Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017 | Permalink
Σταθμός έντεκα
Το καλό βιβλίο είναι πάνω από είδη και κατηγοριοποιήσεις, ετικέτες και μόδες. Αυτό μου ερχόταν συνεχώς στο μυαλό διατρέχοντας μαγεμένος  (και κάπου συγκινημένος), το εκπληκτικό μυθιστόρημα της σχετικά νέας συγγραφέως Emily St.John Mandel (1979, British Columbia, Καναδάς), με τίτλο “ΣΤΑΘΜΟΣ ΈΝΤΕΚΑ”, (Εκδ. Ίκαρος, μετάφρ. Β.Τζανακάρη, σελ. 449). Το βιβλίο που έχει την μορφή της “δυστοπίας” ή όπως αλλιώς λέγεται, της “μετα-Αποκαλυπτικής” λογοτεχνίας σε πρώτο επίπεδο είναι ένα μυθιστόρημα που στην αρχή νομίζεις ότι θα είναι  γεμάτο δράση αλλά τελικά αποδεικνύεται ένα υπέροχο κείμενο, που αναμιγνύει άψογα, το Σαιξπηρικό έργο, με τις Συμφωνίες του Μπετόβεν, με τα κόμικς και το Star Trek.


Ο Άρθουρ Λιάντερ, διάσημος και ιδιαίτερα ματαιόδοξος ηθοποιός πέφτει νεκρός από καρδιακή ανακοπή στη σκηνή ενός θεάτρου στο Τορόντο. Ερμήνευε τον Βασιλιά Ληρ και αυτός έμελλε να είναι ο τελευταίος ρόλος της ζωής του. Στο κοινό βρίσκεται ο Τζίβαν Σάντρι, πρώην παπαράτσο και κοσμικογράφος, που τώρα εργάζεται ως διασώστης. Προσπαθεί να τον σώσει χωρίς επιτυχία. Κάπου στα καμαρίνια, ένα μικρό κορίτσι, που συμμετέχει στην παράσταση, η Κίρστεν παρακολουθεί χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι γίνεται. Ο Τζίβαν φεύγει από το θέατρο και καθ'οδόν προς το σπίτι του, δέχεται ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο του γιατρό, ο οποίος του λέει επιτακτικά να κλειστεί σπίτι του, και να προμηθευτεί τρόφιμα διότι ένας θανατηφόρος ιός γρίπης εξαπλώνεται ταχύτατα.

"Ήταν το τέλος του κόσμου όπως τον ήξεραν" και σύμφωνα με τα στοιχεία 99.9% του πληθυσμού της γης έχει πεθάνει εντός δύο ή τριών ημερών. Γονείς δεν προλαβαίνουν να ενημερώσουν τα παιδιά τους ότι μεταφέρονται στο νοσοκομείο, άνθρωποι δεν φθάνουν ποτέ στα σπίτια τους, ο πανικός επικρατεί με πλιάτσικο και φόνους, λεηλασίες και μαζική φυγή από τις πόλεις. Το τέλος του πολιτισμού έρχεται βίαια και οι λιγοστοί επιζήσαντες πρέπει να επιβιώσουν σε ένα κόσμο τελείως διαφορετικό. Οι χώρες όπως τις ξέρουμε δεν υπάρχουν πια, καθώς και σύνορα μεταξύ τους. Πόλεις δεν υπάρχουν ούτε βέβαια φάρμακα – μπορείς να πεθάνεις πλέον ακόμα και απο μια γρατζουνιά στο χέρι, από μια πληγή, από ένα δάγκωμα σκύλου.  Τα αυτοκίνητα δεν μπορούν να κινηθούν, ενώ τα αεροπλάνα που βρίσκονται στα αεροδρόμια χρησιμεύουν ως υπνωτήρια, κήποι και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Είκοσι χρόνια αργότερα, μια περίεργη ομάδα καλλιτεχνών διασχίζει την Αμερικανική ήπειρο, δίνοντας παραστάσεις όπου βρει κοινότητες ανθρώπων που ζουν μαζί. Είναι η “Περιπλανώμενη Συμφωνία”, και παίζουν έργα του Σαίξπηρ, ενώ δίνουν και μουσικές συναυλίες με έργα του Μπετόβεν. Μέλος και βασική πρωταγωνίστρια των θεατρικών παραστάσεων, η Κίρστεν που ως κοριτσάκι είχε ένα πέρασμα από τον μοιραίο “Βασιλιά Ληρ”, την τελευταία παράσταση του Άρθουρ Λίαντερ, και τελευταίου έργου που παίχτηκε ποτέ στην πόλη που ονομαζόταν Τορόντο. Η Κίρστεν είναι πλέον γυναίκα με τα δύο μαχαίρια να είναι το τατουάζ της, υποδηλώνοντας ότι έχει σκοτώσει δύο ανθρώπους. Έτσι κι αλλιώς όλα τα μέλη της “Περιπλανώμενης Συμφωνίας” οπλοφορούν και φυλάνε τις άμαξές τους σαν να βρίσκονται σε ταινίες γουέστερν. Η Κίρστεν έχει στην κατοχή της, δύο τεύχη από ένα κόμικ με τίτλο “Δρ Έντεκα”, που της είχε δώσει ο Αρθουρ Λίαντερ σ' εκείνη την παράσταση του Ληρ, δεν ξέρει ποιος τα είχε φτιάξει, ενώ η μνήμη της δεν την βοηθάει να θυμηθεί γιατί της τα είχε χαρίσει ο ηθοποιός. Τώρα πλέον έχει απομνημονεύσει από τις πολλές αναγνώσεις αυτά τα κόμικ επιστημονικής φαντασίας που έχουν ψιλοκαταστραφεί από την πολλή και συνεχή χρήση. Στην πρώτη σελίδα, στο κάτω μέρος της εικόνας, μια πρόταση: “Στεκόμουν κοιτάζοντας από ψηλά το κατεστραμμένο μου σπίτι και προσπαθούσα να ξεχάσω πόσο γλυκιά ήταν η ζωή στη Γη.”


Η ζωή (όποια κι αν είναι αυτή) όμως είναι ακόμα “γλυκιά”. Η ανατολή και η δύση παραμένουν γοητευτικές, η φύση οργιάζει, ενώ η απόλαυση που αναδύεται από τα έργα του Σαίξπηρ, για τους ηθοποιούς και περισσότερο για τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους των κοινοτήτων ακόμα μεγαλύτερη. Κίνδυνοι όπως είναι φυσικό, παραμονεύουν συνεχώς και οι σαλεμένοι είναι ακόμα πιο επικίνδυνοι από παλιά γιατί πάντα βρίσκουν ανθρώπους να τους πιστεύουν και να τους ακολουθούν.
Η αφήγηση της Σεντ Τζον-Μάντελ εναλλάσσεται μεταξύ παρόντος μυθιστορηματικού χρόνου και παρελθόντος, δεν ακολουθεί γραμμική φορά. Η πορεία της “Περιπλανώμενης Συμφωνίας” προς ένα παλιό αεροδρόμιο (εκεί που έχουν ακούσει κι ότι υπάρχει ένα "μουσείο πολιτισμού") των μεσοδυτικών πολιτειών των πρώην Η.Π.Α., όπου πιστεύουν ότι θα βρουν κάποια παλαιότερα μέλη τους και μια μεγαλύτερη κοινότητα ανθρώπων εναλλάσσεται με τη διήγηση της ζωής του Άρθουρ Λίαντερ, του παλιού του φίλου Κλαρκ, της πρώτης συζύγου του ηθοποιού, της Μιράντας και του αινιγματικού διασώστη, του Τζίοβαν.

"Κόλαση είναι η απουσία των ανθρώπων που λαχταράς."

Οι δύο χαρακτήρες, του Αρθουρ Λίαντερ και της Κίρστεν είναι οι δύο άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται το μυθιστόρημα της Καναδής συγγραφέως, ο ένας είναι το παρελθόν, ο κόσμος που δεν υπάρχει πλέον και η νέα (ακόμα) κοπέλα είναι το παρόν, ο κόσμος της συνεχούς μάχης και της ανάγκης για επιβίωση. Ξένοι κριτικοί παρομοιάζουν το βιβλίο με το αριστουργηματικό “Ο άτλας του ουρανού” του Μίτσελ καθώς τα συνεχή φλας μπακς επιτρέπουν τις θεματικές συνδέσεις μέσα στον χρόνο.

Στον “Σταθμό Έντεκα” έχουμε συναισθηματικό βάθος, όπου η συγγραφέας εστιάζει στις προσωπικές σχέσεις, είναι χαρακτηριστικό δε, ότι οι πιο ευδιάκριτοι χαρακτήρες του βιβλίου είναι όσοι συνδέονται με την ζωή του Άρθουρ Λίαντερ, πρώην σύζυγοι (με την ευαίσθητη Μιράντα να δεσπόζει), παλαιοί φίλοι (όπως ο Κλαρκ) ή ο διασώστης Τζίβαν. Όπως σε κάθε δυστοπικό μυθιστόρημα βέβαια δεν λείπουν τα κλισέ του είδους, τα οποία όμως δεν ενοχλούν καθώς η συγγραφέας ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ δράσης και συναισθήματος, περιπέτειας δρόμου και στοχασμού.
Τι σημαίνει “ευτυχία”, “μνήμη”, έννοιες που πρέπει να επανεξεταστούν μετά από μια καταστροφή όταν πρέπει να κάνεις επανεκίνηση στη ζωή σου και όταν όλα τα δεδομένα έχουν αλλάξει θίγονται συνεχώς και επανέρχονται στους διαλόγους του βιβλίου ερχόμενα σε αντίθεση με την γεμάτη πόζα και κενότητα ζωή λίγο πριν την καταστροφή.

"Πλέον το ήξερε ήδη από πολύ καιρό ότι οι αλλαγές που συνέβησαν δεν θα αναστρέφονταν, ωστόσο, η συνειδητοποίηση αυτή έκανε πιο έντονες τις αναμνήσεις του. Η τελευταία φορά που έφαγα παγωτό χωνάκι σε ένα πάρκο στη λιακάδα. Η τελευταία φορά που χόρεψα σε κλαμπ. Η τελευταία φορά που είδα λεωφορείο να κινείται. Η τελευταία φορά που επιβιβάστηκα σε αεροπλάνο που δεν είχε μετατραπεί σε χώρο κατοικίας - σε αεροπλάνο που απογειώθηκε. Η τελευταία φορά που έφαγα πορτοκάλι."

Σίγουρα τα κεφάλαια που αφορούν την μετα-αποκαλυπτική κατάσταση, δεν είναι τα πιο επιτυχημένα του μυθιστορήματος, καθώς έχουμε διαβάσει πολύ πιο πειστικά βιβλία, όπως “Ο δρόμος” του Κ.Μακάρθι ή το εμβληματικό “Όρυξ και Κρέικ” της Άτγουντ, αλλά η σύνδεση που πραγματοποιεί η Σεντ Τζον-Μάντελ με το παρελθόν είναι εξαιρετική, ενώ αυτό που συνεχώς τονίζει, ότι η τέχνη και η συντροφικότητα θα διασωθούν είναι γοητευτικά αφοπλιστικό. Η συγγραφέας επηρεασμένη πολύ από τον κινηματογράφο "ντύνει" τους χαρακτήρες στη νέα εποχή, όπως παρουσιάζονται οι ηθοποιοί των Mad Max (μόνο που εδώ το σκηνικό δεν είναι οι Αυστραλέζικες έρημοι αλλά τα δάση της Βόρειας Αμερικής), ενώ και οι σκηνές δράσης θυμίζουν τέτοιου είδους ταινίες. Το φινάλε δένει αρμονικά με το υπόλοιπο σύνολο, καθώς οι ιστορίες ολοκληρώνονται με ήρεμο τρόπο χωρίς να υπάρχει καμιά σούπερ αποκάλυψη ή ανατροπή, απλά εστιάζοντας στις μικρές πολύτιμες στιγμές που σου χαρίζει η ζωή.

"Ars long, vita brevis". Τα έργα του Σαίξπηρ επιβίωσαν της πανούκλας στο Λονδίνο του καιρού του, αναφέρει η συγγραφέας, πως να μην επιβιώσουν και τώρα, όπως και οι μουσικές του Μπετόβεν και άλλων, ενώ ακόμα και οι πιο pop μορφές τέχνης (τα κόμικς, το σινεμά) θα βοηθήσουν κι αυτές. Όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχει και πολιτισμός όπως και αντίθετα, αυτό είναι το μήνυμα που περνάει αυτό το υπέροχο νοσταλγικό μυθιστόρημα της ύψιστης ανθρωπιάς γραμμένο με υπέροχο και (πολλές φορές) σπαρακτικό ύφος από μια συγγραφέα που υπόσχεται πολλά.