Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2016
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2016 | Permalink
"Κηλίδες της μνήμης"
“Σαν μεγαλώσω ανάμνηση θα γίνω”

Μια εξαιρετική και πολύ περιεκτική νουβέλα για την μνήμη, το παρελθόν, την παιδική ηλικία, τη σχέση γονέων-παιδιών, τον έρωτα. Το “ΤΡΟΠΟΙ ΝΑ ΓΥΡΙΖΕΙΣ ΣΠΙΤΙ” (“Formas de volver a casa”) του (μάλλον μινιμαλιστή) Χιλιανού συγγραφέα Alejandro Zambra (Santiago de Chile, 1975), (Εκδ. Ίκαρος, (ωραία και εύστοχη) μετάφρ. Α.Κυριακίδη, σελ.172) είναι ένα νοσταλγικό ταξίδι αλλά και ένα βιβλίο που μιλάει για την Χιλή, την πολιτική για τις ιστορίες της ζωής μας και τον τρόπο που τις αφηγούμαστε, για τον τρόπο που τις θυμόμαστε.


“Εκείνα τα βράδια, μας άφηναν να μένουμε ξύπνιοι και να μιλάμε για λίγο, κι η μητέρα μου μας έλεγε το ανέκδοτο με το κερί που δεν έσβηνε με τίποτα. Ήταν μεγάλο και βαρετό, αλλά εμάς μας άρεσε πολύ: μια οικογένεια προσπαθούσε να σβήσει ένα κερί για να πάει να κοιμηθεί, αλλά ολωνών το στόμα ήταν στραβό. Τελικά η γιαγιά, που κι αυτή είχε στραβό στόμα, έσβησε το κερί βρέχοντας τα δάχτυλά της με σάλιο.
Ο πατέρας μου γέλασε κι αυτός με το ανέκδοτο. Οι γονείς μας ήταν εκεί για να μη φοβηθούμε. Αλλά εμείς δε φοβόμασταν. Αυτοί ήταν που φοβόνταν.
Γι' αυτά θέλω να μιλήσω· για τέτοιες αναμνήσεις.”

Το βιβλίο ξεκινάει με ένα σεισμό το 1985 και τελειώνει με έναν άλλον. Στην Χιλή του Πινοσέτ ο κόσμος ήταν φοβισμένος και ανά πάσα στιγμή μπορούσες να βρεθείς μπλεγμένος. Ο ήρωας/αφηγητής είναι 9 χρονών και θέλει να εξερευνήσει, να μάθει τον κόσμο γύρω του. Το βράδυ του σεισμού όταν όλοι βρίσκονται στην πλατεία της συνοικίας για να προστατευθούν, γνωρίζεται με ένα κορίτσι την Κλάουδια, 3 χρόνια μεγαλύτερή του, η οποία του ζητάει να παρακολουθεί τον θείο της Ραούλ, ο οποίος μένει μόνος του δίπλα στο σπίτι του ήρωα. Ο ήρωας το κάνει συνεπαρμένος από την “περιπέτεια” αλλά και επειδή έλκεται από την γοητεία της μεγαλύτερης του κοπέλας που ζει με την μητέρα της σε μια μακρινή συνοικία. Συναντιούνται κάθε εβδομάδα και της δίνει αναφορά με τις κινήσεις του Ραούλ αλλά λίγο καιρό μετά, εκείνη του ζητάει να σταματήσει την παρακολούθηση. Μια μέρα γυρίζοντας σπίτι από το σχολείο ο ήρωας, βλέπει τον Ραούλ να φεύγει με το αυτοκίνητο γεμάτο κούτες και μπαγκάζια, τρέχει να το πει στην Κλάουδια αλλά το διαμέρισμα που μένει εκείνη είναι πλέον άδειο και ένας γείτονας του λέει ότι έφυγαν ξαφνικά.
Αρκετά χρόνια μετά, ο ήρωας έχει μόλις χωρίσει την Έμε την κοπέλα με την οποία συζούσε και ήταν ερωτευμένος. Προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο για την παιδική του ηλικία και την ατμόσφαιρα στην Χιλή του Πινοσέτ. Θυμάται την παιδική του ηλικία, τις εκδρομές, την αδιαφορία των γονιών του για τα πολιτικά, την σιωπηρή συνενοχή τους με το καθεστώς. Όταν όμως εμφανίζεται πάλι η Κλάουδια στη ζωή του το παρελθόν ξαναζωντανεύει μπροστά στα μάτια του και η αλήθεια ήταν κάπως διαφορετική από αυτή που πίστευε τότε.

“Είναι εντυπωσιακό ότι το πρόσωπο του αγαπημένου, το πρόσωπο κάποιου με τον οποίο έχεις ζήσει μαζί, που νομίζεις ότι το ξέρεις, ίσως το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσες να περιγράψεις, που το'χεις κοιτάξει τόσα χρόνια, κι από πολύ κοντά – είναι ωραίο και κατά κάποιον τρόπο τρομερό να ξέρεις ότι ακόμα κι αυτό το πρόσωπο μπορεί ξαφνικά, απρόσμενα, να εκλύσει καινούργιες εκφράσεις, εκφράσεις που δεν έχεις ξαναδεί, εκφράσεις που ίσως δε θα ξαναδείς ποτέ.”

Θα μπορούσες να πεις ότι είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης καθώς ο ήρωας ωριμάζει μέσα από τις σελίδες του. Δεν θα είναι άκαιρο να ισχυριστεί κανείς ότι είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τη λογοτεχνία, για το γράψιμο, για τις ιστορίες μέσα στις ιστορίες. Περισσότερο όμως είναι μια ελεγεία για το παρελθόν και πως αυτό εισβάλλει στο παρόν. Ο Σάμπρα μέσα από τη νουβέλα του προσπαθεί να καταλάβει, να κατανοήσει τους γονείς του (το βιβλίο έχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία όπως έχει ο ίδιος δηλώσει σε συνεντεύξεις του), το πως κινούντο και ζούσανε στην εποχή της δικτατορίας του Πινοσέτ – όπως κάποια στιγμή ο ήρωας αναφέρει ότι μόνος εκείνος δεν μπορούσε να μιλήσει για νεκρούς και εξαφανισμένους συγγενείς τότε, γράφει για οικογενειακές στιγμές, εκδρομές, βραδιές μπροστά στη τηλεόραση, σχόλια από τον πατέρα του, την αμήχανη στιγμή της εισόδου στο γήπεδο που χρησίμευε κατά την περίοδο της χούντας ως τόπος βασανιστηρίων και εκτελέσεων.

Θραύσματα μνήμης και στοχασμός πάνω στη σχέση παρελθόντος και παρόντος, πάνω στην σχετικότητα του έρωτα και την δυσκολία στην επαφή και στη σχέση, περιγραφή της παιδικής ηλικίας με ρεαλισμό και αλήθεια, η μουσική που είναι διαρκώς παρούσα στο υπόβαθρο. Η γραφή του Σάμπρα γλαφυρή και εξομολογητική, άμεση αλλά και ψύχραιμη, χωρίς εντάσεις με ήρεμο ρυθμό παίρνει μαζί της τον αναγνώστη σ'αυτή την μελαγχολική βουτιά στις αναμνήσεις ανθρώπων που έφυγαν από τη ζωή σου και αμέλησες ή δεν πρόλαβες να τους ρωτήσεις κάποια πράγματα σημαντικά ή όχι που θα καθόριζαν τη ζωή σου.

“ “Δε ρωτούσαμε για να μάθουμε” μου λέει η Κλάουδια καθώς μαζεύουμε τα πιάτα και καθαρίζουμε το τραπέζι, “ρωτούσαμε για να γεμίσουμε το κενό.” ”


Ο Σάμπρα που γνωρίσαμε πριν από μερικά χρόνια με το υπέροχο “Μπονσάι” του, μια έξοχη λογοτεχνική μινιατούρα, θεωρείται από πολλούς ο “νέος Μπολάνιο” της Χιλής αν και προσωπικά τον βρίσκω εγγύτερα στον Κολομβιανό Vasquez. Ανήκει στη συγγραφική γενιά που προσπαθεί να συμφιλιώσει το παρελθόν με το παρόν στην ταλαιπωρημένη αυτή χώρα, που προσπαθεί να κατανοήσει την ιστορία και την γενιά του χωρίς να χαρίζεται πουθενά. Μπορεί να αποπειρώνται πολλοί να το κάνουν αυτό, αλλά το στυλ του Σάμπρα κερδίζει τον αναγνώστη, αυτές οι μικρές λεπτομέρειες που είναι διάσπαρτες στο βιβλίο και αιχμαλωτίζουν τη ματιά σου με την συναισθηματικότητά τους και με την αφοπλιστική του απλότητα, ακριβώς όπως γράφει κάπου η θαυμάσια Νικόλ Κράους για το βιβλίο “σαν ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας από έναν παλιόφιλο”.


“Αλήθεια είναι: πιο πολύ θυμόμαστε τους ήχους των εικόνων. Και καμιά φορά, όταν γράφουμε, τα σαρώνουμε όλα, θαρρείς και μόνο έτσι θα μπορέσουμε να πάμε παρακάτω. Θα'πρεπε απλώς να περιγράψουμε αυτούς τους ήχους, αυτές τις κηλίδες της μνήμης, αυτή την αυθαίρετη επιλογή - τίποτ'άλλο. Γι'αυτό και, στο κάτω κάτω, λέμε τόσα ψέματα. Γι'αυτό και κάθε βιβλίο είναι πάντα η άλλη όψη ενός άλλου βιβλίου, ογκώδους και παράξενου· ενός δυσανάγνωστου και αυθεντικού βιβλίου που το μεταφράζουμε, που το παραφράζουμε, μεταμφιέζοντάς το σε ανεκτή πρόζα."