Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018 | Permalink
Ρεαλιστική τριλογία
Ο Joaquim Maria Machado de Assis (Ρίο ντε Τζανέιρο 1839 – 1908) είναι ο σπουδαιότερος Βραζιλιάνος συγγραφέας, και ένας από τους ελάχιστους ιδιαίτερα γνωστούς στην παγκόσμια λογοτεχνία από αυτήν την τεράστια χώρα που είναι διάσημη για πολλά άλλα πράγματα, αλλά όχι για την πνευματική της συνεισφορά (που είναι μεγάλη). Με την άψογη και πολυαναμενόμενη έκδοση των τριών μυθιστορημάτων, που συγκροτούν την περίφημη “Ρεαλιστική τριλογία” του, δίνεται η ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να κατανοήσει όχι μόνο το έργο του μεγάλου Βραζιλιάνου (με το οποίο είναι σχετικά εξοικειωμένο από κάποια άλλα σημαντικά βιβλία του που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας), αλλά και την κοινωνία της χώρας σε έναν σημαντικό (για την ιστορία της) αιώνα, τον 19ο, διότι ο Machado de Assis έζησε και περιέγραψε την μετάβαση του Βραζιλιάνικου κράτους από φεουδαρχικό σε αστικό, και την μετάβαση στην δημοκρατική διακυβέρνηση που άλλαξε την χώρα.

Η “ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ” αποτελείται από τρία μυθιστορήματα, τις “ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΣ ΚΟΥΜΠΑΣ ("Memorias postumas de Bras Cumbas"), (273 σελίδες), τον “ΚΙΝΚΑΣ ΜΠΟΡΜΠΑ” ("Quincas Borba"), (357 σελίδες) και τον “ΔΟΝ ΚΑΣΜΟΥΡΟ” (“Dom Casmurro”), (301 σελίδες).
Τα μυθιστορήματα αυτά, συνιστούν μια χαλαρή ως προς την δομή της τριλογία και μπορούν να διαβαστούν αυτόνομα χωρίς πρόβλημα από τον αναγνώστη. Το βιβλίο εκτείνεται σε 1002 συνολικά σελίδες και ανήκει στην πολύτιμη λογοτεχνική σειρά “Orbis Literae” των εκδόσεων Gutenberg, σε μοναδική μετάφραση από την Μαρία Παπαδήμα.



Το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας, το εξαιρετικό “Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας”, (που είχε εκδοθεί παλαιότερα με τίτλο "Επιτάφιος για ένα μικρό νικητή") εντυπωσιάζει με τον μοντερνισμό της γραφής του, την πρωτοτυπία και το ύφος του, καθώς είναι ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπου ένας νεκρός αφηγείται τις περιπέτειες της ζωής του από τον τάφο του (θυμίζοντας το αυτοβιογραφικό και αμετάφραστο στα ελληνικά αριστούργημα του Σατωμπριάν “Mémoires d'outre-tombe” (“Απομνημονεύματα πέραν του τάφου”).
Έχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση που δεν ακολουθεί ευθύγραμμα την ιστορία του κεντρικού ήρωα, ο οποίος είναι εν πολλοίς αναξιόπιστος, αντιφατικός και πολύ ιδιόρρυθμος. Ερωτευμένος παράφορα με την Βιρζίλια, η οποία είναι παντρεμένη με άλλον, πάντα φευγάτη και ποτέ ολοκληρωτικά δική του, περιγράφει σκηνές από τον βίο του, σχολιάζει την επικαιρότητα της εποχής, την κοινωνική ζωή του Ρίο ντε Τζανέιρο, τα ήθη της εποχής, τις κοινωνικές σχέσεις, την πολιτική επικαιρότητα.  Σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα διαδραματίζει ο παράφρων Κίνκας Μπόρμπα (ο οποίος θα δώσει τον τίτλο στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας) με την φιλοσοφία που έχει αναπτύξει και πρσβεύει, την Humanitas” (“Ουμανιτισμός). Μια θεωρία που υποστηρίζει ότι όλα είναι αρμονικά στον κόσμο, όταν υπηρετούν τον άνθρωπο: το καλό και το κακό, το μίσος και η αγάπη, ο πόνος και η χαρά όλα έχουν το αντιστάθμισμά τους και συντελούν  στην "συμπαντική αρμονία". Ειρωνικό και γεμάτο με μαύρο χιούμορ, το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί μια ακτινογραφία της εποχής ενώ ο ομώνυμος ήρωας αποτελεί έναν μεγαλειώδη λογοτεχνικό χαρακτήρα αντιφατικό ο οποίος διαρκώς εκπλήσσει τον αναγνώστη.

“Το συμπέρασμα (...) είναι ότι η κοινή γνώμη είναι ένα καλό συγκολλητικό υλικό για τους οικογενειακούς θεσμούς. Μπορεί να εμβαθύνω περισσότερο σ' αυτή τη σκέψη πριν από το τέλος του βιβλίου· αλλά μπορεί και να την αφήσω και ως έχει. Οπωσδήποτε η κοινή γνώμη είναι ένα καλό συγκολλητικό υλικό σε οικογενειακό ή πολιτικό πλαίσιο. Ορισμένοι υποχόνδριοι μεταφυσικοί φτάνουν μέχρι την ακραία άποψη να την θεωρούν ως απλό προϊόν ανθρώπων μέτριων κι επιπόλαιων· αλλά είναι προφανές πως ακόμα κι αν μιά τόσο ακραία άποψη δεν εμπεριείχε την αναίρεσή της, αρκεί να λάβουμε υπόψη μας τις σωτήριες συνέπειες της κοινής γνώμης για να συμπεράνουμε ότι είναι το εκλεπτυσμένο έργο των πλέον εκλεκτών ανθρώπων, δηλαδή τού μεγαλυτέρου αριθμού εξ αυτών.”

Το δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο, “Κίνκας Μπόρμπα” είναι εμφανώς κατώτερο από τα άλλα δύο με ένα παιχνιδιάρικο τρικ που ξαφνιάζει. Ο ήρωας του αφηγήματος του Ντε Ασίς δεν είναι αυτός που αναγράφεται στον τίτλο, διότι ο Κίνκας Μπόρμπα, ένας παρανοϊκός τύπος με μια δικιά του φιλοσοφία (τον Ουμανισμό), και ο οποίος είχε έντονη παρουσία στο πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας (όπως είδαμε παραπάνω), πεθαίνει στις πρώτες σελίδες. Τον κληρονομεί ο Ρουμπιάο, πιστός φίλος του που τον περιποιήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η κληρονομιά έχει όμως μια παράμετρο, το αδέσποτο σκυλί του Κίνκας Μπόρμπα που φέρει το όνομά του, θα πρέπει να είναι συνεχώς υπό την προστασία του  Ρουμπιάο. Ο Ρουμπιάο από τη μια μέρα στην άλλη γίνεται πάμπλουτος, μετακομίζει στο Ρίο ντε Τζανέιρο από το χωριό που ζούσε μέχρι τότε και γνωρίζεται με ένα νεαρό ζευγάρι, τον Κριστιάνο και την όμορφη Σοφία, την οποία ερωτεύεται με πάθος. Τα όσα ακολουθούν είναι προβλέψιμα, η Σοφία τον δουλεύει και ο Κριστιάνο τον εκμεταλλεύεται δεόντως ξεζουμίζοντάς τον και εισάγοντάς τον σε κοινές επιχειρηματικές κινήσεις. Ο Ρουμπιάο θα αλλοτριωθεί, θα ολισθήσει προς την σχιζοφρένεια. Τριτοπρόσωπη αφήγηση με πολύ χιούμορ και φινέτσα, ειρωνεία και σαρκασμό, ενώ υπάρχει κι εδώ έντονο το κοινωνικό σχόλιο . Ο Ντε Ασσίς περιγράφει εξαιρετικά το ζευγάρι των αριβιστών Κριστιάνο και Σοφίας, το κλίμα της εποχής, τα πολιτικά αλισβερίσια, τα ερωτικά παιχνίδια.

«Το Καθαρτήριο είναι ένα ενεχυροδανειστήριο που δανείζει βάζοντας ενέχυρο όλες τις αρετές, με υψηλό τόκο και μικρές προθεσμίες»



Το τρίτο μυθιστόρημα ο αριστουργηματικός “Δον Κασμούρο”, είναι το καλύτερο της τριλογίας και θεωρείται το σημαντικότερο έργο του Βραζιλιάνου δημιουργού. Το μυθιστόρημα έχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση και αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Μπεντίνιο που του έχουν δώσει το προσωνύμιο “Δον Κασμούρο” που σημαίνει “ο αμίλητος, ο μονόχνωτος, ο πεισματάρης”. Το βιβλίο που έχει τη δομή ενός μυθιστορήματος “μαθητείας”, αφηγείται τον έρωτα μεταξύ του Μπεντίνιο και της Καπιτού που μεγαλώνουν σε διπλανά σπίτια και παρ' ότι βρίσκονται σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις (εκείνος από μεγαλοαστική και πολύ εύπορη οικογένεια, εκείνη κόρη υπαλλήλου μικροαστού), ερωτεύονται από την εφηβεία τους και παντρεύονται. Όμως η έντονη ζήλεια του Μπεντίνιο βλέποντας την στενή φιλία του καλύτερου του φίλου Εσκομπάρ με την σύζυγό του, μετατρέπεται σε παραλογισμό διακρίνοντας στο παιδί του χαρακτηριστικά του φίλου του. Οι υποψίες αρχίζουν να γίνονται εντονότερες όσο περνάει ο χρόνος, με την Καπιτού να κρατάει μια διφορούμενη στάση. Ο Ντε Ασσίς εμπνεόμενος από τον Σαιξπηρικό Οθέλο, παίζει συνεχώς με το δισυπόστατο, την αμφιβολία και την αμφισημία ενώ η αινιγματική Καπιτού, συγκλονίζει τον αναγνώστη κάνοντάς τον να αισθάνεται συνεχώς μετέωρος. Δεν υπάρχουν βεβαιότητες, ούτε αλήθειες σ'αυτό το μοναδικό μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες σχέσεις, το οποίο προκαλεί τον αναγνώστη να επιλύει διαρκώς γρίφους, να σκέπτεται και να είναι διαρκώς σε εγρήγορση.

“Ο Πρίαμος θεωρείται ο δυστυχέστερος των ανθρώπων, διότι πρέπει να φιλήσει το χέρι που σκότωσε τον γιο του. Ο Όμηρος μάς το εξιστορεί, κι είναι ένας καλός συγγραφέας, αν και το διηγείται σε στίχους, ωστόσο υπάρχουν ακριβείς διηγήσεις και σε στίχους, και μάλιστα σε κακούς στίχους. Σύγκρινε, αναγνώστη, την κατάσταση του Πρίαμου με τη δική μου· μόλις είχα εγκωμιάσει τις αρετές του ανδρός, ο οποίος, νεκρός, έχε δεχτεί αυτό το βλέμμα...Είναι αδύνατον ένας Όμηρος να μην είχε επωφεληθεί από μια κατάσταση σαν τη δική μου για να βρει μια καλύτερη λύση, ή τουλάχιστον την ίδια. Και μην πεις ότι οι Όμηροι μας λείπουν, για τους λόγους που επικαλείται ο Καμόενς· όχι αγαπητέ μου, μας λείπουν, είν' αλήθεια, αλλά επειδή οι Πρίαμοι αναζητούν τη σκιά και την ησυχία. Τα δάκρυά τους, αν έχουν, τα σκουπίζουν πίσω απ' την πόρτα, ώστε τα πρόσωπά τους να εμφανίζονται φωτεινά και γαλήνια· οι ομιλίες τους εκφράζουν περισσότερο τη χαρά παρά τη μελαγχολία, κι όλα συμβαίνουν σαν να μην είχε σκοτώσει ο Αχιλλέας τον Έκτορα.”



Η “Ρεαλιστική τριλογία”, παρ' ότι συντίθεται από τρία μυθιστορήματα γραμμένα σε διαφορετικούς χρόνους, από το 1881 έως το 1899, και τα οποία φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, παραδόξως αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο διότι παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία και αποτελούν μια τοιχογραφία της Βραζιλιάνικης κοινωνίας του τελευταίου μισού του 19ου αιώνα. Η δράση εστιάζεται στο Ρίο ντε Τζανέιρο με τις έντονες κοινωνικές του ανισότητες, μια μεγαλούπολη που αλλάζει όπως αλλάζει όλη η χώρα και τα γεγονότα που αφηγείται ο Ντε Ασσίς και τα οποία καλύπτουν το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, δείχνουν μια Βραζιλία που μετατρέπεται σε αστική, δημοκρατική κοινωνία. Τα τρία αυτά μυθιστορήματα είναι ένα συνεχές σχόλιο της θρησκείας, του ρατσισμού, της δημοκρατίας, του κοινωνικού αναρριχητισμού .

Η αφήγηση στον Ντε Ασσίς είναι μη γραμμική, πολλές φορές αποσπασματική, ενώ η διακειμενικότητα είναι διαρκής, με πολλές αναφορές σε Ευρωπαίους συγγραφείς, κυρίως στον Σαίξπηρ (με πιο έντονη στον “Δον Κασμούρο”) αλλά και σε Γάλλους (Σατωμπριάν και Ξαβιέ ντε Μεστρ). Η μεγάλη αφηγηματική δεινότητα του Βραζιλιάνου συγγραφέα υλοποιείται με ύφος λιτό και ελλειπτικό, απλό φαινομενικά αλλά ιδιαίτερα μεστό και ουσιώδες. Η υπαινικτικότητά του στο πρώτο και στο τρίτο μυθιστόρημα είναι ένα στοιχείο που τον φέρνει εγγύτερα στους Αγγλοσάξονες μεγάλους δημιουργούς, αλλά ο Ντε Ασσίς με ένα παιχνιδιάρικο, καθαρά Λατινοαμερικάνικο τρόπο, προκαλεί διαρκώς τον αναγνώστη σε ένα λογοτεχνικό μπρα-ντε-φερ βάζοντάς του γρίφους, ερωτήματα, προκαλώντας τον σε ενεργό συμμετοχή στα δρώμενα.

Ο αδιέξοδος και απαγορευμένος έρωτας κυριαρχεί στα βιβλία της τριλογίας, κυρίως στα δύο πρώτα είναι ιδιαίτερα έντονο αυτό το στοιχείο. Οι αφηγητές των δύο πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων (“Μεταθανάτιες αναμνήσεις...” και “Δον Κασμούρο”) είναι εντελώς αναξιόπιστοι, πέφτουν συνεχώς σε αντιφάσεις τονίζοντας το δισυπόστατο της ιστορίας, ενώ, οι γυναίκες (και των τριών ιστοριών) είναι αινιγματικές, δεν ξέρει ποτέ κανείς τι σκέφτονται, τι θα πράξουν στην επόμενη κίνησή τους και η γραφή του μεγάλου Βραζιλιάνου πιο ώριμη από ποτέ θα μεγαλουργήσει στην μορφή της (ιδιαίτερα ερωτεύσιμης και ποθητής) Καπιτού, η οποία με την σιωπή και την υπερηφάνειά της θα αναδυθεί σε μέγιστη και εμβληματική γυναικεία προσωπικότητα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τα τρία μυθιστορήματα (τα οποία έχουν μεταφερθεί αρκετές φορές στην μεγάλη και στη μικρή οθόνη), που συνθέτουν την “Ρεαλιστική Τριλογία” δεν είναι όλα στο ίδιο ποιοτικό επίπεδο. Ξεχωρίζει βέβαια, το τρίτο ο “Δον Κασμούρο”, χωρίς όμως τα υπόλοιπα να υστερούν κατά πολύ, αποτελούν όμως ένα ενιαίο σύνολο της “ρεαλιστικής περιόδου” του συγγραφέα.
Είναι πολύ σπουδαίο βιβλίο η “Ρεαλιστική τριλογία” και αποτελεί αναγνωστική εμπειρία, στην δε απόλαυση των τριών μυθιστορημάτων συντελεί η εκπληκτική δουλειά της ικανότατης μεταφράστριας Μαρίας Παπαδήμα με το εξαιρετικό της επίμετρο και τις κατατοπιστικότατες σημειώσεις που βοηθούν τον αναγνώστη.

Βαθμολογία βιβλίου: 84

Επί μέρους βαθμολογίες:
ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΣ ΚΟΥΜΠΑΣ : 85
ΚΙΝΚΑΣ ΜΠΟΡΜΠΑ: 79
ΔΟΝ ΚΑΣΜΟΥΡΟ: 88