Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017 | Permalink
Λίγη ζωή
Νιώθω ότι γι' αυτό το μυθιστόρημα, θα έπρεπε να κάτσω να γράψω μόλις ολοκλήρωνα την ανάγνωσή του, όταν διάβασα την τελευταία του σελίδα. Αισθάνομαι ότι, αφήνοντας να περάσουν μερικές ημέρες και διαβάζοντας άλλα δύο βιβλία στο ενδιάμεσο, αποστασιοποιήθηκα και δεν γνωρίζω αν, αυτό με βοηθήσει στο κείμενο που θα παραθέσω. Μου φαίνεται ότι, θα αδικήσω ένα τόσο συναισθηματικό βιβλίο εξετάζοντάς το ψύχραιμα, γιατί θα εστιάσω στα (αρκετά) μειονεκτήματά του και μάλλον θα χάσω την ουσία. Είμαι σίγουρος ότι, αυτό το κείμενο δεν θα μπορέσει να μεταφέρει στον αναγνώστη του, αυτό που βίωσα.

Ο λόγος για το συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Αμερικανίδας (με καταγωγή από την Χαβάη), Hanya Yanagihara (1974, Los Angeles), με τίτλο “ΛΙΓΗ ΖΩΗ” (“A little life”), (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Μ.Ξυλούρη, σελ. 891), ένα βιβλίο, ιδιαίτερα δημοφιλές στη χώρα μας, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά, και που έχει φανατικούς οπαδούς, αλλά και ορκισμένους εχθρούς – τους καταλαβαίνω και τους δύο (εξάλλου κάθε έργο τέχνης που αξίζει, προκαλεί εντάσεις). Τι είναι όμως αυτό που κάνει, ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, που δεν έχει καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία υφολογικά, και με εμφανή προβλήματα ρυθμού, να είναι τόσο σαγηνευτικό και όπου η (πιο) κλισέ έκφραση (στον χώρο των βιβλιόφιλων), “δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου” να εφαρμόζει απόλυτα;

Ένας Αμερικανός κριτικός έγραψε ότι η “Λίγη ζωή” “σε αποπλανά, την ίδια στιγμή που σε αηδιάζει, σε φοβίζει, σε εξαντλεί”. Ο μέσος άνθρωπος του πρώτου ή/και του δεύτερου κόσμου, είναι εξοικειωμένος με τις σκηνές βίας, με την κακοποίηση, την παιδοφιλία μέσα από (τις υπερβολικά πολλές) εικόνες στους τηλεοπτικούς του δέκτες, είναι όμως η δύναμη της λογοτεχνίας, η δύναμη του γραπτού λόγου που μετατρέπει αυτές τις εικόνες σε κάτι εφιαλτικό και αποτρόπαιο, σε κάτι που μπορεί να σε κάνει να χάσεις τον ύπνο σου. Είναι η δύναμη της λογοτεχνίας που μπορεί να συνδυάσει με τον καλύτερο τρόπο την απανθρωπιά και την σκληρότητα, με σελίδες γεμάτες απλή και ανιδιοτελή αγάπη, αφοσίωση και αληθινή φιλία.

“Τελευταία, αναρωτιόταν αν η συνεξάρτηση ήταν τόσο κακό πράγμα. Ευχαριστιόταν τις φιλίες του και δεν έβλαπτε κανέναν, οπότε ποιον ένοιαζε αν ήταν συνεξαρτημένος ή όχι. Και τέλος πάντων, από πού κι ως πού η φιλία είχε περισσότερη συνεξάρτηση από μια σχέση; Γιατί είναι αξιοθαύμαστη όταν είσαι είκοσι επτά μα ανατριχιαστική όταν είσαι τριάντα επτά; Γιατί δεν είναι η φιλία εξίσου καλή με μια σχέση; Γιατί δεν είναι ακόμα καλύτερη; Ήταν δύο άνθρωποι που έμεναν μαζί, κάθε μέρα, ενωμένοι όχι από το σεξ ή τη σωματική έλξη ή τα χρήματα ή τα παιδιά ή την ακίνητη περιουσία, μα μονάχα από την κοινή συμφωνία να συνεχίσουν την αμοιβαία αφοσίωση σε μια ένωση που ποτέ δεν θα κωδικοποιούνταν. Φιλία είναι να παρίστασαι στην αργή ροή των δυστυχιών ενός άλλου, και σε μεγάλα διαστήματα βαρεμάρας, και περιστασιακούς θριάμβους. Είναι να αισθάνεσαι τιμή για το προνόμιο να είσαι παρών στις πιο κακές στιγμές ενός άλλου ανθρώπου, και να ξέρεις ότι μπορείς κι εσύ να είσαι στις κακές σου μπροστά του σε αντάλλαγμα.”

Η αφήγηση εστιάζεται στη ζωή τεσσάρων κολλητών φίλων κατά τη διάρκεια τριών (και βάλε) δεκαετιών της ζωής τους. Φοιτητές σε ένα επιφανές κολλέγιο, ο πανέμορφος Γουίλεμ, παιδί Σκανδιναβών γονιών που στρέφεται αργά αλλά σταθερά, προς το θέατρο και τον κινηματογράφο, ο έγχρωμος εγωκεντρικός ζωγράφος Τζέι Μπι, ο ευαίσθητος αρχιτέκτονας Μάλκολμ και τέλος, ο Τζουντ, ο ήρεμος και γοητευτικός υπότροφος στη Νομική που προσλαμβάνεται στην εισαγγελία της Ν.Υόρκης μετά την αποφοίτησή του. Παρακολουθούμε για αρκετές (πολλές μάλλον) σελίδες την παρέα πανοραμικά, να τρώνε γκουρμέ ή μη φαγητά, να περιδιαβαίνουν, να μιλάνε για τα φοιτητικά τους χρόνια - είναι ενδεικτικό ότι αυτή η εισαγωγή κρατάει γύρω στις 100 σελίδες, μέχρι η πένα της συγγραφέως εστιάσει κατά κύριο λόγο στον Τζουντ, τον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου και τη ζωή του, καθώς και την σχέση του με τον Γουίλεμ, τον πιο κοντινό του άνθρωπο, αυτόν που ήρθε πιο κοντά του από τον καθένα.

Η συγγραφέας τοποθετεί τη δράση του βιβλίου της σε ένα άχρονο πλαίσιο, όπου τα εξωτερικά στοιχεία δεν παίζουν κανένα ρόλο. Δεν καταλαβαίνουμε σε ποιες δεκαετίες αναφέρεται, οι ήρωες μεγαλώνουν, ωριμάζουν αλλά όπως στα παραμύθια, τίποτα εξωτερικά δεν συμβαίνει, η κοινωνία παραμένει η ίδια, λες και όλη η ιστορία (μάλλον οι ιστορίες) που αφηγείται συμβαίνουν στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Με αυτό το τρικ, ο αναγνώστης προσηλώνεται στην αφήγηση της ιστορίας, χωρίς περισπασμούς με κοινωνικοπολιτικά γεγονότα.

Ο ήρωας του βιβλίου και αναμφίβολα, το πρόσωπο που σχεδόν εξαναγκάζεται συναισθηματικά να ταυτιστεί ο αναγνώστης, είναι ο Τζουντ. Ένας άνθρωπος με κινητικά προβλήματα λόγω της ταλαιπωρίας που έχουν υποστεί τα άκρα του, ένας άνθρωπος που κόβεται/χαρακώνεται με μανία, καθημερινά, στα χέρια και στα πόδια, ένας άνθρωπος που η πλάτη του είναι γεμάτη βαθιές χαρακιές, ένας άνθρωπος που αποπνέει μυστήριο για τους γύρω του, ενώ ακόμα και οι φίλοι του δεν γνωρίζουν τίποτα για το παρελθόν του.

"“Η ζωή ήταν τρομακτική· ήταν άδηλη. Ακόμα και τα χρήματα του Μάλκολμ δεν θα τον προστάτευαν πλήρως. Η ζωή θα του συνέβαινε, και θα έπρεπε να προσπαθήσει να της αποκριθεί, ακριβώς όπως κι εκείνοι. Όλοι - ο Μάλκολμ με τα σπίτια του, ο Γουίλεμ με τις φιλενάδες του, ο Τζέι Μπι με τις μπογιές του, αυτό με τα ξυράφια του - αναζητούσαν παρηγοριά, κάτι ολόδικό τους, κάτι που να αντιστέκεται στη φρικτή απεραντοσύνη, την απιθανότητα του κόσμου, των αμείλικτων δευτερολέπτων του, των λεπτών του, των ημερών του.”

Το παρελθόν του Τζουντ ξετυλίγεται αργά και μας δίδεται σε μικρές δόσεις. Ορφανός που εγκαταλείπεται σε μοναστήρι και μετά το σκάει με έναν από τους καλόγερους, ενώ η αναφορά σε κάποιον γιατρό που τον κατέστρεψε είναι συνεχής. Πως κατορθώνει αυτός ο άνθρωπος να πάρει υποτροφία σε ένα εξαίρετο κολλέγιο, να αποφοιτήσει με επαίνους, να προσληφθεί στην εισαγγελία της Νέας Υόρκης, απ' όπου θα φύγει μετά από μερικά χρόνια καθώς προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη δικηγορική εταιρία όπου αναδεικνύεται ως ο σούπερ και αδίστακτος δικηγόρος, που για ένα 12ωρο είναι ο άψογος και ζηλευτός επαγγελματίας, γυρίζοντας όμως σπίτι είναι ο έφηβος Τζουντ που αναζητά μετά μανίας το ξυράφι;

Ο Τζουντ είναι ένας πολύ άτυχος άνθρωπος, ο οποίος όμως από την άλλη είναι και αφάνταστα τυχερός. Από την ώρα που θα αρχίσει τις σπουδές του, βρίσκονται δίπλα του, ή, γύρω του, άνθρωποι που θα τον αγαπήσουν και θα τον αγκαλιάσουν. Ο καθηγητής και μέντοράς του, ο Χάρολντ που θα τον υιοθετήσει, ο Γουίλεμ, ο κολλητός του, που θα είναι πάντα δίπλα του, ο γιατρός του ο Άντι που θα είναι πάντα έτοιμος για κάθε στραβοτιμονιά, ο Μάλκολμ που θα τον θαυμάζει και ο Τζέι Μπι που πάντα θα αποζητάει ένα νεύμα, μια χειρονομία του. Κανείς όμως από αυτούς δεν φαντάζεται την έκταση της κακοποίησης, κανείς δεν ρωτάει γιατί φοβάται την απάντηση.

 Οι τέσσερις φίλοι αργά αλλά σταθερά χτίζουν την καριέρα τους, την πορεία τους στη ζωή. Όλοι προοδεύουν, ο Γουίλεμ γίνεται ηθοποιός παγκόσμιας κλάσης, ο Μάλκολμ αρχιτέκτονας περιζήτητος, ο Τζέι Μπι διάσημος ζωγράφος. Η σχέση τους δοκιμάζεται, περνάει διάφορα στάδια, ακόμα και ο σεξουαλικός προσανατολισμός των δυο, του Γουίλεμ και του Μάλκολμ θα αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών – μόνο ο Τζει Μπι θα μείνει σεξουαλικά σταθερός στις προτιμήσεις του.
Όμως όλα αυτά περνάνε σε δεύτερο πλάνο καθώς, η ιστορία του Τζουντ κυριαρχεί στο βιβλίο – θα φτάσουμε στη μέση μέχρι να μάθουμε τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα, να καταλάβουμε μέσα από την ιστορία, τι ακριβώς έχει γίνει στη ζωή του Τζουντ μέχρι τα 15 του χρόνια, μέχρι να αρχίσει η φρίκη που πιάνει τον αναγνώστη (όπως άλλωστε κι εμένα), από τον λαιμό και δεν θα τον αφήνει να κοιμηθεί τα βράδια. Η Γιαναγκιχάρα αφηγείται με θαυμαστό τρόπο, τα τραύματα του Τζουντ, την απέχθεια προς τον εαυτό του, την αυτοκαταστροφική του μανία που παρασέρνει τα πάντα, την ανάγκη του για αγάπη και τρυφερότητα που κρύβει τόσο καλά, την δισυπόστατη προσωπικότητά του, που ξαφνιάζει όσους τον ξέρουν καλά, καθώς παρακολουθούν αυτόν τον εύθραυστο και τρυφερό άνθρωπο να μετατρέπεται σε ύαινα στο δικαστήριο, έτοιμος να κατασπαράξει τον ατυχή του αντίπαλο.

“ “Τζουντ” του λέει ο Χάρολντ, χαμηλόφωνα. “Καημένε Τζουντ. Γλυκέ μου”. Και με αυτό βάζει τα κλάματα, γιατί κανένας δεν τον έχει πει ποτέ γλυκό του, όχι από τον αδελφό Λουκ. Μερικές φορές ο Γουίλεμ προσπαθούσε – γλυκέ μου ,προσπαθούσε να τον φωνάξει ο Γουίλεμ, καρδιά μου - , και τον ανάγκαζε να το κόψει· το γλυκόλογο για κείνον ήταν βρομερό, μια λέξη εξευτελιστική και ακόλαστη. “Γλυκέ μου” λέει πάλι ο Χάρολντ, και θέλει να σταματήσει· θέλει να μη σταματήσει ποτέ. “Μωρό μου”. Και κλαίει και κλαίει, κλαίει για όσα έχει υπάρξει, για όσα θα μπορούσε να είχε γίνει, για κάθε παλιό πόνο, για κάθε παλιά ευτυχία, κλαίει για την ντροπή και τη χαρά του να μπορεί επιτέλους να είναι παιδί, με όλα τα καπρίτσια και τις επιθυμίες και τις ανασφάλειες ενός παιδιού, για το προνόμιο να φέρεται άσχημα και να τον συγχωρούν, για την πολυτέλεια της τρυφερότητας, της στοργής, του να του σερβίρουν ένα γεύμα και να τον αναγκάζουν να το φάει, για την ικανότητα, επιτέλους, επιτέλους να πιστέψει τις διαβεβαιώσεις ενός γονιού, να πιστέψει ότι για κάποιον είναι ξεχωριστός παρά τα λάθη του και το μίσος του, εξαιτίας των λαθών του και του μίσους του.”

Είναι όλα δοσμένα σε υπερβολικό βαθμό, στο πληθωρικότατο αυτό μυθιστόρημα. Η βία και η σκληρότητα θα μπορούσαν να αποτελούν στοιχείο μιας σαδομαζό ταινίας, η αγάπη και η τρυφερότητα φτάνουν σε μελοδραματικά πλαίσια. Η συγγραφέας έχει αφομοιώσει εξαιρετικά, όλη τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Η παρουσία του Ντίκενς είναι ιδιαίτερα αισθητή, όπως και οι επιρροές από την Γκόθικ λογοτεχνική σκηνή, ενώ το βιβλίο δομείται ως “μυθιστόρημα μαθητείας” (bildungsroman). Η Γιαναγκιχάρα ενώνει όλα αυτά με την λογοτεχνία του Bret Easton Ellis (που προκάλεσε αίσθηση την δεκαετία του '90 χωρίς όμως συνέχεια) και του κινηματογράφου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, των οραμάτων για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.


Η "Λίγη ζωή" είναι ένα βιβλίο για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, για την αγάπη και το μίσος, για την σεξουαλική κακοποίηση, τον αγώνα για τη ζωή, την αγνή και ανιδιοτελή φιλία, την αντιφατικότητα του ανθρώπου και την ανάγκη του για τρυφερότητα και αγάπη. Άνισο αλλά θαυμάσιο, υπερβολικό αλλά γοητευτικό, φλύαρο αλλά μεθυστικό, το μυθιστόρημα αυτό, για τους ίδιους λόγους που μπορείς να το μισήσεις, μπορείς να το αγαπήσεις.
Ναι, θα ήταν καλύτερα να ήταν πιο σφιχτοδεμένο, ίσως, θα ήταν καλύτερα να ήταν ίσως το μισό σε έκταση, αφού δεν υπάρχει ιδιαίτερη πλοκή και η συγγραφέας δείχνει να στριφογυρίζει γύρω από το ίδιο θέμα, σίγουρα, κάποιες καταστάσεις δείχνουν εξωφρενικές μέσα σε αυτό το ρεαλιστικό πλαίσιο, αλλά (εδώ υπάρχει ένα τεράστιο “αλλά”...), η αφήγηση είναι τόσο ζωντανή και διαυγής, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων, κυρίως του Τζουντ και του Γουίλεμ, τόσο εξαιρετική, η δύναμη της ιστορίας τόσο μεγάλη, που θέλεις να τα συγχωρήσεις όλα, να τα αφήσεις πίσω και να απολαύσεις αυτό το σπουδαίο πραγματικά μυθιστόρημα που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά και στο συναίσθημα, αυτό το συναρπαστικό page-turner που δονείται από πάθος. Στην απόλαυση του βιβλίου συντελεί η εξαιρετική μεταφορά του στα ελληνικά από την πάντα δημιουργική Μαρία Ξυλούρη.

_______________________________________________________

Βαθμολογία: 85/100