά του συγγραφέα), με έναν αφηγητή άψυχο και χωρίς πάθος. Τι σαρκασμός, τι ειρωνεία!

Ο Αμερικανός Ντάουελ είναι ο άνθρωπος του “τέλους της εποχής”, του ανθρώπου των πρώτων χρόνων του 20ου αιώνα, που έχει τις σταθερές του αξίες, τα πιστεύω του, τον θαυμασμό του προς οτιδήποτε ευρωπαϊκό, του ανθρώπου που πιστεύει στην αγάπη, στον έρωτα, στις ανθρώπινες σχέσεις και όλα αυτά διαλύονται με την έναρξη του Α Παγκόσμιου πολέμου, όπου τα πάντα ανατρέπονται. Ο Ντάουελ ανήμπορος να κατανοήσει το τι γίνεται γύρω του, επιλέγει να “βλέπει” αυτά που τον βολεύουν θεωρώντας ότι μπορεί να πάει έτσι για τον υπόλοιπο βίο του, αλλά τα γεγονότα τον ξεπερνάνε. Ταυτόχρονο ο συγγραφέας κάνει έναν διάλογο με τον αναγνώστη του, τού δημιουργεί ερωτηματικά, τον ταρακουνάει συνεχώς, του αναποδογυρίζει τα δεδομένα, τον κάνει να νιώθει άβολα (αν νιώθουμε εμείς έτσι έναν αιώνα μετά, φανταστείτε τον αναγνώστη του 1915 όταν εκδόθηκε το βιβλίο) σε μια μεγαλειώδη και άψογα χορογραφημένη ελεγεία.

Λογοτεχνικός αφηγητής / ήρωας με τα χαρακτηριστικά του Ντάουελ ίσως και να παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην πεζογραφία καθιστώντας το έργο του Μάντοξ Φορντ απόλυτα πρωτοποριακό και μοντερνιστικό, αλλά βέβαια, το μυθιστόρημα θυμίζει έντονα Χένρι Τζέιμς, καθώς ο υπέροχος Μάντοξ Φορντ κεντάει, με το αφηγηματικό του ύφος, και την ψυχολογική ενδοσκόπηση των ηρώων του, η δε δομή του θα μπορούσε να είναι αυτή, ενός Γαλλικού μυθιστορήματος των Φλωμπέρ και Μπαλζάκ, ενώ όπως αναφέρει στο εξαίρετο επίμετρό του ο Γ.Ι.Μπαμπασάκης, με τον Τζόζεφ Κόνραντ ο Φορντ “συνεργάστηκε στη συγγραφή τριών μυθιστορημάτων και διδάχτηκε απ' αυτόν το πως θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι λέξεις και να συντίθενται τα μυθιστορηματα”.

Ένας κριτικός λογοτεχνίας της εποχής, χαρακτήρισε τον “Καλό στρατιώτη” ως “το καλύτερο γαλλικό μυθιστόρημα της αγγλικής γλώσσας”, ενώ ο Colm Toibin είδε στο βιβλίο  την μάχη για την εξουσία μεταξύ της Ιρλανδέζας Λεονόρας και του Έντουαρντ Άσμπερναμ. Σε ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα σαν κι αυτό, όλες οι ερμηνείες είναι ανοιχτές, αλλά εκείνο που μετράει περισσότερο είναι η απόλυτη λογοτεχνική απόλαυση που προσφέρει.

_____________________________________________________

Βαθμολογία: 89/100





 
Κυριακή, Αυγούστου 27, 2017
posted by Librofilo at Κυριακή, Αυγούστου 27, 2017 | Permalink
Πυξίδα
Με την υπέροχη “ΠΥΞΙΔΑ” (“Boussole”), το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Mathias Enard (Νιόρ,1972) – (εκδόσεις Στερέωμα, μετάφρ. Σ.Διονυσοπούλου, σελ. 472), μαγεύεσαι από την πρώτη σελίδα. Είναι τόσο μεγάλη η υπνωτιστική γοητεία που ασκεί αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη του, που σε ακολουθεί αρκετό καιρό μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσής του, η οποία (ανάγνωση) είναι από μόνη της μια αισθητική εμπειρία.

"Η ύπαρξη είναι μια οδυνηρή αντανάκλαση, το όνειρο κάποιου οπιομανή, ένα ποίημα του Ρουμί τραγουδισμένο από τον Σαχράν Ναζερί, το ostinato στο τουμπερλέκι δονεί ελαφρά το τζάμι στο άγγιγμα των δαχτύλων μου σαν το ίδιο το δέρμα του κρουστού”

Το μυθιστόρημα του Ενάρ, είναι ένα μαγικό χαλί, μας ταξιδεύει σε όλη την Ανατολή μέσα από μουσικές αλλά και την ιστορία των τόπων, από τον 19ο αιώνα έως τις μέρες μας των αλλόφρονων εκτελεστών του ISIS. Χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, χωρίς να σε ενδιαφέρει τι θα γίνει παρακάτω, απλά αφήνεσαι στην μαγεία του μουσικού ρυθμού που σε τυλίγει αργά στα δίχτυα του. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, χρησιμοποιώντας σε πρώτο επίπεδο την μουσική, είναι ένα βιβλίο για πολλά άλλα εξίσου σημαντικά πράγματα, βαθιά φιλοσοφημένο και καίριο.

"Η ζωή είναι μια συμφωνία του Μάλερ, δεν γυρίζει ποτέ πίσω, δεν υπαναχωρεί.”

Ο μουσικολόγος Φραντς Ρίττερ, περνάει μια βασανιστική νύχτα αϋπνίας στο διαμέρισμά του στη Βιέννη. Καθώς μάταια προσπαθεί να κοιμηθεί, οι σκέψεις τον βασανίζουν, όπως και η αγωνία του για την Σάρα, τη γυναίκα που αγαπάει και ποθεί για χρόνια, που άλλοτε είναι πολύ κοντά του, και άλλοτε φεύγει μακριά του και εξαφανίζεται, όπως τώρα, που κρατάει στα χέρια του μια επιστολή (το περιεχόμενο της οποίας τον έχει ταράξει πολύ) από τα βάθη της Ασίας μετά από χρόνια σιωπής και άγνοιας για το που εκείνη βρίσκεται. Η Σάρα είναι ακαδημαϊκός, η οποία, ασχολείται με τις αλληλοεπιδράσεις στις διάφορες μορφές του πολιτισμού μεταξύ Ευρώπης και Ανατολής. Οι δυο τους θα γνωριστούν κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου, όπου εκείνη συμμετέχει ως ειδήμων στην Αραβική λογοτεχνία και τον αποκρυφισμό. Θα τους ενώσει η κοινή τους αγάπη, μάλλον πάθος είναι η σωστή λέξη, για την Ανατολή και το πως επηρέασαν και επηρεάστηκαν η μουσική και γενικότερα ο πολιτισμός. Είναι οι αποκαλούμενοι, “Οριενταλιστές”, όρος πλέον μάλλον ανενεργός, η, τελείως διαφορετικός από την έννοια που είχε η λέξη τον 19ο αιώνα, καθώς έχει προχωρήσει η εξειδίκευση σε διάφορους τομείς. Μέσα στα πολλά χρόνια της γνωριμίας τους, θα ταξιδέψουν είτε μαζί, είτε χώρια, σε διάφορες πόλεις της Ανατολής, θα γοητευτούν και θα απογοητευτούν από αυτά που βλέπουν, θα δουν τις χώρες, το σκηνικό να αλλάζει, όπως κι εκείνοι άλλωστε.

Ο “Οριενταλισμός” είναι το κέντρο και η καρδιά αυτού του έξοχου μυθιστορήματος. Κατά την διάρκεια αυτής της “λευκής νύχτας” του Φραντς (ο μυθιστορηματικός χρόνος του βιβλίου, είναι ουσιαστικά αυτές οι ώρες της αϋπνίας), πραγματοποιούμε μέσα από την αφήγηση, ένα μακρύ και μαγευτικό ταξίδι, μέσα από αιώνες, συγγραφείς, μουσικούς, επιλεγμένα μουσικά κομμάτια, επιλεγμένα βιβλία, πολιτικούς, στρατιωτικούς, τυχοδιώκτες, έμπορους, αρχαιολόγους. Μέσα από τόπους και μνημεία, πόλεις της Ανατολής, κάποτε ακμάζουσες, εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα, πόλεις που έχουν μεταμορφωθεί πλέον σε φαντάσματα. Μέσα από ανθρώπους ευαίσθητους και ανιδιοτελείς, από ανθρώπους καιροσκόπους και απατεώνες. Ο Ενάρ ανακατεύει στη δημιουργική του μαρμίτα, πρόσωπα της ιστορίας, γυρολόγους, κατασκόπους και αφελείς ρομαντικούς, άλλα πασίγνωστα μέσα από ταινίες, λογοτέχνες και μουσικούς, μιλάει για περιστατικά που άφησαν εποχή, και όλα αυτά με λυρισμό, αλλά και χιούμορ, με πικρία και νοσταλγική διάθεση, αλλά και με πολιτικό σχολιασμό που ωθεί σε σκέψεις και προβληματισμούς για την σημερινή κατάσταση.

"Η τέχνη έχει τους κατασκόπους της, όπως και η Ιστορία και οι φυσικές επιστήμες έχουν τους δικούς τους. Η αρχαιολογία είναι μια μορφή κατασκοπείας, η βοτανική επίσης, η ποίηση το ίδιο· οι εθνομουσικολόγοι είναι οι κατάσκοποι της μουσικής. Οι κατάσκοποι είναι περιηγητές, οι περιηγητές είναι κατάσκοποι. “Μην πιστεύεις τις ιστορίες των περιηγητών”, λέει ο Σααντί στο “Γκιουλιστάν” (“ο κήπος με τα ρόδα”). Δεν βλέπουν τίποτα. Νομίζουν ότι βλέπουν αλλά παρατηρούν μόνο αντανακλάσεις. Είμαστε δέσμιοι των εικόνων, των αναπαραστάσεων, θα έλεγε η Σάρα, και μόνο αυτοί, που, σαν εκείνη ή σαν τον γυρολόγο, επιλέγουν να αποποιηθούν τη ζωή τους (αν κάτι τέτοιο είναι πραγματικά εφικτό) μπορούν να αγγίξουν πραγματικά τον άλλον.”

Από τον Σούμπερτ, τον Λιστ, τον Σούμαν, τον Μπετόβεν στους Άραβες μουσικούς, στα ταξίμια και στα τουμπερλέκια. Η λίστα των μουσικών κομματιών και των συνθετών που αναφέρονται, είναι τόσο εντυπωσιακή που μένεις ενεός μπροστά στη δουλειά και την επιμέλεια του συγγραφέα. Η μουσική κυριαρχεί στο μυθιστόρημα, δίνει τον ρυθμό, που σε παρασύρει στην αφηγηματική του μαγεία.

Εκτός όμως από την μουσική, το βιβλίο μιλάει και για τον έρωτα, τον ανέφικτο, τον εμμονικό, τον άπιαστο. Ο Φραντς δεν τολμάει να εκδηλώσει τα συναισθήματά του για την Σάρα, το καταπιεσμένο συναίσθημα τον βασανίζει σε όλο το βιβλίο, καθώς το καταπνίγει συνεχώς μη μπορώντας να κατανοήσει την ιδιόμορφη γοητεία της μυστηριώδους γυναίκας. Ο Φραντς είναι ένας άνθρωπος που ζει σε μια άλλη εποχή, ρομαντικός και αφελής, υπερβολικά “μαμάκιας” (οι σελίδες για τις αναφορές που δίνει στη μητέρα του, όπου κι αν βρίσκεται, περιέχουν τρομερό χιούμορ) και δειλός, ανασφαλής και αδέξιος. Η Σάρα είναι “άπιαστη”, ένα ξωτικό, μια γυναίκα που υπηρετεί πάνω απ' όλα τον σκοπό της, την επιστήμη της, ένας άνθρωπος βαθιά μοναχικός και με έντονη φιλομάθεια και περιέργεια για το νέο, το αδύνατο, το ανέφικτο.

"Η ζωή είναι ένας μακρύς στοχασμός επάνω στον θάνατο.
Θυμάσαι τον θάνατο της Ιζόλδης, για τον οποίο μου μίλησες τόσο εμπεριστατωμένα; Καταλάβαινες έναν έρωτα πλήρη, για τον οποίο ούτε ο ίδιος ο Βάγκνερ δεν είχε συνείδηση. Μια ερωτική στιγμή, την ένωση, την ενότητα με το Όλον, την ενότητα ανάμεσα στα φώτα της Ανατολής και το δυτικό σκότος, ανάμεσα στο κείμενο και τη μουσική ανάμεσα στη φωνή και την ορχήστρα. Εγώ καταλάβαινα την έκφραση του πάθους, το καρούνα. Όχι μόνο τον Έρωτα που αναζητά την αιωνιότητα. Τη μουσική ως “οικουμενική έκφραση της οδύνης του κόσμου”, έλεγε ο Νίτσε. Αυτή η Ιζόλδη, στη στιγμή του θανάτου της, αγαπά τόσο πολύ ώστε αγαπά τον κόσμο ολόκληρο. Σάρκα και πνεύμα ενωμένα. Είναι μια εύθραυστη στιγμή. Περιέχει τον σπόρο της ίδιας της τής καταστροφής. Όπως συμβαίνει και με μας. Δεν στεκόμαστε ούτε στο ύψος του έρωτα ούτε σ' εκείνον του θανάτου. Γι' αυτό θα χρειαζόταν η αφύπνιση, η ενσυνείδηση. Αλλιώς, απλά δημιουργούμε τον χυμό ενός κουφαριού, ό,τι βγαίνει από μέσα μας είναι απλώς ένα ελιξίριο οδύνης.”

Το βιβλίο όμως, σε δεύτερο επίπεδο, μιλάει για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Μέσης Ανατολής, του Ιράν. Στέκεται ιδιαίτερα στη Συρία και την καταστροφή των αρχαιολογικών της χώρων – στην Παλμύρα διαδραματίζονται μερικές αριστουργηματικές σελίδες του -, στους Τζιχαντιστές, κάνει μια διαφωτιστική αναφορά στο πως ξεκίνησε από τους Γερμανούς στον Α Παγκόσμιο πόλεμο, η τζιχάντ των Μουσουλμάνων, μιλάει για το παράλογο της πολιτικής κατάστασης στο Ιράν. Υποδόρια περνάει ένα ειρηνικό μήνυμα μιλώντας για το πως αλληλοεπηρεάστηκαν η Δύση και η Ανατολή, καθώς ούτε οι δυτικές χώρες, ούτε οι Αραβικές ή και η Τουρκία θα ήταν ίδιες χωρίς τις πολιτισμικές επιρροές, κάτι που ξεχνάμε ή (ίσως οι περισσότεροι) αγνοούμε.

Η πυξίδα δείχνει εκεί που επιθυμεί η καρδιά σου, γράφει κάπου ο Ενάρ, παίζοντας σχεδόν συνεχώς με την αλληγορία, της κατεύθυνσης, των συνόρων πραγματικών η φανταστικών, της σχετικότητας των ιδεών και της μείξης των πολιτισμών. Που αρχίζει η Ανατολή και που τελειώνει, η αναζήτηση του άλλου μέσα στον εαυτό μας, τι μένει από τα λυρικά και ερωτικά ποιήματα των Αράβων ποιητών, τα σχεδόν λιγωτικά μέσα στις κατακόμβες των νεκρών από τις τρομοκρατικές επιθέσεις του σήμερα.
Η “Πυξίδα”, είναι ένα πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα στοχασμού και ιδεών, που ευτύχησε να μεταφραστεί από την εξαιρετική Σοφία Διονυσοπούλου, ένα μυθιστόρημα από το οποίο ο αναγνώστης αποκλείεται να μην επηρεαστεί, να μη συγκινηθεί, να μη προβληματιστεί.

Βαθμολογία 85/100

* Αρκετά αναλυτικό (όχι πλήρες-πως θα μπορούσε άλλωστε) soundtrack του βιβλίου μπορείτε να βρείτε εδώ.





 
Τρίτη, Αυγούστου 22, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 22, 2017 | Permalink
Το χρώμα της σκιάς
Ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα γεμάτο εικόνες και νοσταλγία, είναι το θαυμάσιο βιβλίο του Γερμανού ζωγράφου αλλά και βραβευμένου συγγραφέα Gerrit Bekker (Αμβούργο, 1943), με τίτλο “ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ” (“Farbe der Schatten”), που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις (πάντοτε καλαίσθητες και προσεγμένες) εκδόσεις Περισπωμένη, σε ωραία μετάφραση της Έλενας Σταγκουράκη (σελ. 298).


Η μεταπολεμική Γερμανία, που χτίζεται μέσα από τα χαλάσματα, η σιωπηλή Ελληνίδα μητέρα που δεν βλέπει την ώρα να επιστρέψει στον τόπο της, ο βίαιος Γερμανός πατέρας, η τρυφερή θεία που τους φροντίζει όλους, η εξοικείωση με την φρίκη του πολέμου, των τραυματιών, των νεκρών, των ερειπίων, η μανία με την ζωγραφική, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες, το ταξίδι στην μητρική γη, τόσο διαφορετική από την πατρική, όπου όλα φαίνονται πρωτόγονα και τόσο ελκυστικά, οι συνήθειες των Ελλήνων, το φως που τα δείχνει όλα διαφορετικά, η επιστροφή στην πατρίδα, το χάσμα με τον πατέρα, οι τσακωμοί, η ανεξαρτησία, το όνειρο που πρέπει να υλοποιηθεί.

"Σχεδίασα εκείνον, έτσι όπως κοίταζε επίμονα το έργο του, και είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν μόνος στον χώρο. Το πρόσωπο είναι μόνο ένα μέρος αυτού που ο καθένας μας γνωρίζει πως τον χαρακτηρίζει. Γύρισε τότε το κεφάλι, και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Παρατήρησα πως οι σκιές του προσώπου είχαν στέρεη μορφή, όπως και το φως, και πως είναι αυτό το είδος μορφής και οι διαβαθμίσεις της που καθορίζουν την αναγνωρισιμότητα, το περίγραμμα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σχεδίαζα. Επιφάνεια και βάθος, πρώτο πλάνο και φόντο. Έγραψα στο χαρτί: “Η μορφή υπάρχει για να αιχμαλωτίζει το παιχνίδι της σκιάς και του φωτός”. Κι έμεινα να κοιτάζω τα χέρια μου, που ήταν σαν να κινούνταν από μόνα τους και τα μάτια απλώς να ακολουθούσαν την κίνησή τους.”

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, και το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος (το οποίο εκτείνεται ως την μέση του βιβλίου), ο συγγραφέας αφηγείται την παιδική του ηλικία στο Αμβούργο. Γερμανία βομβαρδισμένη και ηττημένη μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, σκηνές στους δρόμους και στο σπίτι, όπου ο πατέρας είναι διαρκώς απών και όποτε έρχεται, φέρεται αυστηρά και σκληρά στον μικρό γιο, η μητέρα με μια ραπτομηχανή δίπλα στο παράθυρο, να κοιτάει τον γκρίζο ουρανό. Δίπλα στον μικρό συνεχώς η θεία Φρίντα που ζει μαζί τους. Οι πρώτες απόπειρες ζωγραφικής, το ταλέντο που ήδη διαφαίνεται, οι παρέες, το παιχνίδι στα χαλάσματα, οι εικόνες φρίκης που ζωγραφίζει και επιφέρουν τιμωρίες στο σχολείο αλλά και η γνωριμία με έναν απομονωμένο καλλιτέχνη μέσω ενός (κατά τ' άλλα αυστηρού) δασκάλου που διείδε το ταλέντο του παιδιού.
Σκηνές σκληρές από την γειτονιά, από την θολή και ρευστή κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας, σκηνές λυρισμού και ποίησης μέσα από τα μάτια ενός ευαίσθητου παιδιού που δημιουργεί τον δικό του κόσμο. Ο πατέρας που πάει να δουλέψει στην Φραγκφούρτη και η μητέρα φοβισμένη και πάντα σιωπηλή κουβαλώντας τον τρόμο που βίωσε στους βομβαρδισμούς της πόλης, όταν οι γείτονες, δεν την άφηναν να μπει στο καταφύγιο επειδή δεν ήταν Γερμανίδα.

Στο δεύτερο μέρος, ο αφηγητής, έφηβος πλέον, πηγαίνει με την μητέρα του στην Ελλάδα. Η μητέρα θα φιλοξενηθεί στο πατρικό της, στην Ελευσίνα. Από την Γερμανία της δεκαετίας του 50, στην μεταπολεμική Ελλάδα που προσπαθεί κι αυτή να αναστηλωθεί. Όλα φαίνονται εξωτικά και περίεργα στο αγόρι που δεν θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Σκηνές της καθημερινότητας σε ένα περιβάλλον που θυμίζει χωριό παρ' ότι βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Οι εικόνες κι εδώ εκπληκτικές. Τα τραπεζώματα, η σφαγή του αμνού για το Πάσχα, η βόλτα με τον θείο-ταξιτζή στην Αθήνα και η επίσκεψη στο πορνείο, το τριήμερο σε ένα μοναστήρι ψάχνοντας έναν αγιογράφο ιερέα. Οι θείοι του, ο παππούς και η γιαγιά, η φύση διαρκώς παρούσα, η θάλασσα, το ψάρεμα, τα νέα ήθη κι έθιμα. Ο πρώτος έρωτας στο πρόσωπο της ξαδέρφης του Ειρήνης που φέρνει και την ένταση μέσα στην οικογένεια. Η μητέρα του όμως δεν θα επιστρέψει ποτέ στη Γερμανία. Έχει αποφασίσει να μείνει για πάντα στην πατρίδα της, χωρίζοντας τον Γερμανό της σύζυγο. Ο αφηγητής θα γυρίσει στη Γερμανία

Το τρίτο μέρος, το μικρότερο από τα υπόλοιπα, απεικονίζει την επιστροφή στο Αμβούργο, την άρνηση του αφηγητή να συνεχίσει στο σχολείο, την επιθυμία του να εργαστεί, τις αιώνιες συγκρούσεις με τον πατέρα, την επιθυμία του να ασχοληθεί με την ζωγραφική, να ακολουθήσει την καλλιτεχνική του φύση άσχετα από οποιοδήποτε κόστος και αποδεχόμενος τον μοναχικό του δρόμο.

"Ότι και να με περίμενε στο μέλλον φάνταζε μακρινό. Σαν ένα βιβλίο που οι σελίδες του μόλις και μετά βίας συγκρατιούνται μαζί.”

Το “Χρώμα της σκιάς”, είναι ένα υπέροχο βιβλίο, γραμμένο με εξαιρετικό στυλ, με έντονες εικόνες και με υπέροχο αφηγηματικό ρυθμό. Είναι ένας φόρος τιμής στην παιδική και εφηβική ηλικία του συγγραφέα και στην μορφή της μητέρας, η οποία δεσπόζει ως διακριτική και σιωπηλή παρουσία καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου. Το έντονα αυτοβιογραφικό αφήγημα του Μπέκερ αποτελεί όμως και ένα κοινωνικό σχόλιο για την μεταπολεμική κοινωνία της εποχής, για την ηττημένη του πολέμου Γερμανία, αλλά και για την μικροκοινωνία της Ελευσίνας όπου ο νεαρός αφηγητής θα περάσει ένα μικρό αλλά σημαντικό για τη ζωή του, διάστημα. Γεμάτο χρώματα και εικόνες, το σαγηνευτικό μυθιστόρημα του Μπέκερ διαβάζεται πολύ ευχάριστα και χαρίζει μερικές ώρες γνήσιας απόλαυσης.

Ο (εν πολλοίς άγνωστός μας) Γκέριτ Μπέκερ είναι ένας αναγνωρισμένος και σημαντικός καλλιτέχνης, ο οποίος έχει αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις τόσο στον λογοτεχνικό χώρο (πεζογραφία και ποίηση), όσο και στη ζωγραφική με συνεχείς εκθέσεις. Το “Χρώμα της σκιάς” τιμήθηκε με το βραβείο Mara Cassens, το 1993. Η εξαιρετική έκδοση της Περισπωμένης, με τον υπέροχο πίνακα του καλλιτέχνη στο εξώφυλλο, είχε την οικονομική υποστήριξη της “Εταιρείας Φίλων του Συγγραφέα

ΘΑΜΠΩΜΕΝΟΣ

Πάντοτε σαν έβγαινε η μητέρα μου
είτε ήτανε νωρίς -
είτε ήτανε αργά -
σάλευαν οι κουρτίνες
στα γειτονικά διαμερίσματα
και τα φώτα έσβηναν
για να επιστρέψουνε στο βλέμμα
να συνεχίσει να την ατενίζει
στον δρόμο.
Να, εκεί, περνάει -
Μυστικοτηρητής κι εγώ
στα κρυφά τη χαζεύω
θαμπωμένος,
κι αφότου ακόμη περάσει -
την όμορφη, τη ζωηρή μελαχρινή -
πως τα μαλλιά της στο διάβα τινάζει
ή το πόδι προτάσσει -
σαν διάφανο νερό που γλείφει βότσαλα λευκά.
Κι εμείς ακόμη, της οικογένειας, τη χαζεύαμε να περνά -
ψιθυρίζοντας:
Κοιτάξτε -
νά τη! Περνά - “


Βαθμολογία: 79/100




 
Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017 | Permalink
NYOS + ΚΑΪΑΦΑΣ
Με τα προσωπικά αδιέξοδα των ηρώων τους, ασχολούνται δύο πολύ ενδιαφέροντα, ελληνικά μυθιστορήματα της πρόσφατης παραγωγής, από δύο ολιγογράφους έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι με το δεύτερό τους μόλις λογοτεχνικό έργο, σε ώριμη ηλικία, πραγματοποιούν ένα αξιόλογο βήμα στην συγγραφική τους πορεία. Το “NYOSτου Βασίλειου Φ. Δρόλια (Αθήνα, 1969) – (εκδ. Κέδρος, σελ. 246) και ο “ΚΑΪΑΦΑΣ” του Νίκου-Αδάμ Βουδούρη (Μεσσηνία, 1965) – (εκδ. Πατάκη, σελ.152), μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, αλλά το αίσθημα της φυγής είναι το νήμα που τα συνδέει, παρ' ότι τα εξωτερικά στοιχεία της ιστορίας που αφηγούνται είναι πολύ διαφορετικά.

Στο “NYOSτου Δρόλια, ο 35άρης Βιολόγος, Ρότζερ Μπέικον, ο οποίος εργάζεται σε μια πολυεθνική εταιρεία στο Λονδίνο, σε μια καθοριστική στιγμή της ζωής του, παίρνει την απόφαση να μεταβεί για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο Καμερούν και πιο συγκεκριμένα στη λίμνη Nyos του Καμερούν, όπου τον Αύγουστο του 1986 συνετελέσθη ένα απίστευτο γεγονός. Χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν νεκροί, όπως και δεκάδες χιλιάδες ζώα, ενώ μια τεράστια έκταση γύρω από τη λίμνη ερημώθηκε και τα παραλίμνια χωριά μετατράπηκαν σε πόλεις-φαντάσματα. Όλα αυτά μέσα σε λίγες ώρες. Το μυστήριο λύθηκε μετά από αρκετά χρόνια και ο δολοφόνος ήταν η λίμνη, η οποία βρίσκεται μέσα σε ένα κρατήρα ενεργού ηφαιστείου. Μια κατολίσθηση ελευθέρωσε όλο το διοξείδιο του άνθρακα από τον βυθό, που εξαπλώθηκε στη γύρω περιοχή δημιουργώντας ένα σύννεφο το οποίο σκέπασε κάθε ζωντανό οργανισμό.
Η αποστολή του Ρότζερ είναι να μελετήσει την υδρόβια ζωή, καθώς η εταιρεία του είχε ξεκινήσει πειραματικά την ανάπτυξη των ψαριών εντός της λίμνης, καθώς η ίδια η λίμνη δεν είχε ποτέ ψάρια στο εσωτερικό της. Ήταν ένα πείραμα μέσα στα πλαίσια ανάπτυξης της πανίδας της λίμνης.

Ο Ρότζερ όμως δεν έχει στο μυαλό του μόνο την επιστημονική του αποστολή. Κυρίως θέλει να ξεφύγει από το αδιέξοδο στη ζωή του και υπό το βάρος των επιλογών και των αποφάσεων που πρέπει να πάρει και καθυστερεί με την φυγή του. Είναι παντρεμένος με την Άννα, με την οποία είναι μαζί από τα φοιτητικά του χρόνια και έχουν δύο παιδιά, ενώ είναι ερωτευμένος με την εικαστική καλλιτέχνιδα μοντέρνας τέχνης, Τζέσικα, με την σχέση τους να έχει φτάσει σε ένα σταυροδρόμι αποφάσεων. Ο Ρότζερ συντάσσει ανεπίδοτες επιστολές προς την Τζέσικα, την οποία σκέπτεται συνεχώς, ενώ η δουλειά του δεν συναντά την αποδοχή της εταιρείας του. Η ατμόσφαιρα της Αφρικής, τα υπαρξιακά του προβλήματα που διογκώνονται, όπως και η γνωριμία του με έναν ντόπιο ψαρά, λίγο σαλεμένο, λίγο σοφό, ο οποίος με τις θεωρίες που αναπτύσσει αρχίζει να επηρεάζει τον Ρότζερ σε σημείο που εκείνος να αναθεωρήσει αρκετές από τις δεδομένες απόψεις του, συντελούν ώστε να έρθει σε κόντρα με την εταιρεία του.

Ο Δρόλιας δομεί το μυθιστόρημα του, ώστε τα κεφάλαια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Ρότζερ, να εναλλάσσονται με τα κεφάλαια της τριτοπρόσωπης αφήγησης για την Τζέσικα και τις πρωτοποριακές κατασκευές της, τις οποίες εμπνέεται από την γνωριμία της με τον Ρότζερ. Ενδιάμεσα, υπάρχουν οι ερωτικές αλλά και υπαρξιακά απελπισμένες, ανεπίδοτες επιστολές του Ρότζερ προς το αντικείμενο του έρωτά του. Πολύ σύντομα όμως το ενδιαφέρον γέρνει προς τις περιπέτειες του Ρότζερ, καθώς οι αφηγήσεις για την Τζέσικα δείχνουν αμήχανες και μετέωρες, ενώ οι προβληματισμοί για την ουσία της τέχνης δεν συντελούν στην ανάπτυξη της πλοκής.

Με το πνεύμα του Τζόζεφ Κόνραντ να διαποτίζει το βιβλίο, η ιστορία που αφηγείται ο Δρόλιας (δεινός αναγνώστης λογοτεχνίας και από τους παλαιότερους bloggers του διαδικτύου), είναι πολύ ενδιαφέρουσα και καίρια, ενώ είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη προσπάθεια του να αποφύγει τον (κάποιες φορές αναπόφευκτο) διδακτισμό. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η οικολογική καταστροφή, ο ρόλος των εταιρειών έρχονται στο προσκήνιο. και δίδουν πρόσθετο βάρος και ουσία στην ιστορία, από την άλλη είναι λίγο αδιέξοδη η υπαρξιακή περιπέτεια του ήρωα, δημιουργώντας ένα χάσμα στο συνολικό πνεύμα του βιβλίου. Σίγουρα όμως, το “Nyos” είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, που αφηγείται ένα γεγονός που οι περισσότεροι (όπως εγώ) δεν γνώριζαν, το οποίο ξεφεύγει από την συνηθισμένη εγχώρια εσωστρέφεια.


Σε διαφορετικό πλαίσιο κινείται το μικρό μυθιστόρημα (περισσότερο νουβέλα θα έλεγα) του Νίκου Αδάμ Βουδούρη, με τίτλο “ΚΑΪΑΦΑΣ” (κι εδώ μια λίμνη στον τίτλο ως ένα έτερο στοιχείο “συγγένειας”, και όχι μόνο, με το βιβλίο του Δρόλια), ένα ιδιότυπο road novel (μυθιστόρημα δρόμου), υπαρξιακό και υπαινικτικό.

Ένας νεαρός άνδρας (του οποίου δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομα), στέλεχος εταιρείας, κατά τη διάρκεια ενός συμβουλίου, φεύγει (δραπετεύει) απ' όλους και απ' όλα, ένα καυτό καλοκαιρινό πρωινό. Μπαίνει στο αυτοκίνητό του και οδηγεί προς την δυτική Πελοπόννησο χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σε μια παραλία που σταματάει, βρίσκει έναν σκύλο, τον Σαμψών, όπως γράφει το νικελένιο ταμπελάκι που είχε στον λαιμό του (μαζί με ένα άλλο που είχε έναν αριθμό κινητού). Τον παίρνει μαζί του και συνεχίζουν το ταξίδι τους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, ο άνδρας πηγαίνει από μέρος σε μέρος, από παραλία σε παραλία, μιλώντας με αγνώστους, λέγοντάς τους ελαφρώς παράλογες ιστορίες για τον σκύλο και τον εαυτό του. Θα βρει καταφύγιο τελικά σε ένα παραλιακό χωριό, κοντά στη λίμνη Καϊάφα (με τα περίφημα λουτρά), και πιο συγκεκριμένα σε μια ταβέρνα όπου θα αυτοπροταθεί και θα προσληφθεί ως σερβιτόρος.

Η σωματική εργασία τον αλλάζει, νιώθει σαν να κάνει μια δουλειά που του ταιριάζει επιτέλους, ταυτόχρονα η σχέση του με τον σκύλο τον ηρεμεί – νιώθει περισσότερο κοντά του απ' ότι με οποιοδήποτε άνθρωπο, ενώ η δεδομένη ασθένεια του Σαμψών (κάτι που δεν έβλεπε ή δεν διέκρινε όσο οδηγούσε), τον κάνει πιο υπεύθυνο, πιο συνειδητοποιημένο. Ο άνδρας αισθάνεται ότι είναι η πρώτη φορά που νοιάζεται για κάποιον και αυτή η αίσθηση τον ωριμάζει κατά κάποιο τρόπο.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε μικρά κεφάλαια, σαν κινηματογραφικά fade-outs και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία εξελίσσεται γραμμικά. Το ύφος είναι αποστασιοποιημένο και εγκεφαλικό, ενώ το αρχικό ελαφρώς πικαρέσκο στυλ με τις φάρσες και την “τρέλα” του ήρωα, διαδέχεται μετά την συνειδητοποίηση της μοναξιάς του, και της σχέσης του με τον Σαμψών, η αλλαγή και στο στυλ του βιβλίου.

Ώριμη και δουλεμένη γραφή αλλά η ιστορία παραμένει αδιέξοδη, όπως και ο ήρωας του βιβλίου. Εξαιρετικές περιγραφές του δρόμου και της φύσης, της καταστροφής από τις πυρκαϊές, της παρακμής των λουτρών στη λίμνη, ενώ η επιλογή της εποχής και πιο συγκεκριμένα η υπερβολική ζέστη του καλοκαιριού ταιριάζει απόλυτα με το αίσθημα της ασφυξίας του ήρωα.

Το βιβλίο έχει καλό ρυθμό αλλά το Μπεκετικό ύφος που προσπαθεί να υιοθετήσει ο συγγραφέας, έχει ωραίες στιγμές αλλά και κάποιες αμήχανες, ενώ θεωρώ ότι ακόμα και οι 150 σελίδες του μυθιστορήματος φαίνονται πολλές, ίσως λειτουργούσε καλύτερα ως διήγημα. Μια ωραία και έντιμη προσπάθεια σε ένα πολύ δύσκολο μυθιστορηματικό στυλ.


Βαθμολογία και των δύο βιβλίων: 73/100




 
Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017 | Permalink
Λίγη ζωή
Νιώθω ότι γι' αυτό το μυθιστόρημα, θα έπρεπε να κάτσω να γράψω μόλις ολοκλήρωνα την ανάγνωσή του, όταν διάβασα την τελευταία του σελίδα. Αισθάνομαι ότι, αφήνοντας να περάσουν μερικές ημέρες και διαβάζοντας άλλα δύο βιβλία στο ενδιάμεσο, αποστασιοποιήθηκα και δεν γνωρίζω αν, αυτό με βοηθήσει στο κείμενο που θα παραθέσω. Μου φαίνεται ότι, θα αδικήσω ένα τόσο συναισθηματικό βιβλίο εξετάζοντάς το ψύχραιμα, γιατί θα εστιάσω στα (αρκετά) μειονεκτήματά του και μάλλον θα χάσω την ουσία. Είμαι σίγουρος ότι, αυτό το κείμενο δεν θα μπορέσει να μεταφέρει στον αναγνώστη του, αυτό που βίωσα.

Ο λόγος για το συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Αμερικανίδας (με καταγωγή από την Χαβάη), Hanya Yanagihara (1974, Los Angeles), με τίτλο “ΛΙΓΗ ΖΩΗ” (“A little life”), (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Μ.Ξυλούρη, σελ. 891), ένα βιβλίο, ιδιαίτερα δημοφιλές στη χώρα μας, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά, και που έχει φανατικούς οπαδούς, αλλά και ορκισμένους εχθρούς – τους καταλαβαίνω και τους δύο (εξάλλου κάθε έργο τέχνης που αξίζει, προκαλεί εντάσεις). Τι είναι όμως αυτό που κάνει, ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, που δεν έχει καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία υφολογικά, και με εμφανή προβλήματα ρυθμού, να είναι τόσο σαγηνευτικό και όπου η (πιο) κλισέ έκφραση (στον χώρο των βιβλιόφιλων), “δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου” να εφαρμόζει απόλυτα;

Ένας Αμερικανός κριτικός έγραψε ότι η “Λίγη ζωή” “σε αποπλανά, την ίδια στιγμή που σε αηδιάζει, σε φοβίζει, σε εξαντλεί”. Ο μέσος άνθρωπος του πρώτου ή/και του δεύτερου κόσμου, είναι εξοικειωμένος με τις σκηνές βίας, με την κακοποίηση, την παιδοφιλία μέσα από (τις υπερβολικά πολλές) εικόνες στους τηλεοπτικούς του δέκτες, είναι όμως η δύναμη της λογοτεχνίας, η δύναμη του γραπτού λόγου που μετατρέπει αυτές τις εικόνες σε κάτι εφιαλτικό και αποτρόπαιο, σε κάτι που μπορεί να σε κάνει να χάσεις τον ύπνο σου. Είναι η δύναμη της λογοτεχνίας που μπορεί να συνδυάσει με τον καλύτερο τρόπο την απανθρωπιά και την σκληρότητα, με σελίδες γεμάτες απλή και ανιδιοτελή αγάπη, αφοσίωση και αληθινή φιλία.

“Τελευταία, αναρωτιόταν αν η συνεξάρτηση ήταν τόσο κακό πράγμα. Ευχαριστιόταν τις φιλίες του και δεν έβλαπτε κανέναν, οπότε ποιον ένοιαζε αν ήταν συνεξαρτημένος ή όχι. Και τέλος πάντων, από πού κι ως πού η φιλία είχε περισσότερη συνεξάρτηση από μια σχέση; Γιατί είναι αξιοθαύμαστη όταν είσαι είκοσι επτά μα ανατριχιαστική όταν είσαι τριάντα επτά; Γιατί δεν είναι η φιλία εξίσου καλή με μια σχέση; Γιατί δεν είναι ακόμα καλύτερη; Ήταν δύο άνθρωποι που έμεναν μαζί, κάθε μέρα, ενωμένοι όχι από το σεξ ή τη σωματική έλξη ή τα χρήματα ή τα παιδιά ή την ακίνητη περιουσία, μα μονάχα από την κοινή συμφωνία να συνεχίσουν την αμοιβαία αφοσίωση σε μια ένωση που ποτέ δεν θα κωδικοποιούνταν. Φιλία είναι να παρίστασαι στην αργή ροή των δυστυχιών ενός άλλου, και σε μεγάλα διαστήματα βαρεμάρας, και περιστασιακούς θριάμβους. Είναι να αισθάνεσαι τιμή για το προνόμιο να είσαι παρών στις πιο κακές στιγμές ενός άλλου ανθρώπου, και να ξέρεις ότι μπορείς κι εσύ να είσαι στις κακές σου μπροστά του σε αντάλλαγμα.”

Η αφήγηση εστιάζεται στη ζωή τεσσάρων κολλητών φίλων κατά τη διάρκεια τριών (και βάλε) δεκαετιών της ζωής τους. Φοιτητές σε ένα επιφανές κολλέγιο, ο πανέμορφος Γουίλεμ, παιδί Σκανδιναβών γονιών που στρέφεται αργά αλλά σταθερά, προς το θέατρο και τον κινηματογράφο, ο έγχρωμος εγωκεντρικός ζωγράφος Τζέι Μπι, ο ευαίσθητος αρχιτέκτονας Μάλκολμ και τέλος, ο Τζουντ, ο ήρεμος και γοητευτικός υπότροφος στη Νομική που προσλαμβάνεται στην εισαγγελία της Ν.Υόρκης μετά την αποφοίτησή του. Παρακολουθούμε για αρκετές (πολλές μάλλον) σελίδες την παρέα πανοραμικά, να τρώνε γκουρμέ ή μη φαγητά, να περιδιαβαίνουν, να μιλάνε για τα φοιτητικά τους χρόνια - είναι ενδεικτικό ότι αυτή η εισαγωγή κρατάει γύρω στις 100 σελίδες, μέχρι η πένα της συγγραφέως εστιάσει κατά κύριο λόγο στον Τζουντ, τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου και τη ζωή του, καθώς και την σχέση του με τον Γουίλεμ, τον πιο κοντινό του άνθρωπο, αυτόν που ήρθε πιο κοντά του από τον καθένα.

Η συγγραφέας τοποθετεί τη δράση του βιβλίου της σε ένα άχρονο πλαίσιο, όπου τα εξωτερικά στοιχεία δεν παίζουν κανένα ρόλο. Δεν καταλαβαίνουμε σε ποιες δεκαετίες αναφέρεται, οι ήρωες μεγαλώνουν, ωριμάζουν αλλά όπως στα παραμύθια, τίποτα εξωτερικά δεν συμβαίνει, η κοινωνία παραμένει η ίδια, λες και όλη η ιστορία (μάλλον οι ιστορίες) που αφηγείται συμβαίνουν στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Με αυτό το τρικ, ο αναγνώστης προσηλώνεται στην αφήγηση της ιστορίας, χωρίς περισπασμούς με κοινωνικοπολιτικά γεγονότα.

Ο ήρωας του βιβλίου και αναμφίβολα, το πρόσωπο που σχεδόν εξαναγκάζεται συναισθηματικά να ταυτιστεί ο αναγνώστης, είναι ο Τζουντ. Ένας άνθρωπος με κινητικά προβλήματα λόγω της ταλαιπωρίας που έχουν υποστεί τα άκρα του, ένας άνθρωπος που κόβεται/χαρακώνεται με μανία, καθημερινά, στα χέρια και στα πόδια, ένας άνθρωπος που η πλάτη του είναι γεμάτη βαθιές χαρακιές, ένας άνθρωπος που αποπνέει μυστήριο για τους γύρω του, ενώ ακόμα και οι φίλοι του δεν γνωρίζουν τίποτα για το παρελθόν του.

"“Η ζωή ήταν τρομακτική· ήταν άδηλη. Ακόμα και τα χρήματα του Μάλκολμ δεν θα τον προστάτευαν πλήρως. Η ζωή θα του συνέβαινε, και θα έπρεπε να προσπαθήσει να της αποκριθεί, ακριβώς όπως κι εκείνοι. Όλοι - ο Μάλκολμ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτό με τα ξυράφια του - αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολόδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.”

Το παρελθόν του Τζουντ ξετυλίγεται αργά και μας δίδεται σε μικρές δόσεις. Ορφανός που εγκαταλείπεται σε μοναστήρι και μετά το σκάει με έναν από τους καλόγερους, ενώ η αναφορά σε κάποιον γιατρό που τον κατέστρεψε είναι συνεχής. Πως κατορθώνει αυτός ο άνθρωπος να πάρει υποτροφία σε ένα εξαίρετο κολλέγιο, να αποφοιτήσει με επαίνους, να προσληφθεί στην εισαγγελία της Νέας Υόρκης, απ' όπου θα φύγει μετά από μερικά χρόνια καθώς προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη δικηγορική εταιρία όπου αναδεικνύεται ως ο σούπερ και αδίστακτος δικηγόρος, που για ένα 12ωρο είναι ο άψογος και ζηλευτός επαγγελματίας, γυρίζοντας όμως σπίτι είναι ο έφηβος Τζουντ που αναζητά μετά μανίας το ξυράφι;

Ο Τζουντ είναι ένας πολύ άτυχος άνθρωπος, ο οποίος όμως από την άλλη είναι και αφάνταστα τυχερός. Από την ώρα που θα αρχίσει τις σπουδές του, βρίσκονται δίπλα του, ή, γύρω του, άνθρωποι που θα τον αγαπήσουν και θα τον αγκαλιάσουν. Ο καθηγητής και μέντοράς του, ο Χάρολντ που θα τον υιοθετήσει, ο Γουίλεμ, ο κολλητός του, που θα είναι πάντα δίπλα του, ο γιατρός του ο Άντι που θα είναι πάντα έτοιμος για κάθε στραβοτιμονιά, ο Μάλκολμ που θα τον θαυμάζει και ο Τζέι Μπι που πάντα θα αποζητάει ένα νεύμα, μια χειρονομία του. Κανείς όμως από αυτούς δεν φαντάζεται την έκταση της κακοποίησης, κανείς δεν ρωτάει γιατί φοβάται την απάντηση.

 Οι τέσσερις φίλοι αργά αλλά σταθερά χτίζουν την καριέρα τους, την πορεία τους στη ζωή. Όλοι προοδεύουν, ο Γουίλεμ γίνεται ηθοποιός παγκόσμιας κλάσης, ο Μάλκολμ αρχιτέκτονας περιζήτητος, ο Τζέι Μπι διάσημος ζωγράφος. Η σχέση τους δοκιμάζεται, περνάει διάφορα στάδια, ακόμα και ο σεξουαλικός προσανατολισμός των δυο, του Γουίλεμ και του Μάλκολμ θα αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών – μόνο ο Τζει Μπι θα μείνει σεξουαλικά σταθερός στις προτιμήσεις του.
Όμως όλα αυτά περνάνε σε δεύτερο πλάνο καθώς, η ιστορία του Τζουντ κυριαρχεί στο βιβλίο – θα φτάσουμε στη μέση μέχρι να μάθουμε τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα, να καταλάβουμε μέσα από την ιστορία, τι ακριβώς έχει γίνει στη ζωή του Τζουντ μέχρι τα 15 του χρόνια, μέχρι να αρχίσει η φρίκη που πιάνει τον αναγνώστη (όπως άλλωστε κι εμένα), από τον λαιμό και δεν θα τον αφήνει να κοιμηθεί τα βράδια. Η Γιαναγκιχάρα αφηγείται με θαυμαστό τρόπο, τα τραύματα του Τζουντ, την απέχθεια προς τον εαυτό του, την αυτοκαταστροφική του μανία που παρασέρνει τα πάντα, την ανάγκη του για αγάπη και τρυφερότητα που κρύβει τόσο καλά, την δισυπόστατη προσωπικότητά του, που ξαφνιάζει όσους τον ξέρουν καλά, καθώς παρακολουθούν αυτόν τον εύθραυστο και τρυφερό άνθρωπο να μετατρέπεται σε ύαινα στο δικαστήριο, έτοιμος να κατασπαράξει τον ατυχή του αντίπαλο.

“ “Τζουντ” του λέει ο Χάρολντ, χαμηλόφωνα. “Καημένε Τζουντ. Γλυκέ μου”. Και με αυτό βάζει τα κλάματα, γιατί κανένας δεν τον έχει πει ποτέ γλυκό του, όχι από τον αδελφό Λουκ. Μερικές φορές ο Γουίλεμ προσπαθούσε – γλυκέ μου ,προσπαθούσε να τον φωνάξει ο Γουίλεμ, καρδιά μου - , και τον ανάγκαζε να το κόψει· το γλυκόλογο για κείνον ήταν βρομερό, μια λέξη εξευτελιστική και ακόλαστη. “Γλυκέ μου” λέει πάλι ο Χάρολντ, και θέλει να σταματήσει· θέλει να μη σταματήσει ποτέ. “Μωρό μου”. Και κλαίει και κλαίει, κλαίει για όσα έχει υπάρξει, για όσα θα μπορούσε να είχε γίνει, για κάθε παλιό πόνο, για κάθε παλιά ευτυχία, κλαίει για την ντροπή και τη χαρά του να μπορεί επιτέλους να είναι παιδί, με όλα τα καπρίτσια και τις επιθυμίες και τις ανασφάλειες ενός παιδιού, για το προνόμιο να φέρεται άσχημα και να τον συγχωρούν, για την πολυτέλεια της τρυφερότητας, της στοργής, του να του σερβίρουν ένα γεύμα και να τον αναγκάζουν να το φάει, για την ικανότητα, επιτέλους, επιτέλους να πιστέψει τις διαβεβαιώσεις ενός γονιού, να πιστέψει ότι για κάποιον είναι ξεχωριστός παρά τα λάθη του και το μίσος του, εξαιτίας των λαθών του και του μίσους του.”

Είναι όλα δοσμένα σε υπερβολικό βαθμό, στο πληθωρικότατο αυτό μυθιστόρημα. Η βία και η σκληρότητα θα μπορούσαν να αποτελούν στοιχείο μιας σαδομαζό ταινίας, η αγάπη και η τρυφερότητα φτάνουν σε μελοδραματικά πλαίσια. Η συγγραφέας έχει αφομοιώσει εξαιρετικά, όλη τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Η παρουσία του Ντίκενς είναι ιδιαίτερα αισθητή, όπως και οι επιρροές από την Γκόθικ λογοτεχνική σκηνή, ενώ το βιβλίο δομείται ως “μυθιστόρημα μαθητείας” (bildungsroman). Η Γιαναγκιχάρα ενώνει όλα αυτά με την λογοτεχνία του Bret Easton Ellis (που προκάλεσε αίσθηση την δεκαετία του '90 χωρίς όμως συνέχεια) και του κινηματογράφου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, των οραμάτων για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.


Η "Λίγη ζωή" είναι ένα βιβλίο για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, για την αγάπη και το μίσος, για την σεξουαλική κακοποίηση, τον αγώνα για τη ζωή, την αγνή και ανιδιοτελή φιλία, την αντιφατικότητα του ανθρώπου και την ανάγκη του για τρυφερότητα και αγάπη. Άνισο αλλά θαυμάσιο, υπερβολικό αλλά γοητευτικό, φλύαρο αλλά μεθυστικό, το μυθιστόρημα αυτό, για τους ίδιους λόγους που μπορείς να το μισήσεις, μπορείς να το αγαπήσεις.
Ναι, θα ήταν καλύτερα να ήταν πιο σφιχτοδεμένο, ίσως, θα ήταν καλύτερα να ήταν ίσως το μισό σε έκταση, αφού δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή και η συγγραφέας δείχνει να στριφογυρίζει γύρω από το ίδιο θέμα, σίγουρα, κάποιες καταστάσεις δείχνουν εξωφρενικές μέσα σε αυτό το ρεαλιστικό πλαίσιο, αλλά (εδώ υπάρχει ένα τεράστιο “αλλά”...), η αφήγηση είναι τόσο ζωντανή και διαυγής, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων, κυρίως του Τζουντ και του Γουίλεμ, τόσο εξαιρετική, η δύναμη της ιστορίας τόσο μεγάλη, που θέλεις να τα συγχωρήσεις όλα, να τα αφήσεις πίσω και να απολαύσεις αυτό το σπουδαίο πραγματικά μυθιστόρημα που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά και στο συναίσθημα, αυτό το συναρπαστικό page-turner που δονείται από πάθος. Στην απόλαυση του βιβλίου συντελεί η εξαιρετική μεταφορά του στα ελληνικά από την πάντα δημιουργική Μαρία Ξυλούρη.

_______________________________________________________

Βαθμολογία: 85/100




 
Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2017 | Permalink
Ο κήπος της αγάπης
Εγκεφαλικό και με ιδιαίτερα νοσηρή ατμόσφαιρα, το ψυχολογικό νουάρ του πολύ καλού Γάλλου συγγραφέα Marcus Malte (1967, Seyne-sur-Mer), με τίτλο “Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ”, (“Garden of love”), (Εκδόσεις Opera, μετάφρ. Μαρ. Κουτάλου, σελ.301), είναι (κυρίως) ένα υπέροχο, ψυχολογικό και σκοτεινό μυθιστόρημα (πέρα από λογοτεχνικά είδη και λοιπές κατατάξεις), το οποίο παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι μέσα στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής.

Με το ποίημα του William BlakeGarden of love, και την μουσική του Serge Gainsbourg, να δίνουν τον τόνο στο βιβλίο, ο Malte με μια αποσπασματική αφήγηση εισάγει τα πρόσωπα στην δραματική ιστορία που αφηγείται.

Μια πολύ περιποιητική και ευφάνταστη πόρνη, που ψυχαγωγεί τους πελάτες της, ένας πατέρας που ξαναβρίσκει μετά από χρόνια τον εξαφανισμένο παιδικό του φίλο και στην ιδέα ότι πρέπει να τον ξαναδεί, πανικοβάλλεται αυτός και η σύζυγός του, ένας έφηβος που σαγηνεύεται από τον χαρισματικό συμμαθητή του και κάνει τα πάντα για να τον δεχτεί ο τελευταίος, ως φίλο του, ένας τελειωμένος αστυνομικός λίγο πριν την σύνταξη λαμβάνει ένα ανώνυμο χειρόγραφο με τίτλο “Ο κήπος της αγάπης”. Διατρέχοντάς το, αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας του γνωρίζει πολύ καλά πρόσωπα και καταστάσεις της προσωπικής του ζωής.

Το χειρόγραφο των 150 σελίδων περιγράφει τα πάντα και είναι σταλμένο από ένα μέρος που ο αστυνόμος Αστρίντ γνωρίζει πολύ καλά. Μπορεί να φανταστεί ποιος του το έστειλε, είναι ένα άτομο που κυνηγάει καιρό τώρα σε ένα παιχνίδι διανοητικό, όπου συνήθως είναι χαμένος. Διαβάζοντας το χειρόγραφο βλέπει ότι και πάλι ο ίδιος άνθρωπος παίζει μαζί του, ξέρει που θα τον βρει και το θέαμα που αντικρύζει μπροστά του θα τον σημαδέψει για πάντα:

“Όχι δεν είχα κάνει λάθος. Για μια φορά, αυτός ο μαλάκας δεν με ξάφνιασε. Ήταν ξαπλωμένος κάτω, ανάσκελα. Ο κορμός του ήταν γυμνός και γεμάτος τούφες από κομμένα ανοιχτόχρωμα μαλλιά. Τον σκέπαζαν ολόκληρο. Το πρόσωπό του ήταν ελαφρά στραμμένο προς τ' αριστερά. Τουλάχιστον ό,τι είχε απομείνει απ' αυτό. Το πάνω μέρος του κρανίου του έλειπε, ανοιγμένο από μια σφαίρα ρεβόλβερ. Διαμέτρημα 38 σπέσιαλ. Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού ήταν ακόμα γαντζωμένα στη λαβή του παλιού Ruger.

Έμεινα για λίγο καρφωμένος στη θέση μου. Έπειτα προχώρησα, με το όπλο πάντα τεντωμένο, σημαδεύοντας το πτώμα. Έσκυψα από πάνω του. Αυτό το κάθαρμα είχε κρατήσει τα μάτια ανοιχτά. Φωτισμένα απ' το τετράγωνο του φεγγίτη. Ήταν ωραίος. Παρά τις μοβ πλάκες στο δέρμα του, παρά το φωτοστέφανο του αίματος και το μάγμα από μυαλά και κόκαλα. Τι βλέπεις; Τι σε κάνει να διασκεδάζεις; Θα ορκιζόμουν ότι ένα χαμόγελο έπαιζε στα χείλη του. 

Χαμήλωσα την κάννη της Beretta ως τη γωνία του στόματός του. Άρχισα να τρέμω ολόκληρος. Από ανημπόρια, από οργή. Δεν μου' χε αφήσει ούτε τη μικρή παρηγοριά να του δώσω τη χαριστική βολή. Αισθάνθηκα τον δείκτη μου να σφίγγεται στη σκανδάλη, το ίδιο και τα σαγόνια μου, και όλο το υπόλοιπο σώμα μου, φορτωμένο ως τα μπούνια, συμπιεσμένο, όλη μου την ύπαρξη να κρέμεται απ' αυτό το κομματάκι σάρκα πάνω στο κομματάκι μέταλλο που πάει να σκάσει.
Μόνο δάκρυα ανέβλυσαν από τα βλέφαρά μου. Ανασηκώθηκα μ' ένα ρόγχο, ένα βραχνό μούγκρισμα βγαλμένο από το στήθος μου. Τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα είχα ήδη στερέψει. Όρθιος μπρος στα πόδια του, κοίταζα το πτώμα και το ξύλινο κουτί στο πλάι. Το κουτί των πούρων. Ώστε έτσι λοιπόν: υπήρχε πραγματικά. Το κουτί του θησαυρού, το κουτί των μυστικών. Άδειο.

Πίσω μου, το μεταλλικό κροτάλισμα επέμενε· προερχόταν από ένα εκκρεμές με μεταλλικές μπίλιες που χτυπούσαν η μία πάνω στην άλλη. Αέναη κίνηση. Το ήξερα αυτό το αντικείμενο. Ήταν τοποθετημένο σ' ένα ράφι στον τοίχο.
Τέλεια σκηνοθεσία...Αρρωστημένε καριόλη!

Γύρισα απότομα κι έριξα έξι σφαίρες απανωτά, στο περίπου. Ο θόρυβος ήταν τρομακτικός. Θραύσματα ξύλου και σοβά εκτοξεύτηκαν ψηλά. Το εκκρεμές έγινε σκόνη από τη δεύτερη βολή. Ο χρόνος σταμάτησε.

Μετά απ' αυτό, έμειναν μόνο η σκόνη στον αέρα και το σφύριγμα στα τύμπανά μου. Έριξα μια τελευταία ματιά στο πτώμα. Δε σήμαινε τίποτα πια. Βγήκα έξω κι ούτε που γύρισα να τον φτύσω.”

Έτσι αρχίζουν όλα ή μήπως τελειώνουν; Ο αναγνώστης το μόνο που έχει να κάνει είναι να σχηματίσει το παζλ της ιστορίας. Να βάλει τα πρόσωπα στη θέση τους. Να καταλάβει πως τοποθετούνται οι χαρακτήρες μέσα στην ιστορία. Δεν υπάρχει αστυνομικό αίνιγμα ή παιχνίδι ανεύρεσης κάποιου δολοφόνου. Ο Μαλτ, όπως και στο πολύ καλό  “Μπλε νότες σε κόκκινο φόντο” που είχε βγει πριν λίγα χρόνια, είναι εκπληκτικός στην δημιουργία μαύρης ατμόσφαιρας, να εισδύει στην “καρδιά του σκότους” και να καλλιεργεί ένα κλίμα άγχους και ασφυξίας.


Με πινελιές λυρισμού που διαδέχονται οι σκληρές ρεαλιστικές σκηνές, το μυθιστόρημα είναι άψογα χορογραφημένο και με φοβερή αίσθηση του ρυθμού καθώς πίσω από κάθε σελίδα περιμένεις να γίνει κάτι φρικιαστικό και απάνθρωπο. Γοτθική ατμόσφαιρα, σκοτεινή και καταθλιπτική σε ένα ψυχαναλυτικό θρίλερ, σαγηνευτικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον, που μπορεί να ξεκινάει ιδανικά αλλά δεν ολοκληρώνεται έτσι, καθώς το φινάλε ελαφρώς απογοητεύει.

Κανείς δεν είναι αθώος στην ιστορία που αφηγείται ο Μαλτ, θύτης και θύμα αλλάζουν ρόλους και το παιχνίδι μεταξύ τους συνεχίζεται μέχρι τέλους. Ο ένας θα ζήσει – ένας ζωντανός νεκρός, ο άλλος θα αυτοκτονήσει (όπως βλέπουμε παραπάνω). “Ο κήπος της αγάπης” είναι ένα πολύ ωραίο ψυχολογικό θρίλερ, με υπέροχες εικόνες και μια πολύ δυνατή ιστορία, που μιλάει για το παρελθόν, την αγάπη, την συγχώρεση, την παράνοια, τις μικρές εκείνες λεπτομέρειες που καθορίζουν τη ζωή μας, τη σχετικότητα των επιλογών μας. Ο Μαλτ έχει στυλ και προσωπική ματιά, θυμίζοντας τους μεγάλους συμπατριώτες του, κλασσικούς του είδους.

"Εσύ που λες πως μ'αγαπάς, σκέφτηκε, εσύ που λες πως μ'αγαπάς, εκπλήρωσε τις επιθυμίες μου."



______________________________________________________________

Βαθμολογία 77/100

__________________________________________________________


Η βαθμολογία (παλιά αγαπημένη συνήθεια), επανέρχεται από αυτό το ποστ. Βιβλία που συγκεντρώνουν κάτω από 70/100 δεν θα αναρτώνται (όπως εξάλλου δεν γράφω για βιβλία που με αφήνουν αδιάφορο μετά την ανάγνωσή τους), παρά μόνο αν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτά.