Τρίτη, Μαΐου 20, 2014
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 20, 2014 | Permalink
Μάρτυς μου ο Θεός
Με την τραγωδία ενός μικροαστού ασχολείται ο (περισσότερο γνωστός από την παιδική λογοτεχνία) συγγραφέας Μάκης Τσίτας (Γιαννιτσά,1971) στο πολύ καλό μυθιστόρημά του, "ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ Ο ΘΕΟΣ" (Εκδ. Κίχλη, σελ.269), ένα βιβλίο - παραληρηματική αφήγηση,  που ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ κωμωδίας και δράματος - κάτι σαν τις αμερικάνικες ταινίες που χαρακτηρίζονται ως "dramedy movies" - χαρίζοντας ορισμένες σκηνές άκρατου γέλιου, που εναλάσσονται με τη μελαγχολία και το δράμα της κατάρρευσης ενός ανθρώπου και της καθοδικής του πορείας.

Ο ήρωας του βιβλίου, ο Χρυσοβαλάντης - και αφηγητής (όλο το βιβλίο είναι σε πρωτοπρόσωπο αφηγηματικό λόγο), εξιστορεί τη περιπέτεια της ζωής του. Το χρονικό πλαίσιο, στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία, είναι η περίοδος πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, και ο Χρυσοβαλάντης λιθογράφος και γενικώς ασχολούμενος με τον χώρο της τυπογραφίας από παιδί, είναι μακροχρόνια άνεργος αφού η επιχείρηση στην οποία εργαζόταν επί σειρά ετών, χρεωκόπησε πριν από κάποια χρόνια και από τότε βιοπορίζεται κάνοντας δουλειές του ποδαριού και μη μπορώντας - παρά τις προσπάθειές του - να βρει μια δουλειά της προκοπής.

Ο Χρυσοβαλάντης (όνομα καθόλου τυχαίο), ένας άνθρωπος σε μια κρίσιμη ηλικία, 50άρης πλέον, με εμφανή προβλήματα υγείας (διαβήτης, πάρεση κλπ) λόγω της παχυσαρκίας του (πάνω από 130 κιλά), προβλήματα οικονομικά λόγω της συνεχιζόμενης ανεργίας, προβλήματα σεξουαλικά μιας που αυτά που τον ταλαιπωρούν, του προκαλούν προβλήματα στύσης, ανασφαλής και παντελώς άβουλος, λόγω της καταπίεσης που υφίστατο από μικρός, στην οικογένεια, στο σχολείο και μετά στις διάφορες δουλειές που έκανε, έχει στραφεί στην εκκλησία και στην προστασία των δύο ανύπαντρων αδερφών του, η μεγαλύτερη καταχρεωμένη από τις πιστωτικές κάρτες και η μικρότερη με εγκεφαλικό που σε μια κρίση μέσης ηλικίας ανακαλύπτει την σεξουαλικότητά της αλλάζοντας στυλ.

Οραματίζεται τον εαυτό του όπως θα ήθελε να είναι: 'Αγγλος λόρδος, Ποιητής, Τραγουδιστής της Λυρικής, Ιερέας, Μοναχός, Έμπορος κρασιού κλπ. Σε όλη του τη ζωή θέλει να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι: ένας φοβισμένος μικροαστός, που από τη μια προσεύχεται και σταυροκοπιέται και από την άλλη συχνάζει σε πορνεία (ή τουλάχιστον σύχναζε προτού αποκτήσει οικονομικά και σεξουαλικά προβλήματα), και εχθρεύεται τους οικονομικούς μετανάστες θεωρώντας τους υπεύθυνους για τα προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί στη ζωή του. Θεωρητικολογεί διαρκώς με καφενειακό ύφος για διάφορα θέματα της κοινωνίας απηχώντας μια βαθιά ριζωμένη συντηρητική αντίληψη των πραγμάτων.

"'Ηρθε χεράκι χεράκι το ζευγαράκι και κάθισε απέναντί μου. Ο Πακιστανός με την Ελληνίδα. Άκου, κόσμε: Ελληνίδα σαν τα κρύα τα νερά να έχει γκόμενο Πακιστανό! Τι στο καλό. Ντρέπομαι. Ντρέπομαι πάρα πολύ. Για τον ελληνικό ανδρισμό."

Ο Χρυσοβαλάντης μια ζωή ανέραστος και μόνος, ερωτεύεται τις λάθος γυναίκες, και πέφτει θύμα τους χωρίς να εισπράττει την παραμικρή δόση τρυφερότητας από εκείνες. Διοχετεύει τη σεξουαλικότητά του επισκεπτόμενος δυο και τρείς φορές εβδομαδιαίως τα πορνεία (τα οποία έχει μάθει απέξω και ανακατωτά) και μοιρολογεί αναλογιζόμενος τα χρήματα που έχασε "επενδύοντας" σε σχέσεις που ουδέποτε υλοποιήθηκαν. Ο ρομαντισμός του εκφράζεται στην "ποίηση" την οποία γράφει, σκαρώνοντας στίχους όπου βρεθεί - σκέπτεται δε να εκδώσει την ποιητική του συλλογή με τα ερωτικά ποιήματα, την οποία θέλει να ονομάσει "Τα ΡωΡω του έρωτα" (ως φόρο τιμής στον Ο.Ελύτη ο οποίος "εκτός από μέγας ποιητής ήτο και μέγας γυναικοκατακτητής")

"Στιχοβατώ κι οπλοφορώ
για κάποια όνειρα χαμένα
μα θα αλλάξουν οι καιροί
και θα γυρίσεις και γδυτή
και θα πλευρίσεις στα κρυφά
το γιούτσο μου κι εμένα"

Ο ήρωας του Τσίτα, αυτός ο αρκετά κωμικός ή και γελοίος, και πολλές φορές σπαρακτικός Χρυσοβαλάντης, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον κινηματογραφικό ήρωα της ταινίας του Γ.Οικονομίδη "Ψυχή στο στόμα" όπου ο πρωταγωνιστής, ο Τάκης (ερμηνευμένος ιδανικά από τον Ε.Λίτση) παρακολουθεί παθητικά όλους όσους έχουν σχέση μαζί του, είτε οικογενειακή, είτε επαγγελματική να του ξεσκίζουν τη ζωή, να τον τραβολογάνε από δω κι από 'κει, χωρίς αυτός να αντιδράει (μέχρι την βίαιη σκηνή του τέλους). Ετσι κι ο Χρυσοβαλάντης υπακούει στο αφεντικό του, χωρίς αντίδραση, σκύβει το κεφάλι στην οικογένεια, στους παπάδες, ξεσπώντας μόνο στον εαυτό του και βρίζοντας (με πολύ ευφάνταστο υβρεολόγιο) τους έγχρωμους μετανάστες, και τους Ρώσους (για λόγους βασικά ερωτικούς αυτούς).

Είναι η εικόνα μιας υποκριτικής κοινωνίας σε σήψη, όπου ο ένας προσπαθεί να κοροϊδέψει τον άλλον. Ουδείς από τους ανθρώπους που περιστοιχίζουν τον Χρυσοβαλάντη είναι καλός ή έχει ανθρωπιά στο βιβλίο. Εργοδότες λαμόγια, υπάλληλοι γλείφτες, συμμαθητές μοχθηροί, πατέρας σκληρός, οι αδερφές του να προσπαθούν να του τη φέρουν και να τον εκμεταλλευτούν, οι γυναίκες να τον χρησιμοποιούν και να τον ξεζουμίζουν οικονομικά και στο τέλος να τον πετάνε σαν σκουπίδι.

Πολύ ενδιαφέρουσα η γλώσσα, αυτός ο προφορικός λόγος, που χρησιμοποιεί ο Τσίτας, ένα μείγμα καθαρεύουσας, δημοτικής και εκκλησιαστικής διαλέκτου που παράγει πολύ χιούμορ, ενώ είναι εξαιρετική η χρήση των παραγράφων στο αποσπασματικό κείμενο (που δεν ακολουθεί γραμμική μορφή), οι οποίες ακολουθούν η μία την άλλη με ένα μικρό χάσμα μεταξύ τους σαν ένα κινηματογραφικό σβύσιμο (fade-out) της υποτιθέμενης οθόνης.


Ο Τσίτας επανερχόμενος μετά από κοντά 20 χρόνια στο ενήλικο μυθιστόρημα, τα καταφέρνει εξαιρετικά σε ένα βιβλίο που (θεωρώ ότι) θα λειτουργούσε καλύτερα αν έλειπε το 1/3 του, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί μεγάλο πρόβλημα έτσι κι αλλιώς. Δημιουργεί έναν ζωντανό και ευδιάκριτο λογοτεχνικό ήρωα, ο οποίος ενδέχεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς. Ο Χρυσοβαλάντης είναι δίπλα μας, είναι γύρω μας - αντανάκλαση του μικροαστού γείτονα (που κοιτάει από το ματάκι της πόρτας τι ώρα μπαίνουμε, τι ώρα βγαίνουμε), του ανθρώπου που σκύβει το κεφάλι και υπακούει φοβισμένο και άβουλος, του θρησκόληπτου συντηρητικού και αμαθή πολίτη που αποτελεί τη δεξαμενή ψήφων και υποστήριξης ακραίων πολιτικών φαινομένων. Ο συγγραφέας καταφέρνει να καθυποτάξει την ροπή του κειμένου προς το γκροτέσκο και το υπερβολικό (στοιχεία που είναι ίσως αναγκαία λόγω της φύσης της αφήγησης) και να ισορροπήσει θαυμάσια την κωμωδία και το δράμα, σ'αυτόν τον παραληρηματικό μονόλογο που έχει όλα τα στοιχεία για μια θεατρική παράσταση και να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το αρκετά συζητήσιμο φινάλε του μυθιστορήματος.

_____________________________________________________________

Ακούστε το podcast της εκπομπής Booktalks@Amagi radio, του Σαββάτου 17/5, με καλεσμένο τον Μάκη Τσίτα, όπου συζητάμε (την δεύτερη ώρα της εκπομπής) για το βιβλίο του. Την πρώτη ώρα διαβάζουμε το αριστουργηματικό διήγημα/νουβέλα του Ε.Χ.Γονατά "Ο Ταξιδιώτης" και ακούμε το ένθετο "Στη φωλιά του (βιβλιο)κούκου". Καλή ακρόαση.