Τετάρτη, Μαΐου 24, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαΐου 24, 2017 | Permalink
...So say goodbye, its Independence day...
Ένα είναι σίγουρο! Το εξαιρετικό μυθιστόρημα “ΗΜΕΡΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ” (“Independence day”), (εκδ. Πατάκη, (ωραία) μετάφρ. Θ.Σκάσσης, σελ.698), του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Richard Ford (1944, Jackson Mississippi),  δεν ενδείκνυται για τους λάτρεις της δράσης και της περιπέτειας. Στις περίπου 700 σελίδες του, λίγα (μάλλον ελάχιστα) συμβαίνουν, αλλά με έναν μαγικό και άψογα λογοτεχνικό τρόπο, και με “Προυστιανή” γοητεία, ο μεγάλος αυτός συγγραφέας καθηλώνει τον αναγνώστη του.

Η “Ημέρα ανεξαρτησίας” αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Φρανκ Μπάσκομπ και ήταν το μοναδικό βιβλίο από τα τρία που δεν είχε εκδοθεί στη γλώσσα μας καθώς την έκδοση του αριστουργηματικού Αθλητικογράφου”, ακολούθησε μετά από πολλά χρόνια η έκδοση του τρίτου μέρους, του υπέροχου “Η χώρα όπως είναι” για να συμπληρωθεί τώρα η τριλογία με την έκδοση του δεύτερου βιβλίου την “Ημέρα ανεξαρτησίας” συμπληρώνοντας το κομμάτι που έλειπε για την κατανόηση της μετάβασης του ήρωα των βιβλίων από συντάκτη αθλητικών ειδήσεων σε κτηματομεσίτη.

“Το λυπηρό φυσικά, με την ενήλικη ζωή είναι ότι διακρίνεις στον ορίζοντα να έρχονται πράγματα στα οποία δεν θα προσαρμοστείς ποτέ. Τα αναγνωρίζεις σαν προβλήματα, ανησυχείς στο έπακρο γι'αυτά, προβλέπεις, παίρνεις προφυλάξεις και κάνεις διάφορες διευθετήσεις, λέγοντας στον εαυτό σου ότι πρέπει να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο έκανες μέχρι τώρα τα πράγματα. Μόνο που δεν το κάνεις. Δεν μπορείς. Κατά κάποιον τρόπο είναι ήδη πολύ αργά. Ίσως είναι κάτι ακόμα χειρότερο: ίσως αυτό που βλέπεις να έρχεται από πολύ μακριά δεν είναι πραγματικά αυτό που σε φοβίζει αλλά τα επακόλουθά του, και αυτό που φοβάσαι μήπως συμβεί έχει ήδη συμβεί. Αυτό μοιάζει στην ουσία με τη συνειδητοποίηση ότι όλοι εμείς δεν πρόκειται να ωφεληθούμε από τις σπουδαίους πρόσφατες προόδους της ιατρικής επιστήμης, ωστόσο τις επικροτούμε ελπίζοντας ότι κάποιο εμβόλιο θα είναι εγκαίρως έτοιμο και νομίζοντας ότι τα πράγματα μπορεί ακόμα να βελτιωθούν. Μόνο που και ως προς αυτό είναι πολύ αργά. Έτσι ακριβώς η ζωή μας τελειώνει πριν καν το καταλάβουμε. Και μας λείπει. Και όπως λέει ο ποιητής: "Ζωή είναι οι τρόποι που μας λείπει η ζωή". "

Βρισκόμαστε στο μέσον της δεκαετίας του '80, ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι 44 χρονών, χωρισμένος από την Ανν, η οποία έχει ξαναπαντρευτεί και έχει πάρει μαζί της τα δύο τους παιδιά, τον προβληματικό έφηβο Πολ και την μικρότερη Κλαρίσα ζώντας σε μια μικρή πόλη της πολιτείας του Κονέκτικατ, εκείνος ζει στο μεσοαστικό και αναπτυσσόμενο Χάνταμ του Νιού Τζέρσι εξασκώντας πλέον το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Ο Φρανκ χάρη σε μια σειρά επιτυχημένων οικονομικών κινήσεων έχει εξασφαλίσει αρκετά χρήματα που θα του επίτρεπαν  μια πιο χαλαρή ζωή, αλλά εκείνος έχει γοητευτεί από την διαπροσωπική επαφή και την συνεχή κίνηση που έχει το νέο του επάγγελμα και προσπαθεί να το εξασκήσει όσο καλύτερα μπορεί και αρκετά επιτυχημένα μάλιστα.

Ο μυθιστορηματικός χρόνος του βιβλίου είναι το τριήμερο της μεγαλύτερης Αμερικάνικης εθνικής εορτής, της Ημέρας της Ανεξαρτησίας (4 Ιουλίου) και η “δράση” επικεντρώνεται μεταξύ Χάνταμ, Ντιπ Ρίβερ (όπου ζει η Ανν με τον νέο της σύζυγο και τα δύο παιδιά) και Κούπερστάουν όπου θα είναι ο ουσιαστικός προορισμός της εκδρομής πατέρα και γιου. Βλέποντας αυτά τα τρία σημεία σε ένα χάρτη, παρατηρούμε ότι σχηματίζουν ένα κύκλο, αντικατοπτρίζοντας την διαδρομή της αφήγησης που είναι κι αυτή κυκλική πηγαίνοντας μπρος-πίσω στον χρόνο συνδέοντας μνήμες από το παρελθόν με την τωρινή κατάσταση.

Ο Φρανκ σχεδιάζει λοιπόν να περάσει ένα διήμερο με τον γιο του, τον Πολ, πηγαίνοντάς τον να δει το μουσείο του Μπέιζμπολ στην Κουπερστάουν, ενώ στη διαδρομή θα περάσουν και από το μουσείο του Μπάσκετμπολ σε μια άλλη πόλη. Σκοπός του μέσα από αυτή την μικρή εκδρομή είναι να έρθει πιο κοντά με τον Πολ, που είναι ένας άκρως προβληματικός έφηβος, ο οποίος δημιουργεί συνεχώς θέματα με την συμπεριφορά του στο Ντιπ Ρίβερ. Πριν από τον Πολ όμως, ο Φρανκ ασχολείται με την δουλειά του προσπαθώντας να πουλήσει ένα σπίτι σε ένα ζευγάρι μεσήλικων, τους Μάρκαμ, οι οποίοι τον ταλαιπωρούν αφού δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει την σχέση του με την Σάλλυ, να γράψει την μηνιαία αναφορά με την πορεία της κτηματαγοράς, να εισπράξει το νοίκι από έναν παραβατικό νοικάρη του σε ένα από τα σπίτια που διαθέτει, και άλλα πολλά.

Ο Φρανκ είναι ένας αισιόδοξος και πολύ δραστήριος άνθρωπος που βρίσκεται (όπως συνεχώς αναφέρει) στην “Υπαρξιακή περίοδο” της ζωής του (στο τρίτο βιβλίο, την “Χώρα όπως είναι” βρίσκεται στην “Μόνιμη περίοδο”) και έχει συνεχώς ερωτήματα για το ποιος πραγματικά είναι, τι θέλει από τη ζωή καθώς ηλικιακά είναι σε ένα σταυροδρόμι, για τον έρωτα, την θνητότητα, την φθορά, για την σχέση του με την πρώην σύζυγό του, για την σχέση του με την Σάλλυ με την οποία έχει συνεχή πισωγυρίσματα, για την πολιτική (είναι φανατικά Δημοκρατικός). Είναι μόνιμα σε κίνηση και σε προβληματισμό, περίπλοκος και μορφωμένος, ρομαντικός με έναν ιδιαίτερο κυνισμό, ρεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και επιπόλαιος στις διαπροσωπικές του σχέσεις, πολύ εγωκεντρικός για να είναι καλός πατέρας (σε μια χαρακτηριστική σκηνή δεν αναρωτιέται καν που βρίσκεται ο γιος του στην εκδρομή, ενώ λείπει για ώρες σε ένα άγνωστο μέρος, προτιμώντας να φλερτάρει την μαγείρισσα του ξενοδοχείου).

“Δεν είμαι σίγουρος τι είναι αυτό που μου σφίγγει τον λαιμό: η οικειότητα του μέρους ή η ανυποχώρητη απροθυμία του να φανεί οικείο; Ακόμα μια χρήσιμη κεντρική ιδέα και άσκηση της Υπαρξιακής περιόδου, καθώς και κατάδηλο μάθημα του μεσιτικού επαγγέλματος, είναι να πάψει κανείς να εξιδανικεύει μέρη – σπίτια, παραλίες, γενέθλιες πόλεις, μια γωνία όπου κάποτε φίλησες ένα κορίτσι, έναν δρόμο απ' όπου παρέλασες, το δικαστήριο όπου βγήκε η απόφαση διαζυγίου σου μια συννεφιασμένη μέρα του Ιούλη, αλλά τώρα δεν υπάρχει ούτε ίχνος από εσένα και η ανάσα του ανέμου δεν μνημονεύει ότι εσύ υπήρξες κάποτε εκεί, ότι υπήρξε σημαντικό μέρος για σένα ή ότι υπήρξες καν. Μπορεί εμείς να νιώθουμε ότι αυτά τα μέρη θα έπρεπε, θα όφειλαν να μεταδίδουν κάτι – πάλι το ζήτημα της επιβεβαίωσης – εξαιτίας κάποιων γεγονότων που συνέβησαν κάποτε εκεί, να ανάβουν μια φλόγα ζεστασιάς για να μας εμψυχώσουν όταν έχουμε μείνει σχεδόν άψυχοι, όταν έχουμε βουλιάξει, αυτά όμως δεν ανταποκρίνονται. Τα μέρη δεν συνεργάζονται ποτέ ανταποδίδοντάς σου τον σεβασμό όταν τον έχεις ανάγκη. Στην πραγματικότητα μάλιστα, τις περισσότερες φορές σε απογοητεύουν...Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να καταπνίξεις το δάκρυ σου, να συνηθίσεις τις ανώδυνες κρίσεις συναισθηματισμού και να τραβήξεις να βρεις ό,τι υπάρχει μπρος, και όχι πίσω. Τα μέρη δεν σημαίνουν τίποτα.”

Το μυθιστόρημα είναι ίσως το πιο υπαρξιακό του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα, μια ανατομία του μεσοαστού μορφωμένου Αμερικανού που προβληματίζεται για την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία. Είναι γεμάτο από εξαιρετικούς διαλόγους, γόνιμο προβληματισμό, τρομερά ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες, καθώς και πολύ χαρακτηριστικές σκηνές της χώρας, των ανθρώπων της και της παράνοιας του εορταστικού τριημέρου. Το τελείως αποτυχημένο ταξίδι του Φρανκ με τον γιο του, που θα καταλήξει σε ένα επαρχιακό νοσοκομείο θα συμβάλλει στην απόφαση του να ασχοληθεί περισσότερο με τα παιδιά του, να τα κατανοήσει καλύτερα, όπως και να δεσμευθεί περισσότερο με την Σάλλυ, χάνοντας εν μέρει την δικιά του ανεξαρτησία.


Μυθιστόρημα αυτογνωσίας και αναζήτησης, η “Ημέρα ανεξαρτησίας” είναι ένα σπουδαίο Αμερικανικό μυθιστόρημα, μεγάλης πνοής και ψυχής, γεμάτο από αλησμόνητες εικόνες και θαυμάσιες περιγραφές. Στα βιβλία του Φορντ δεν υπάρχουν οι εντάσεις, δεν υπάρχουν στιγμές ιλιγγιώδους δράσης, όλα συμβαίνουν υπαινικτικά και υποδόρια, πολύ ουσιαστικά όμως και καίρια. Οι διάλογοι του Φρανκ με τις γυναίκες της ζωής του (την Ανν και εν προκειμένω την Σάλλυ με την οποία τον βρίσκουμε στη “Χώρα όπως είναι” παντρεμένο αλλά και ξανά παρατημένο), ξεκινάνε απλά και με στοιχεία καθημερινότητας για να εξελιχθούν σε μάχες εκ του συστάδην, σε μπρα-ντε-φερ που τσακίζουν.


Η “Ημέρα ανεξαρτησίας” είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο που χρειάζεται όμως την υπομονή του αναγνώστη και την “υποταγή” του στον ρυθμό που επιβάλλει ο συγγραφέας. Στο τέλος θέλεις κι άλλο, νιώθεις ότι ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι ένας δικός σου άνθρωπος – καθόλου ο bigger than life συνήθης ήρωας των “μεγάλων” μυθιστορημάτων, των αποκαλούμενων και “magnum opus”, ούτε ο “άνθρωπος της διπλανής πόρτας”, αλλά ο προβληματισμένος και σε διαρκή αναζήτηση άνθρωπος του Δυτικού κόσμου, που θα πρέπει να διαχειριστεί τις δικές του μεγάλες προσωπικές κρίσεις, την κάποιες φορές αφόρητη, κάποιες φορές ευχάριστη καθημερινότητά του, άλλοτε επιτυχημένα, συχνότερα βέβαια αποτυχημένα, σε μια αναγνωστική εμπειρία ολκής.


 



5 Comments:


At 30/5/17 01:25, Blogger lonelywalker

Καλησπέρα, σας. Μπορώ να ρωτήσω γιατί σταματήσατε να βαθμολογείτε τα βιβλία που διαβάζεται; Νομίζω, θα ήταν καλό, να μας δίνεται, εκτός της βιβλιοπαρουσίασης, μια εικόνα, μέσω της προσωπικής σας κλίμακας.

 

At 31/5/17 17:17, Blogger Librofilo

Γεια σας, αυτό έγινε πριν πολλά χρόνια. Ο λόγος ήταν ότι δέχθηκα κάποιες επιθέσεις για "έλλειψη καλού γούστου", γιατί βαθμολόγησα εκείνο με τόσο, το άλλο με τόσο κλπ. Εξάλλου, δεν παρουσιάζω πλέον βιβλία που με άφησαν αδιάφορο, βιβλία που δεν έχω κάτι να πω γι'αυτά - οπότε θα ήταν αναπόφευκτη και η χαμηλή βαθμολογία. Τα βιβλία με τα οποία ασχολούμαι είναι συνήθως πάνω από 70/100 σε μια βαθμολογική κλίμακα και αξίζουν την προσοχή του αναγνώστη. Ευχαριστώ για το σχόλιο

 

At 31/5/17 20:51, Blogger lonelywalker

Ίσως σας φανεί, παράξενο.... Βρήκα την σελίδα σας πριν κάποιους μήνες και άρχισα να την διαβάζω από την αρχή. Νομίζω από το 2005. Σχεδόν κάθε μέρα διάβαζα 2-3 κριτικές και τα σχόλια. Μου άρεσε που βαθμολογούσατε τα βίβλία. Στο κάτω κάτω, κάθε βαθμολογία είναι "υποκειμενική". Πρόσεξα, επίσης, ότι ενώ στις αρχές δεχόσασταν "βροχή" σχολίων, πλέον, εδώ και αρκετό καιρό δεν γράφει κανείς. Μήπως ανακάλυψαν ότι δεν έχετε "καλό γούστο" (ενώ στην αρχη είχατε); Τέλος πάντων.
Θέλω να σας ευχαριστήσω για όσες κριτικές έχετε κάνει. Δυστυχώς, λόγω οικονομικών, δεν μπορώ να αγοράσω τόσα βιβλία. Αλλά μέσω της σελίδας σας,μπορώ να ταξιδεύω και να γνωρίζω συγγραφείς, που μπορεί να μην τους έριχνα ούτε μια ματιά στα βιβλιοπωλεία. Και ίσως αλλάξει κάποια στιγμή η κατάσταση.... Ίσως, τότε, να γίνουν τα βιβλία "αναγκαίο αγαθό" κι όχι "καταναλωτικό αγαθό".

 

At 2/6/17 15:45, Blogger Librofilo

Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια. Το blog "άνοιξε" Μάιο του 2006. Τα σχόλια κλείσανε για πολλά χρόνια, νομίζω από το 2008 έως πέρσι. Ο λόγος ήταν κάποια υβριστικά και επιθετικά όχι μόνο προς εμένα αλλά και σε φίλους/σχολιαστές. Πολύς κόσμος δεν το έχει πάρει είδηση και θεωρεί τα σχόλια κλειστά ακόμα, ενώ κι άλλος λόγος είναι ότι όλη η "δράση" έχει μεταφερθεί στο Facebook όπου κάποιοι σχολιάζουν το βιβλίο που παρουσιάζεται στο blog, εκεί. Τέλος πάντων η "μόδα" του blogging έχει παρέλθει πλέον, οι περισσότεροι θέλουν μικρότερα κείμενα, λίγα λόγια και μια φωτογραφία του βιβλίου, τύπου "μ'άρεσε, δεν μ'αρεσε".
Εύχομαι να σας βοηθάνε τα κείμενά μου και να συνεχίσετε να διαβάζετε την άποψή μου. Ευχαριστώ και πάλι

 

At 2/6/17 21:52, Blogger lonelywalker

Είναι αλήθεια ότι η κατάσταση, όσον αφορά τα χόλια, έχει ξεφύγει. Που να δείτε τι γράφουν σε αθλητικές ή πολιτικές ιστοσελίδες. Είλικρινα, ντρέπομαι να τα διαβάσω. Πλέον, μόνο τη είδηση διαβάζω και τα σχόλια δεν τα κοιτάω καν.
Όσον αφορά τα κείμενάα σας, θα συνεχίσω να σας διαβάζω από το blog. Έχω φτάσει στα τέλη του 2006 και προχωρώ δυναμικά :) Έχω προτείνει το blog σας σε 2-3 γνωστούς που τους αρέσει το διάβασμα. Ελπίζω να μην αλλάξετε τον τρόπο γραφής σας, ούτε και το μέγεθος τον κειμένων. Ή τουλάχιστον, γράψτε όσο νομίζετε κάθε φορά. Χωρίς περιορισμούς.
Τα κείμενά σας με βοηθάνε να γνωρίσω συγγραφείς που δεν τους ήξερα καν. Ήδη φτιάχνω λίστες, για μελλοντικές αγορές ή απλά "φανταστικές", υπό την έννοια ότι, όσο και να διαβάζω, δεν πρόκειτε πόρε να καταφέρω να διαβάσω όλο τον όγκο των βιβλίων που θέλω. Αλλά ας υπάρχει, για μελλοντικές γενιές. :) Να είστε καλά.