Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2015
posted by Librofilo at Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2015 | Permalink
Ακόμα φεύγει
Το πέρασμα από το διήγημα (την μικρή φόρμα) στο μυθιστόρημα, είναι μεν αναμενόμενο, αλλά έχει έναν ιδιαίτερο βαθμό δυσκολίας για τον συγγραφέα. Όταν δε, η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του είναι τόσο εντυπωσιακή, όπως ήταν η «Κλειστή πόρτα», το βήμα αυτό για την Ευγενία Μπογιάνου (Θεσσαλονίκη,1968) δημιουργεί προσδοκίες και αναγνωστικές απαιτήσεις, τις οποίες (ευτυχώς), η συγγραφέας ικανοποιεί σε μέγιστο βαθμό με το θαυμάσιο μυθιστόρημά της «ΑΚΟΜΑ ΦΕΥΓΕΙ» (Εκδ. Πόλις, σελ.259). Βέβαια η «Κλειστή πόρτα» απέπνεε μια μυθιστορηματική αίσθηση με την διελκυστίνδα των ιστοριών, οι οποίες διαδέχονταν η μία την άλλη σαν σκυταλοδρομία, οπότε η μετάβαση στην μεγάλη φόρμα ήρθε με τον πλέον διακριτικό και «φυσιολογικό» τρόπο.

Στο «ΑΚΟΜΑ ΦΕΥΓΕΙ», ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, ηρωίδα ή μάλλον ο κεντρικός χαρακτήρας είναι μια γυναίκα, η Αγλαΐα σε μέση ηλικία, η οποία βιώνει μια τραγωδία. Ο εικοσάχρονος γιός της, ο Γιώργος συνελήφθη και δικάστηκε για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, απαλλάχθηκε μεν λόγω αμφιβολιών, αλλά από την απελευθέρωσή του και μετά, εξαφανίστηκε από το σπίτι και το ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον μη δίνοντας σημεία ζωής για το που έχει πάει. Δύο χρόνια έχουν περάσει από τότε και η Αγλαΐα ξεκινάει ένα ταξίδι με σκοπό να τον εντοπίσει. Πηγαίνει μόνη της στην Θεσσαλονίκη, γενέθλιό της τόπο, χωρίς να ξέρει ακριβώς τι πρέπει να κάνει. Πίσω της αφήνει, έναν σύζυγο, τον Ηλία, σε μόνιμη κατάσταση μέθης και δυστυχίας και έναν εραστή, τον Παύλο, ο οποίος εργάζεται στο κατάστημα που εκείνη διατηρεί κάπου στο Παγκράτι, απορημένο και πολύ ερωτευμένο (σε βαθμό εξάρτησης) με εκείνη.

Η Αγλαΐα μεταβαίνει στην Θεσσαλονίκη, και προσπαθεί να κατανοήσει τον γιό της μέσα από τις ενέργειές του, θυμάται κινήσεις και λόγια του παρελθόντος και προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε και δεν αντελήφθη ποτέ τίποτα, δεν μπόρεσε να προλάβει τίποτα. Στην θύμησή της, επανέρχεται διαρκώς η εικόνα του Γιώργου να οδηγείται με υψωμένη την γροθιά στην κλούβα και η άρνησή του να της μιλήσει. Σκέφτεται την ζωή της, τον διαλυμένο της γάμο με έναν άνθρωπο που αγαπάει μεν, αλλά νιώθει ότι όλα έχουν τελειώσει μεταξύ τους, σκέφτεται την ερωτική της σχέση με τον άβουλο και δειλό Παύλο που δεν την αφήνει σε ησυχία. Ουσιαστικά πραγματοποιεί ένα εσωτερικό ταξίδι, σκαλίζοντας διαρκώς την πληγή – ένα ταξίδι προς εαυτόν.

«Πόσος καιρός πάει από τότε που περνά τη ζωή της σε μια αίθουσα αναμονής;
Περιμένει, τ’αποθέματα της υπομονής της δεν θα εξαντληθούν ποτέ. Έχει ξεχάσει τι περιμένει. Ίσως και να μην έχει σημασία, το μόνο που ξέρει πως η αναμονή παρατείνεται.
Η αναμονή είναι ένα είδος τιμωρίας. Της φαίνεται λογικό να τιμωρείται, ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε απ’ το μυαλό της η ιδέα πως η τιμωρία είναι άδικη ή πολύ σκληρή ή ανάρμοστη. Η τιμωρία είναι αυτή που θα έπρεπε να είναι.
Μόνο που…Ακόμη και τώρα δεν έχει καταλάβει ποιο ακριβώς ήταν το έγκλημα.»

Η φωνή του Γιώργου δεν «ακούγεται» καθόλου στην ιστορία της Μπογιάνου. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν, κι εκείνος είναι απών, παραμένει μια φιγούρα στο βάθος. Στο μυθιστόρημα έχουμε 3 αφηγήσεις  (3 φωνές), οι δύο άνδρες, ο Ηλίας και ο Παύλος και η Αγλαΐα, της οποίας η αφήγηση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου. Οι τρείς αυτοί άνθρωποι ζούνε παράλληλα τις ζωές τους, μοναχικά. Είναι χτυπημένοι από την οικονομική κρίση, την οποία βιώνει ο καθένας με διαφορετικό τρόπο. Η Αγλαΐα με το μαγαζί που πνέει τα λοίσθια, ο Ηλίας που δουλεύει σε σουπερμάρκετ στο τμήμα των τυριών και βλέπει κατά την διάρκεια του διαλείμματος για τσιγάρο, τους συνανθρώπους του να βουτάνε μέσα στον κάδο των σκουπιδιών για λίγη τροφή. Όπως και στην «Κλειστή πόρτα», οι ήρωες είναι άνθρωποι καθημερινοί, κουρασμένοι, τσακισμένοι που έχουν διαψευστεί τα όνειρά τους, οι επιθυμίες τους.
 
«Δεν θυμάμαι πότε άρχισε. Δεν υπάρχει ένα ακριβές χρονικό όριο. Έτσι ήταν από πάντα. Πρέπει να έπινα ακόμη και μέσα στην κοιλιά της μάνας μου. Ουίσκι βύζαξα, όχι γάλα. Αλλιώς δεν εξηγείται.
Ακούω τη φωνή της μέσα στα αυτιά μου, ξέρω τι θα πει, πριν το πει, ακόμη κι αν δεν τον πει, ξέρω πως το σκέφτηκε.
Και γι’αυτό οι άλλοι φταίνε. Καιρός είναι να μας πεις πως έφταιξε η μάνα σου. Για το χάλι σου.
Έτσι θα πει. Όχι θα πει. Αυτό λέει. Συνέχεια, από το πρωί μέχρι το βράδυ, με κατηγορεί για το χάλι μου.
Το χάλι σου, πάει να πει το χάλι μας. Όλοι στο ίδιο τσουβάλι.
Πρώτος εγώ. Εγώ είμαι που δίνω τον τόνο. Μετά ακολουθείτε εσείς. Εκείνη και από πίσω εσύ.
Όταν παίρνει ο ένας φόρα, παρασύρει και τους άλλους.
Τα καλά της οικογένειας. Της αγίας, γαμημένης, αδηφάγας οικογένειας.»

Το ύφος της Μπογιάνου, άμεσο και ζωντανό κερδίζει τον αναγνώστη. Στους δύο άνδρες, η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και η φωνή της Αγλαΐας ακολουθεί τριτοπρόσωπη αφήγηση. Μ' αυτόν τον τρόπο, η Αγλαΐα είναι σαν να στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη, μια απεικόνιση του εαυτού της. Μέσα κι έξω από τα δρώμενα. Η απουσία και η απώλεια, η βουβή θλίψη και ο λυγμός, ακολουθούν μια διακριτική και χαμηλότονη χροιά - έχουν μια ποιητική αυτοτέλεια, ενώ οι μικρές προτάσεις και ο δυναμισμός στην αφήγηση "αιχμαλωτίζουν" τον αναγνώστη.

Ο πατέρας απομακρυσμένος χρόνια από τον γιό, απελπισμένος από την ζωή του, δείχνει αμέτοχος, μακριά...Η μάνα, στο μοναχικό της ταξίδια αναμετράται με τα όριά της, με το παρελθόν της, είναι μακριά από τη σκέψη "γιατί σε μας, γιατί στην οικογένειά μας" και προσπαθεί μέσω της μνήμης να βρει τα λάθη της, τα "εγκλήματά της". Το ιδιωτικό της δράμα αφορά τους πάντες, μπορεί να ειδωθεί και ως συλλογικό, για μια κοινωνία που κάπου έχει λαθέψει και προσπαθεί να κατανοήσει το γιατί, σε μια κρίση όχι μόνο οικονομική αλλά κυρίως πολιτισμική. Το φινάλε του βιβλίου, συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο έρχεται με τον καλύτερο τρόπο να ολοκληρώσει αυτό το εσωτερικό ταξίδι.

____________________________________________________________

Ακούστε παρακάτω, το podcast της εκπομπής Booktalks@Amagi radio, του Σαββάτου 7/3/15, όπου την δεύτερη ώρα της εκπομπής συζητάμε με την Ευγενία Μπογιάνου για το μυθιστόρημά της "ΑΚΟΜΑ ΦΕΥΓΕΙ". Καλή ακρόαση