Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2016 | Permalink
Το σχέδιο
Η Κατερίνα Μαλακατέ (Αθήνα,1978) παλαιά και σοβαρή βιβλιόφιλη blogger, αγαπημένη φίλη και επαγγελματική συνεργάτης, με το δεύτερο μυθιστόρημα της, "ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ" (Εκδ. Μελάνι, σελ.225), πραγματοποιεί ένα μεγάλο και ουσιαστικό βήμα προόδου με ένα βιβλίο που χρησιμοποιεί την πολιτική δυστοπία ως πρώτο επίπεδο για να μιλήσει για τον ολοκληρωτισμό, τις κοινωνικές, οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, την αποξένωση.

Στο μυθιστόρημά της, η Κ.Μαλακατέ στηρίζεται σε ένα πασίγνωστο αλλά και επικίνδυνο τρυκ, του είδους των βιβλίων που αποκαλούνται "what if", δηλαδή "τι θα συνέβαινε, εάν...". Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η υπόθεση είναι ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια ζούγκλα, ένα πραγματικό κολαστήριο, όπου κυβερνάει ο φασίστας Ένας (του οποίου το πρόσωπο δεν έχει δει κανείς, παρά μόνο ψηφίδες στους κατευθυνόμενους από την εξουσία τηλεοπτικούς δέκτες). Ο δικτάτορας ανέλαβε την εξουσία μετά από ένα πραξικόπημα ("των πέντε ημερών"), του οποίου προηγήθηκε ένα δημοψήφισμα όπου επικράτησε το "Όχι". Η χώρα είναι εκτός Ευρωπαϊκής ένωσης, απομονωμένη όχι μόνο από το εξωτερικό αλλά και εντός της. Η Αθήνα έχει μετατραπεί σε ένα τεράστιο στρατόπεδο με όρια γεωγραφικά, τα οποία φυλάσσονται. Μέσα στα όρια αυτά, οι πολίτες αποχαυνωμένοι δουλεύουν για το "κράτος" το οποίο τους παρέχει τροφή και στέγη, ενώ εκτός ορίων στην επαρχία, οι πόλεις που παρουσιάζουν τουριστικό ενδιαφέρον έχουν ερημώσει για να παραδοθούν στην "ανάπτυξη" μέσω γιγαντιαίων τουριστικών μονάδων, στα δε ορεινά χωριά και στις μακρινές περιοχές δεν υπάρχει ρεύμα, ούτε προϊόντα (άρα ούτε φαγητό), ενώ η επικοινωνία μέσω διαδικτύου και κινητών υφίσταται για όποιον μπορεί να βρει ρεύμα (το οποίο διαθέτουν κάποιοι επιτήδειοι ως συνήθως).

«…Στην αρχή, κρυφά μάλλον, ξεκίνησε η Ακροδεξιά να φτιάχνει ακαδημίες από παιδιά στην ηλικία μου και λίγο μεγαλύτερα. Τότε κανένας δεν έκανε τίποτα για αυτό, μόνο χαβαλέ στο internet. Κυκλοφορούσαν κάτι βίντεο με παιδάκια να μαθαίνουν να χαιρετούν ναζιστικά κι άλλα τέτοια χαρούμενα, κανένας δεν τους έδινε σημασία. Κακώς απ’ ότι φάνηκε. Γιατί όταν ήρθαν τα σκούρα, ορδές από αγόρια και κορίτσια δεκαπέντε και δεκαέξι χρονών με ξυρισμένα κεφάλια και τατουάζ τη σβάστικα, άρχισαν να περιπολούν στους δρόμους της Αθήνας. Η κυκλοφορία έγινε δύσκολη για όποιον διέφερε έστω και λίγο ή ρωτούσε κάτι παραπάνω. Ήταν κι οι μέρες πολύ πονηρές, όλοι μουδιασμένοι, να αδειάζουν ράφια και πιστωτικές.»

Ο Χάρης έχει φροντίσει να φύγει από την Ελλάδα, από τις αρχές της κρίσης, οπότε δεν έχει προλάβει να ζήσει τα τελευταία γεγονότα. Έχει πάει στο Παρίσι, με πρόσκληση από τον εκδοτικό οίκο που εκδίδει στα γαλλικά τα βιβλία του, και με ένα συμβόλαιο ενός έτους για να γράψει ένα μυθιστόρημα. Στην Ελλάδα έχει αφήσει την έφηβη κόρη του και την πρώην σύζυγό του, ενώ οι σχέσεις με τους γονείς του που έχουν πάει να ζήσουν σε ένα απομακρυσμένο χωριό είναι από καιρό παγωμένες. Ο Χάρης αφού περνάει μια περίοδο εσωστρέφειας και προσαρμογής, εμπνέεται από ένα τυχαίο περιστατικό και γράφει μια ιστορία που αφορά ένα ζευγάρι ελλήνων προσφύγων στην Γαλλία. Το βιβλίο γίνεται μπεστ-σέλερ, εκμεταλλευόμενο την ευαισθησία γύρω από την Ελλάδα, ο Χάρης είναι πλέον ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας, ενώ η γνωριμία του με μια Γαλλίδα θα αλλάξει την ζωή του.

Στην Ελλάδα, ο πατέρας του Χάρη, ο Χρήστος δεν είναι τόσο τυχερός. Πεθαίνοντας η γυναίκα του, τον αφήνει μόνο του στο χωριό, όπου οι πολιτικές εξελίξεις τον έχουν απομονώσει από την υπόλοιπη κοινότητα καθώς είναι ο μόνος που έχει καθαρή και ψύχραιμη σκέψη. Φιλοξενεί την κόρη του με τα δύο της παιδιά και διατρέφονται από τα ζαρζαβατικά του κήπου. Αίφνης, εμφανίζεται στην πόρτα του, η εγγονή του Ευγενία (κόρη του Χάρη), η οποία άγνωστο πως, κατάφερε να φθάσει σώα στο απομακρυσμένο μέρος. Ο Χρήστος της δείχνει απεριόριστη τρυφερότητα και προτίμηση, κάτι που στρέφει εναντίον του την κόρη του. Το ασφυκτικό περιβάλλον, η ζοφερή ατμόσφαιρα, και η ανοιχτή πλέον εχθρότητα της τοπικής μικροκοινωνίας που εκδηλώνεται με επιθέσεις στο σπίτι, υποχρεώνουν τον Χρήστο να πάρει την εγγονή του και να φύγουν από το χωριό με πρόθεση να βρει την μητέρα της στην Αθήνα και να την παραδώσει σε αυτήν. Ξεκινάνε ένα οδοιπορικό μέσα από κακοτράχαλους δρόμους, ερειπωμένα και κατεστραμμένα μέρη.

Θα τα καταφέρουν; Μήπως υπάρχει ένα Σχέδιο που εξυφαίνεται εν αγνοία των πρωταγωνιστών της ιστορίας ή τουλάχιστον κάποιων από αυτών; Ήταν τόσο αθώα η άφιξη της μικρής Ευγενίας στο σπίτι του παππού; Θα παίξει κάποιο ρόλο ο Χάρης στην ιστορία ή θα αφεθεί στην "νιρβάνα" της ερωτικής του σχέσης και της εμπορικής επιτυχίας των βιβλίων του; Σύντομα θα αποκαλυφθεί η αλήθεια που θα είναι εφιαλτική αλλά και καταλυτική.

«Πάνω μου βρωμάει ο θάνατος. Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που πάνω τους κρέμεται ο θάνατος. Από τη γέννηση. Μωρά που σκοτώνουν τις μανάδες τους στη γέννα, παιδιά που αποτελειώνουν τους γονείς τους αργά και βασανιστικά ως το τρελάδικο. Πάνω μου μυρίζει ο θάνατος, οι άλλοι μπορούν να τον δουν. Όχι όλοι. Όχι πάντα. Αυτό εκμεταλλεύομαι. Ως το τέλος.»

Η ιστορία που περιγράφει η Κ.Μαλακατέ είναι εφιαλτική και πολύ σκληρή. Μια βία υποδόρια διαπερνάει το βιβλίο απ’ άκρη σ’ άκρη, στις συνομιλίες, στις πράξεις των ηρώων της. Με τον ρυθμό του μυθιστορήματος να είναι χαλαρός στην αρχή, και μετά να γίνεται καταιγιστικός, ο αναγνώστης αισθάνεται άβολα και ασφυκτικά, καθώς συνειδητοποιεί όσο πλησιάζουμε προς το φινάλε το «σχέδιο» και πως θα υλοποιηθεί αυτό.

«Το Σχέδιο», είναι ένα πολύ ωραίο και στιβαρό μυθιστόρημα με μια ιστορία, που μας αγγίζει όλους. Οι οικογενειακές σχέσεις με τις συγκρούσεις και τα ψέματά τους, η ασφυκτική κοινωνία του χωριού, η αποξένωση, οι δυσκολίες του έρωτα, η σκληρότητα και η απανθρωπιά, το φάντασμα του ολοκληρωτισμού που φαίνεται πολύ κοντινό μας, η εκμετάλλευση και η ανάγκη για επιβίωση που τα ισοπεδώνει όλα, αποτελούν την ουσία του βιβλίου.
Θεωρώ ότι έπρεπε να δοθεί περισσότερη έκταση στην ανάπτυξη της πολιτικής δυστοπίας, η οποία μένει μετέωρη και αφήνει κενά, αλλά κατανοώ ότι η συγγραφέας την χρησιμοποιεί περισσότερο ως υπόβαθρο για να στηρίξει την ιστορία που αφηγείται. Η αφήγηση είναι ζωντανή και ρέουσα αν και ορισμένες φορές η χρήση υβριστικών εκφράσεων στους διαλόγους δεν προσδίδει τίποτα σε αυτούς και μάλλον αποσυντονίζει παρά προσδίδει έμφαση (όπως ίσως ήταν ο σκοπός της χρησιμοποίησής τους), οι χαρακτήρες είναι αληθινοί και όχι χάρτινοι, ενώ ο ρυθμός που αποτελούσε πρόβλημα στις πρώτες 60 σελίδες όσο αναπτύσσεται το βιβλίο και προχωράει η ιστορία, είναι έξοχος. Λεπτομέρειες βέβαια, διότι αυτό που προέχει είναι η αίσθηση της πληρότητας που αφήνει το μυθιστόρημα με την ολοκλήρωση της ανάγνωσής του.



Με γερή αναγνωστική παιδεία η Κ.Μαλακατέ, και με φανερή επιρροή από (αγαπημένους της) συγγραφείς που έχουν γράψει αριστουργήματα πάνω στο είδος της δυστοπίας και της επιστημονικής φαντασίας (όπως ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ και ο αριστουργηματικός «Δρόμος» ή ο Φίλιπ Κ.Ντικ με το εξαίσιο «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο»,και το "Όρυξ και Κρέικ" της Άτγουντ), δείχνει να κερδίζει το στοίχημα σε ένα δύσκολο και πολύ απαιτητικό λογοτεχνικό είδος, αποφεύγοντας τις παγίδες και τις ευκολίες με ένα πολύ καλά δουλεμένο μυθιστόρημα που είμαι σίγουρος ότι αποτελεί την αρχή για κάτι πολύ καλό που έρχεται στη συνέχεια.


 



2 Comments:


At 2/11/16 09:00, Blogger Κατερίνα Μαλακατέ

Ευχαριστώ πάρα πολύ για την ουσιαστική ανάγνωση αλλά και τα τόσο καλά λόγια. Ειλικρινά με συγκίνησες.

 

At 2/11/16 15:51, Blogger Librofilo

Να'σαι καλά! Πολλές ευχές