Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008
posted by Librofilo at Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008 | Permalink
Sánchez Piñol (και τα μυαλά στα μίξερ)
Δεν ξεμπερδεύεις εύκολα με τον Albert Sánchez Piñol. Ανθρωπολόγος που ζει στην Βαρκελώνη αλλά και εξαιρετικός συγγραφέας. Παρ’ότι τα θέματα του κινούνται μεταξύ της λογοτεχνίας του Φανταστικού και της περιπέτειας σε ύφος Ι.Βερν (στο πιό απογειωμένο), εύκολα διακρίνεις στο υπόβαθρο τα φιλοσοφικά ερωτήματα που παραμονεύουν, την εκτενή χρήση της αλληγορίας στην γραφή και την λυρική διάθεση.

Τα δύο βιβλία του Piñol με τα οποία θα ασχοληθώ είναι και τα μόνα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα – και τα δύο από τις εκδόσεις BELL που η λογοτεχνική τους σειρά είναι αξιολογότατη (και με πολύ χαμηλές τιμές). Το εκπληκτικό «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» (σελ.237), (85), το οποίο κυκλοφόρησε στη χώρα μας το 2005 και το υπέροχο «Η ΠΑΝΔΩΡΑ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ» (σελ.426), (82), που κυκλοφόρησε νωρίτερα φέτος, και τα δύο σε εξαιρετικές μεταφράσεις του Σ.Ιωαννίδη.

Να πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, αρχίζοντας από το παλαιότερο και κατά την προσωπική μου άποψη καλύτερο από τα δύο βιβλία. Το «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» είναι μιά ιστορία τρόμου και αγωνίας, που σε πρώτη ανάγνωση θυμίζει ταινία του Ρομέρο και του Κάρπεντερ. Το χρονικό πλαίσιο είναι ο μεσοπόλεμος και ένας νεαρός Ιρλανδός αγωνιστής προσπαθώντας να ξεφύγει από τους «δαίμονές του» πιάνει δουλειά ως μετεωρολόγος με μιά ετήσια σύμβαση σε ένα μυστηριώδες νησί κάπου κοντά στον Νότιο Πόλο. Το νησί είναι εκτός ρότας των πλοίων, ουσιαστικά μιά λωρίδα γής σε σχήμα L, με έναν φάρο που κατοικείται από έναν περίεργο τύπο που ονομάζεται Μπατίς Καφό.Ο ήρωας μας, δεν βρίσκει πουθενά τον μετεωρολόγο που θα αντικαθιστούσε και όταν ανοίγει τα κιβώτια που του είχε δώσει η εταιρία βλέπει μέσα δύο καραμπίνες με εκατοντάδες σφαίρες. Σύντομα διαπιστώνει ότι αυτές οι προμήθειες είναι και οι πλέον απαραίτητες αφού μόλις σκοτεινιάζει, κάθε μέρα, δεκάδες περίεργα αμφίβια πλάσματα βγαίνουν από τη θάλασσα και πολιορκούν το σπίτι του και τον φάρο. Τα πλάσματα αυτά , σαν ζόμπι, επιτίθενται τυφλά χωρίς προφύλαξη προσπαθώντας να εξολοθρεύσουν τον νεαρό, εκείνος καταλαβαίνει ότι η μοναδική του ελπίδα είναι να ενωθεί με τον αλλόκοτο Καφό στον φάρο, όταν επιτέλους συνεννοούνται διαπιστώνει ότι ο τύπος εκτός του ότι είναι στην πραγματικότητα ο προηγούμενος μετεωρολόγος (ναι αυτός που θα αντικαθιστούσε ο ήρωας μας), έχει συν τοις άλλοις, ως σκλάβα και σεξουαλική σύντροφο μία θηλυκή εκπρόσωπο των αμφίβιων όντων.

«...Πρόσωπο στρογγυλεμένο και κρανίο άτριχο. Τα φρύδια ήταν γραμμές ενός περίτεχνου στυλ, σαν προϊόν της καλλιγραφίας των Σουμερίων. Μάτια γαλάζια, Θεέ μου, τι μάτια, τι γαλάζιο! Ένα γαλάζιο αφρικάνικου ουρανού, όχι, ακόμα πιό ανοιχτό, πιό καθαρό, πιο έντονο, πιό λαμπερό. Μύτη λεπτή, αιχμηρή, διακριτική, με το ακρορρίνιο να κατεβαίνει πιό χαμηλά από τα πτερύγια. Τα αυτιά, μικροσκοπικά σε σύγκριση με τα δικά μας, είχαν σχήμα ουράς ψαριού- το καθένα χωριζόταν σε τέσσερις μικρούς σπονδύλους. Μήλα διόλου προτεταμένα. Ο λαιμός πολύ μακρύς, και όλο το κορμί καλυμμένο από ένα δέρμα ξασπρισμένου γκρίζου χρώματος με πράσινες πινελιές...Το φύλο δεν καλυπτόταν από κανενός είδους ηβικό τρίχωμα.»

Ισχύς εν τη ενώσει λοιπόν αλλά κάθε βράδυ τα ίδια – πόσο μπορεί να αντέξει κανείς..Και γιατί γίνονται όλα αυτά? Σύντομα ο αφηγητής αντιλαμβάνεται την κατάσταση και το ειρωνικό του πράγματος. Πάντα θεωρούσε τους Βρετανούς ως εισβολείς στη χώρα του, αυτός τι κάνει τώρα εκεί? Σε ποιόν ανήκει αυτό το νησί, μήπως λοιπόν οι κάτοικοί του αναγκάζονται να υπερασπιστούν τον τόπο τους? Συνειδητοποιεί ότι τα αμφίβια πλάσματα έχουν νοημοσύνη ενώ τα παιδιά τους όταν ξεθαρρεύουν και έρχονται κοντά στους δύο υπερασπιστές του φάρου, δεν διαφέρουν από οποιοδήποτε άλλο παιδί του κόσμου...

Ο (αναπόφευκτος) έρωτας γιά την «τερατούλα»,η οποία κάθε βράδυ τραγουδάει έναν περίεργο ψαλμό που ακούγεται σαν ήχος προαιώνιος και υπόκωφος, θα φέρει την ρήξη μεταξύ των δύο τρελλαμένων συντρόφων, την ίδια στιγμή που οι επιθέσεις των «τεράτων» εντείνονται και η κατάσταση δείχνει αδιέξοδη. Ο Sanchez Piñol δεν εφευρίσκει κάποιον «από μηχανής Θεό» γιά να «σώσει» τα πράγματα, απλά όλα ακολουθούν την κυκλική πορεία του χρόνου. Όταν περάσει ο χρόνος, ο αντικαταστάτης του μετεωρολόγου θα έρθει και θα δεχθεί με τη σειρά του την επίθεση των «τεράτων», οι κραυγές θα ακούγονται στο βάθος...

Ο τρόμος και η φρίκη κυριαρχούν σ’αυτό το απίστευτο θρίλερ. Το στομάχι σου δένεται κόμπος, όπως σπάνε τα τζάμια και οι πολιορκητές ουρλιάζουν και στριγγλίζουν απέξω.Η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα μόνο με αυτήν του Πόε στην «Αφήγηση του Αρθουρ Γκόρντον Πυμ» μπορεί να συγκριθεί, ενώ ο αναγνώστης θα νιώσει σαν να διαβάζει Λόβκραφτ με αρκετή δόση σεξ. Το μεγάλο όμως πλεονέκτημα αυτού του μικρού διαμαντιού είναι ο ρυθμός, ξέφρενος και αγχώδης επιτείνει την αγωνία καθώς γυρνάς τις σελίδες ρουφώντας το μυθιστόρημα. Αλληγορικό στο έπακρο το βιβλίο με γκόθικ στυλ, σε κάνει να συμπαθείς αυτά τα περίεργα πλάσματα του βυθού και να μη ξεχωρίζεις ποιός πραγματικά είναι το τέρας, ποιός είναι ο καλός και ποιός είναι ο κακός. Κυρίως ο «φόβος γιά τον Άλλο» είναι αυτό που σου μένει και τα δυσδιάκριτα (έτσι κι αλλιώς) όρια μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας.

Ακριβώς αυτά τα όρια (πολιτισμού και βαρβαρότητας) μπλέκονται στο έτερο έξοχο βιβλίο του Sanchez Piñol, την «ΠΑΝΔΩΡΑ ΣΤΟ ΚΟΓΚΟ». Εδώ ο ικανότατος Καταλανός, φτιάχνει ένα περιπετειώδες (παλιού στυλ) μυθιστόρημα το οποίο στην αρχή θυμίζει Ιούλιο Βερν γιά να εξελιχθεί σε μιά διαφορετική «Καρδιά του σκοταδιού» του Κόνραντ (και να ξαναγυρίσει στο Ταξίδι στο κέντρο της γης του Βερν) ενώ στην πλοκή παρεισφρύουν αποχρώσεις από Γουέλς (Πόλεμος των δύο κόσμων) με μυρωδιές από Μπόρχες και Καλβίνο.

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα και ο νεαρούλης Τόμας Τόμσον είναι ένας «μαύρος»,δηλαδή χρησιμεύει ως αφανής γραφιάς ενός διάσημου συγγραφέα λαϊκών μυθιστορημάτων της εποχής που ειδικεύεται στις εξωτικές περιπέτειες υμνώντας την Αγγλική αποικιοκρατία και την «αθάνατη Βρετανική ψυχή» (τό’χε το DNA τους κι αυτονών, πως να το κάνουμε!). Κάποια στιγμή που ήταν έτοιμος να τα βροντήξει ένας δικηγόρος του αναθέτει να συγγράψει την παράξενη ιστορία του πελάτη του, Μάρκους Γκάρβεϊ, ο οποίος κατηγορείται γιά τον φόνο των δύο νεαρών ευγενών αδερφών Κρέϊβερ στο Κονγκό.

Ο Τόμσον μπορεί να βλέπει μόνο μία φορά την εβδομάδα τον Γκάρβεϊ στην φυλακή και από τις αναμνήσεις του να καταφέρει να γράψει ένα βιβλίο, που κατά τον δικηγόρο του υπόδικου, θα συγκινήσει τον κόσμο και θα αποκαλύψει την κυριολεκτικά απίστευτη ιστορία του πελάτη του.

Ο Γκάρβεϊ προσλαμβάνεται από τους δύο αδερφούς Κρέϊβερ γιά να τους συνοδεύσει ως «άνθρωπος γιά όλες τις δουλειές» στο Κονγκό, όπου οι δύο τυχοδιώκτες πάνε να βρουν χρυσό ή/και διαμάντια. Σε μία πορεία στην Αφρικανική ζούγκλα που θυμίζει (όπως προανέφερα) Κόνραντ, όπου οι λευκοί επιδίδονται σε κάθε είδους σφαγή και βασανισμό των μαύρων που προσλαμβάνουν ως βαστάζους και εργάτες, κάποια στιγμή σε ένα "παραμυθένιο" ξέφωτο βρίσκουν ψήγματα χρυσού και αρχίζουν να φτιάχνουν ένα ορυχείο. Σκάβοντας όμως (και βγάζοντας μεγάλες ποσότητες χρυσού), πέφτουν κατευθείαν στον δρόμο που οδηγεί στα έγκατα της γης απ’όπου περίεργα πλάσματα (οι «Τέκτονες» όπως τους ονόμασαν οι Άγγλοι λόγω των ήχων που έβγαζαν), βγαίνουν στην επιφάνεια στην αρχή παρατηρώντας τους νεοφερμένους αλλά γενικώς με όχι και τόσο καλές προθέσεις. Οι αδίστακτοι Κρέϊβερ αιχμαλωτίζουν ένα μέλος των "Τεκτόνων", μιά πανέμορφη αλλόκοτη ύπαρξη που ειρήσθω εν παρόδω, φυλακίζει στην σκηνή του ό ένας από τους δύο αδερφούς και στην οποία δίνουν το όνομα, Άμγαμ. Ο Γκάρβεϊ ερωτεύεται με πάθος την Άμγαμ και καθώς οι μάχες μεταξύ των πλασμάτων του Κάτω κόσμου με τους «πολιτισμένους» Άγγλους γίνονται όλο και πιό σκληρές βρίσκει τον τρόπο να συνάψει σεξουαλικές σχέσεις μαζί της. Οι «Τέκτονες» επικρατούν σκοτώνοντας τα δύο αδέρφια, ο Γκάρβεϊ την γλυτώνει λόγω της Άμγαμ και όταν μετά από πολλές περιπέτειες φτάνει στην Αγγλία κατηγορείται γιά τον φόνο των αφεντικών του και γιά κλοπή αφού δύο μεγάλα διαμάντια βρίσκονται στην κατοχή του.

Ο Τόμσον γράφοντας αυτή την αλλόκοτη ιστορία αρχίζει να ερωτεύεται κι αυτός αυτήν την υπέροχη ύπαρξη...Αφού θεωρεί κιόλας ότι την διακρίνει στο επισκεπτήριο των φυλακών καλυπτόμενη πίσω από περίεργα φορέματα γιά να μη την καταλάβουν. Κάποια στιγμή θα εκδώσει το βιβλίο το οποίο θα κάνει πάταγο επηρρεάζοντας, όπως σωστά προγραμμάτισε ο πανέξυπνος δικηγόρος την εξέλιξη της δικαστικής υπόθεσης. Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική όπως θα ανακαλύψει σχεδόν τυχαία ο Τόμσον.

Όπως και στο «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» κι εδώ έχουμε να κάνουμε με «τέρατα». Οι «Τέκτονες» δεν βγαίνουν από το νερό αλλά από τα έγκατα της γης. Κάτασπροι, σχεδόν χλωμοί παρουσιάζονται όπως λένε οι μαύροι σκλάβοι στον Γκάρβεϊ όπως πρωτοπαρουσιάστηκαν οι Άγγλοι σ’αυτούς. Πρώτα στέλνουν έναν ήσυχο διαπραγματευτή (όπως οι ιεραπόστολοι που τους απειλεί με κάτι σαν την Κόλαση), μετά κάποιους που αρπάζουν ότι βρουν μπροστά τους κατά την διάρκεια της νύχτας και στο τέλος τον στρατό γιά τις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις». Η αλληγορία είναι εμφανής...

Υπάρχει επίσης το ερωτικό στοιχείο με την μορφή μιάς «εξωτικής και αλλόκοτης» ύπαρξης που δεν έχει τίποτα το γήινο. Εδώ η ερωτική ιστορία παίζει μεγαλύτερο ρόλο απ’ότι στο «Ψυχρό δέρμα» αφού καταντάει και εμμονή του αφελή Τόμσον, ο οποίος γνωρίζει καλά ότι «καθοδηγείται» από τον Γκάρβεϊ, που του περιγράφει την ιστορία όπως εκείνος θέλει. Γνωρίζει επίσης ότι ο δικηγόρος δεν είναι τόσο «καλός» όσο παρουσιάζεται σ’εκείνον. Ψάχνει συνέχεια να καταλάβει την πραγματική ιστορία προσπαθώντας να βρει κάποιον επιζώντα ή έστω κάποιον που γνώρισε τους πρωταγωνιστές του δράματος στο Κονγκό. Τα χρόνια περνάνε, ο δικηγόρος ποντάροντας πάνω στο ότι την ίδια εποχή διαδραματίζονταν ο Α Παγκόσμιος πόλεμος παίρνει αναβολές, ο Τόμσον πάει φαντάρος και τραυματίζεται στο μέτωπο, η λύση του μυστηρίου τον περιμένει με την επιστροφή του αλλά αυτός θα το καταλάβει δύο χρόνια αργότερα. Πολύ αργά γιά να επηρρεάσει τις εξελίξεις...

Σ΄αυτό του το μυθιστόρημα ο συγγραφέας βγάζει από μέσα του τον ανθρωπολόγο, και τονίζει ιδιαίτερα τον ρατσισμό, την εκμετάλευση, τις πολιτιστικές διαφορές μεταξύ «πολιτισμένης» Αγγλίας και υποανάπτυκτης Αφρικής. Το Κονγκό είναι διαφορετικό γιά τον καθένα από τους πρωταγωνιστές. Αλλιώς το βλέπουνε τα δύο αδέρφια Κάρβεϊ με την εγγενή σκληρότητά τους και την ξεροκεφαλιά τους, αλλιώς ο υπηρέτης τους Γκάρβεϊ που βρίσκεται στο μεταίχμιο – είναι ένας μελαχροινός λευκός, που του φέρονται ως μαύρο οι αφέντες του ,αλλά από την άλλη είναι λευκός γιά τους μαύρους οι οποίοι τον νιώθουν ως φορέα της λευκής εξουσίας. Τελικά όπως ο ίδιος ο Τόμσον καταλαβαίνει, το Κονγκό είναι μέσα μας...

Το μυθιστόρημα φέρνει επίσης στο μυαλό το εξαιρετικό βιβλίο του Φλάναγκαν ,το «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΧΘΥΩΝ» στην δύναμη της αφήγησης και το υποδόριο χιούμορ που το διαπερνάει. Λιγότερο καίριο αλλά σίγουρα πιό ελκυστικό από το «ΨΥΧΡΟ ΔΕΡΜΑ» λόγω της περιπετειώδους μορφής του και των δυνατών στιγμών στην Αφρικάνικη ήπειρο. Χάνει όμως όταν φεύγει από την δράση, διότι οι σκηνές στην καθημερινότητα του Τόμσον δεν στέκονται στο ίδιο ύψος ενδιαφέροντος. Όπως όμως και να το δει κανείς δεν μπορεί παρά να μην υποκλιθεί στην δύναμη της γραφής αυτού του ιδιόρρυθμου ανθρωπολόγου που επαναφέρει την γοητεία της περιπέτειας και την ηδονή που αισθάνεται ο αναγνώστης όταν «χάνεται» μέσα σε μιά καλή ιστορία, όπως ακριβώς τα γράφει το Die Zeit στο απόσπασμα που παραθέτω:


«Η «ΠΑΝΔΩΡΑ ΣΤΟ ΚΟΝΓΚΟ», είναι ένα βιβλίο για το πάθος και τον πόθο της ανάγνωσης, αυτά δηλαδή που κάνουν να ζωντανεύουν οι ιστορίες μέσα από το χαρτί και που ο κάθε άνθρωπος βιώνει μόνος και με το δικό του τρόπο. Γι’αυτό ο Piñol απευθύνεται στο βαθύ, πρωταρχικό μας ένστικτο ως αναγνωστών. Αφηγείται μιά ιστορία στα πρότυπα του λαϊκού, φτηνού μυθιστορήματος που σε όλους μας αρέσει να διαβάζουμε, βάζοντάς της τον υπότιτλο Παιχνίδι Φαντασίας και Ταυτότητας, και κάνοντας έτσι συν-συγγραφείς τους αναγνώστες του, οι οποίοι κάποιες φορές πολύ θα ήθελαν να πάρουν το σενάριο από τα χέρια του συγγραφέα και να οδηγήσουν τη δράση εκεί που νομίζουν οι ίδιοι.»