Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23, 2014
posted by Librofilo at Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23, 2014 | Permalink
"Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης"
Με 17 μικρές ιστορίες για ανθρώπους που συνηθίζουμε να αποκαλούμε "της διπλανής πόρτας", κάνει την πρώτη του εμφάνιση στην ελληνική πεζογραφία, ο γνωστός και δημοφιλέστατος blogger (provatos) Βαγγέλης Προβιάς (Βόλος,1973). Το βιβλίο έχει τον τίτλο "ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΕΛΑΣΗΣ", (Εκδ. Ολκός, σελ.137), και αποτελεί ήδη στους λίγους μήνες που έχει εκδοθεί, μια ευχάριστη έκπληξη με την πολύ καλή εμπορική του κίνηση αλλά και την κριτική αποδοχή για έναν συγγραφέα ουσιαστικά άγνωστο στους περισσότερους.


Τι συγκινεί όμως τόσο πολύ, όσους διαβάζουν αυτό των απλά γραμμένων ανθρώπινων (πολύ ανθρώπινων) ιστοριών; Το πιθανότερο είναι λόγω της θεματολογίας των διηγημάτων της συλλογής. Ο έρωτας, ο θάνατος, η ασθένεια, η απώλεια, η πίκρα και η ματαίωση των ονείρων, τα γηρατειά, η ενηλικίωση, τα παιδικά χρόνια. Οι ιστορίες του Προβιά, όλες σε ένα γλυκόπικρο και τρυφερό τόνο, στέκονται πάνω από τους μοναχικούς (εν πολλοίς) ήρωες τους και τους αγκαλιάζουν στοργικά, σαν ένα χτύπημα στη πλάτη, σε ένα ήρεμο πρώτο επίπεδο, όπου δεν συμβαίνουν πολλά, αφού η βία και η ένταση, που υποβόσκουν σε αρκετές από τις ιστορίες ενυπάρχουν σε δεύτερο επίπεδο και δρούν υπογείως.

17 μικρές εικόνες της καθημερινότητας: Ένας μεσήλικας πηγαίνει κάθε χρόνο στη παρέλαση για να θυμηθεί μια πράξη γενναιοδωρίας από το παρελθόν, ένας απολυμένος πατέρας κλέβει τα κάλαντα από ένα ανύποπτο παιδάκι στο δρόμο  χωρίς τύψεις, η εμπειρία μιας νέας και ευειδούς κοπέλας που πιάνει δουλειά ως πλασιέ μπισκότων σε ένα σουπερμάρκετ, ένας ταξιτζής παίρνει "κούρσα" ένα ασυνήθιστο ζευγάρι, μια παιδική φιλία χαλάει λόγω ανταγωνισμού, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας μέσα στο Αντικαρκινικό, η εμπειρία ενός μικρού παιδιού όταν πάει να πει τα κάλαντα σε έναν που "τρελάθηκε από αγάπη", η νύστα που καταβάλλει έναν ταξιτζή με μοιραίες συνέπειες, η έγκυος που αποφασίζει να μη πάει διακοπές για να αφοσιωθεί στο "χαρμόσυνο γεγονός", ένας Χρυσαυγίτης που προσπαθεί να γράψει στον πατέρα του για τον "σκοπό της ζωής του", ένας σαραντάχρονος που ζει μόνος συμφιλιώνεται με το παρελθόν του, μια παιδική ανάμνηση από μια γενναιόδωρη (που είχε φανεί στο παιδικό μυαλό ανίερη) πράξη της μητέρας του, μια νοσοκόμα που βγάζει από την δύσκολη (και άβολη) στιγμή τον γιό καθώς πρέπει να "καθαρισθεί" η βαρέως ασθενούσα μητέρα του, ένας σαραντάρης που αναπολεί τη μητέρα του, τα σούπερ μάρκετς και μια ανάμνηση της παιδική ηλικίας, ένα πεζοποίημα για τα βιβλία, τις λέξεις, τα νοήματα, τα συναισθήματα, τους συγγραφείς και τέλος ο "ευτυχισμένος θάνατος" μιας ογδοντάχρονης.

"Δεν μπορεί να τους ξεχάσει. Δεν μίλησαν άλλο. Τους άφησε σ'ένα στενό κοντά στην πλατεία Δαβάκη. Ο άντρας έτρεξε να βγάλει εκείνος την παλιά βαλίτσα από το πορτ μπαγκάζ, να την κρατήσει. Ήθελε να τους χαρίσει την κούρσα αλλά ντράπηκε, δεν κατάφερε να βρεί τρόπο να τους το πεί. Τον πλήρωσαν και έφυγαν χωρίς να πουν: "Ευχαριστώ, γειά σας". Άναψε ένα τσιγάρο κι έμεινε να τους κοιτάζει, απροκάλυπτα πια, μέχρι που χάθηκαν στο σκοτάδι της εισόδου της πολυκατοικίας.
Μήνες έχουν περάσει, παράτησε το ταξί - δεν άντεχε την οδήγηση τόσες ώρες, δεν μπορούσε να συνηθίσει τις βάρδιες, τα ξενύχτια - ξανάρχισε συστηματικά το κάπνισμα. Από αυτούς τους δυο δεν μπορεί να απαλλαγεί. Θέλει να πάει να βρεί τον άντρα, να τον ρωτήσει: "Πως την συγχώρησες; Πως σταμάτησες να υποφέρεις; Πως βρήκες τη δύναμη να ξεχάσεις αυτό που έκανε στα ίδια σας τα παιδιά, η ίδια τους η μάνα;" Θέλει να μάθει πως γίνεται, πως, να συγχωρεθεί ένα τέτοιο πράγμα, πως, πώς; Κι εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω μια απροσεξία, ένα παράπτωμα...Να μπορούσε κι εκείνος να συγχωρήσει τη γυναίκα του.
Αν ήξερε που έχουν πάει, θα πήγαινε να τον βρεί τον άντρα, να μάθει πως το έκανε, πως συγχώρησε. Ένα μήνα μετά την κούρσα, τους είδε πρωτοσέλιδο σε μια εφημερίδα με κουτσομπολιά. Στη φωτογραφία έβγαιναν από την πολυκατοικία όπου τους είχε αφήσει. Χαμογελούσαν ξένοιαστα, σαν ένα συνηθισμένο ζευγάρι εξηντάχρονων με χρόνια ευτυχίας πίσω και μπροστά τους. Ο τίτλος της εφημερίδας τεράστιος· "ΣΟΚ! Ο πατέρας των δολοφονημένων παιδιών ζει με την τριπλή Μήδεια. Τους βρήκαμε!" Για λίγες μέρες τους έβλεπε και στα κανάλια. Τώρα θα έχουν μετακομίσει.
Αλλιώς θα πήγαινε να τον βρεί τον άντρα. Θα πήγαινε να τον ρωτήσει. Να δει. Να δει τι είναι αυτό που ξέρει, αυτό για το οποίο ο ίδιος δεν έχει ιδέα." ("Η κούρσα")

Το συγγραφικό σύμπαν του Προβιά καθορίζεται από τη μοναξιά των ηρώων του (κυρίως ανδρών, σαραντάρηδων - μόνο σε 3 ιστορίες πρωταγωνιστούν γυναίκες), δεν υπάρχει πολύς έρωτας, ούτε ερωτικές σχέσεις, οι χαρακτήρες είτε είναι μόνοι, είτε βιώνουν τη μοναξιά μέσα από τις σχέσεις, ενώ η οικογένεια υπάρχει μόνο σε δεύτερο πλάνο-ποτέ μπροστά. Οι χαρακτήρες των διηγημάτων βασανίζονται (ή κουβαλάνε μαζί τους) από περιστατικά του παρελθόντος που τους έχουν σημαδέψει, ενώ σε κάποιες από τις ιστορίες είναι έντονος ο αυτοβιογραφικός τόνος.

Η εικόνα της Μάνας κυριαρχεί στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής, ενώ η ατμόσφαιρα της οικονομικής κρίσης είναι στο υπόβαθρο των περισσότερων ιστοριών εκτός από ελάχιστες όπου προβάλλει σε πρώτο επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό της συλλογής ότι ο συγγραφέας, (χρησιμοποιώντας την εμπειρία του από τον διαφημιστικό κλάδο τον οποίο επαγγελματικά υπηρετεί) δεν αφήνει τη συγκίνηση να ξεστρατίσει προς το μελόδραμα, συγκρατώντας τα κείμενα του λίγο πριν το δάκρυ ξεφύγει από τον αναγνώστη ενώ η αίσθηση της συμπόνοιας και της γενναιοδωρίας αιωρείται πάνω από τις ιστορίες.

Εν κατακλείδι, "Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης", είναι μια ωραία συλλογή με τα περισσότερα διηγήματα να βρίσκονται σε ένα πολύ καλό επίπεδο, με στρωτή γλώσσα και με αίσθηση ρυθμού στην αφήγηση. Υπάρχουν και 1 ή 2 ιστορίες που είναι μάλλον αδιάφορες, ενώ δεν λείπει και μια δόση διδακτισμού σε δυο-τρία από αυτές,  που χαλάει την τελική εντύπωση. Σε γενικές γραμμές όμως, τη συλλογή (που διαβάζεται σε μια-μιάμιση ώρα),  την απολαμβάνεις και σε αφήνει με μια γλυκειά αίσθηση. Μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα αρχή για έναν συμπαθέστατο και προσγειωμένο άνθρωπο που δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα.

____________________________________________________ 


Ακούστε το podcast της εκπομπής Booktalks at Amagi radio, του Σαββάτου 20/9, όπου στο δεύτερο μέρος, φιλοξενείται ο Βαγγέλης Προβιάς με τον οποίο συζητούμε για το βιβλίο του "Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης" και αναγιγνώσκεται το διήγημα "Η κούρσα". Στο πρώτο μέρος της εκπομπής, υπάρχει ένα μικρό αφιέρωμα στον ποιητή του Μεσοπολέμου, Μήτσο Παπανικολάου και το ένθετο "Στη φωλιά του (Βιβλιο)κούκου".  Καλή ακρόαση.