Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008
posted by Librofilo at Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008 | Permalink
Guarda
Το μυθιστόρημα του Ιταλού (σχετικά νέου) συγγραφέα Ντιέγκο Ντε Σίλβα «ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΩ» (Εκδ.Καστανιώτη,σελ.200) (82) είναι ένα σκοτεινό και βίαιο ψυχολογικό θρίλερ,το οποίο έχει πολλά στοιχεία της νεώτερης βρεττανικής σχολής του υπαρξιακού αστυνομικού μυθιστορήματος και του Χιτσκοκικού κινηματογράφου.

Ο αδίστακτος μπροστά σε κάθε είδους επαγγελματική πρόκληση, δικηγόρος Ντάβιντε Έλερ (ένας ιταλός Κούγιας) είναι ένας άρρωστος άνθρωπος.Ηδονίζεται να σκοτώνει.Η δεκαεξάχρονη πόρνη Τσελέστε με την καθημερινή εμφάνιση μαθήτριας κάνει πιάτσα στον ελεύθερο χρόνο της στη παραλιακή λεωφόρο κοντά στο διαμέρισμα του Έλερ.Τον βλέπει από μακριά να κουβαλάει ένα σακί και να το κρύβει κάπου.Η περιέργεια της,την κάνει να πλησιάσει.Ανακαλύπτει το πτώμα.Αρχίζει να «παίζει επικίνδυνα» εκβιάζοντας στην αρχή τον δικηγόρο.Μετά όμως έλκεται και οι ρόλοι θύτη-θύμα εναλάσσονται συνεχώς.Τα πράγματα κάποιες φορές δεν είναι όπως φαίνονται (ίσως τις περισσότερες φορές) και η ζωή κρύβει παράξενες παγίδες.

Στην παγίδα της ζωής θα πέσουν οι δύο πρωταγωνιστές σε ένα μυθιστόρημα με ανατροπές που στηρίζεται περισσότερο στις ψυχολογικές μεταπτώσεις των πρωταγωνιστών και λιγότερο (ή σχεδόν καθόλου) στη δράση.Η γοητεία του βιβλίου θυμίζει ένα κράμα Καμύ με Μπρετ Ήστον Έλλις στο «American psycho»,κλασσικότροπο και μοντέρνο ταυτόχρονα σε ένα χορό έρωτα και θανάτου.

Ο Ντε Σίλβα αποδεικνύεται ένας αληθινός μάστορας του ψυχολογικού θρίλερ (ένα υπέροχο δείγμα των ικανοτήτων του είδαμε και στο συλλογικό τόμο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ).Η γλώσσα του είναι εξαιρετική και όπως αναφέρει η Alef (respect)στην ενδελεχή ανάλυση του βιβλίου «ασθματική,αισθαντική,εσωτερική,υπαινικτική».Οι δύο πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι,στέρεα δομημένοι και ο αναγνώστης αισθάνεται να ισορροπεί μεταξύ απέχθειας και συμπάθειας σε ένα μυθιστόρημα που δεν σ’αφήνει να το παρατήσεις ούτε λεπτό από τα χέρια σου.

«Στο μεταξύ σκέφτεται πόσες φορές ακόμα έχει ακούσει τις ίδιες λέξεις να βγαίνουν από το στόμα του και με την ίδια σειρά.Πόσο δεδομένο και επαναλαμβανόμενο είναι το πρωτόκολλο της συνήθειας με την οποία έρχεται αντιμέτωπος κάθε μέρα.Τίποτα δεν ωφελεί.Τίποτα δεν λύνεται.Οι πράξεις μου είναι εντελώς τυπικές.Δεν μ’ενδιαφέρουν καθόλου αυτός ο νεαρός και τα εγκλήματά του.Η μίζερη ληστεία του με καταθλίβει.Το μέλλον του μου είναι εντελώς αδιάφορο.Τα δικαιώματά του είναι απλώς ένα φωτοτυπημένο χαρτί.Κανένας εδώ μέσα δεν πιστεύει σ’αυτό που κάνει.Λέει ψέματα ο εγκληματίας με τις χειροπέδες,λέει ψέματα ο φρουρός που τον συνοδεύει,λέει ψέματα ο δικηγόρος,λέει ψέματα ο δικαστής.Λένε ψέματα οι γραμματείς και οι υπάλληλοι των γραφείων.Λένε ψέματα τα συμβούλια και τα ποινικά δικαστήρια,λένε ψέματα οι δικαστικές οργανώσεις και οι εφημερίδες τους.Λένε ψέματα τα συνέδρια,οι ολομέλειες,τα εγκαίνια με τα βελούδα και οι τηλεοράσεις.Λένε ψέματα οι δημοσιογράφοι και οι συνεντευξιαζόμενοι.
Κι εγώ είμαι ένα ακόμα ψέμα ανάμεσα στα άλλα.»